Το upmarket fiction και η Μέλισσα

Share Button

Νομίζω πως δεν έχουμε ορισμό στα ελληνικά για αυτό που στα αγγλικά λέγεται, «literary fiction». Το λέμε «λογοτεχνία» συνήθως και ξεμπερδεύουμε, εννοώντας πάνω-κάτω ένα κάπως βαρύ βιβλίο, με επίσης βαρύ θέμα, που ενδιαφέρεται περισσότερο για την εικόνα του, τον λόγο του, το στιλ του (ή και την ιδεολογία του, αρκετά συχνά), παρά για την αφήγηση ή για το στόρι — για να το θέσουμε χοντρικά.

Στον αντίποδα, εμείς λέμε «ελαφριά» λογοτεχνία, ή και «παραλογοτεχνία» πολύ συχνά, την «commercial fiction», όλα αυτά τα μυθιστορήματα που διαβάζει ο πολύς κόσμος δηλαδή (και εγώ), και που μπορεί να είναι αστυνομικά, περιπετειώδη, κοινωνικά, αισθηματικά, φαντασίας, τρόμου, γουέστερν, κλπ. κλπ. Αυτά τα βιβλία και αυτοί οι συγγραφείς δίνουν πιο πολύ βάρος στην αφήγηση, στην ιστορία, στην πλοκή και στους ήρωες, χωρίς να πολυνοιάζονται για την καθαυτό γραφή — παρά την όποια δομή τους, που μπορεί να διαφέρει πολύ ή λίγο, ή να παραλλάσσει από βιβλίο σε βιβλίο του ίδιου συγγραφέα, το γράψιμό τους μοιάζει συνήθως.

(Σημείωση: και οι δύο αυτές κατηγορίες έχουν καλά, μέτρια, κακά και πολύ κακά βιβλία — η ένταξη ενός μυθιστορήματος στη μία ή την άλλη κατηγορία δεν σημαίνει το παραμικρό για την ποιότητά του. Αν μας επιτρέπεται ένα λογοπαίγνιο, υπάρχουν κακά καλά μυθιστορήματα, και καλά κακά μυθιστορήματα).

Και υπάρχει, λοιπόν, και η «upmarket fiction», μία ενδιάμεση κατάσταση, μία λογοτεχνική κατηγορία που κινεί το ενδιαφέρον και των δύο «κοινών», και το κοινό της εμπορικής και το κοινό της «καλής», «σοβαρής», «δύσκολης» λογοτεχνίας, ή έστω την τομή των δύο «κοινών», των δύο αυτών συνόλων. Μιλάμε για έναν μεγάλο όγκο βιβλίων που γράφτηκαν, συνειδητά ή μη, με διπλή «συνταγή»: και ποιότητας, και εμπορικότητας. Και, μια και μιλάμε για συνταγή, ας σκεφτούμε ένα γαστριμαργικό ανάλογο — ένα κλασικό πιάτο που σέβεται την παραδοσιακή συνταγή, αλλά είναι φτιαγμένο με πιο «εκλεπτυσμένα» υλικά.

Εντέλει, το upmarket μυθιστόρημα αφορά, λιγότερο ή περισσότερο, όλους τους αναγνώστες, αν απλώς εξαιρέσουμε τους πολύ παθιασμένους με το ένα και με το άλλο είδος λογοτεχνίας: υπάρχουν άνθρωποι που δεν καταδέχονται να διαβάσουν τίποτε ταπεινότερο από Τόμας Μπέρνχαρντ φέρ’ ειπείν (και καλά κάνουν) και κάποιοι τίποτε πιο απαιτητικό από ένα «βίπερ» (και καλά κάνουν επίσης). Το upmarket μυθιστόρημα ξέρει καλά τις συνθήκες υπό τις οποίες ζούμε (και διαβάζουμε) όλοι. Ξέρει τους καλούς και κακούς περισπασμούς της καθημερινότητας, την ταχύτητα της σύγχρονης ζωής, τους ρυθμούς και τις απαιτήσεις της. Ζει και αναπνέει στο σήμερα.

Η «Μέλισσά» μου, λοιπόν, είναι το πρώτο μου βιβλίο που γράφτηκε με αυτό το φιλόδοξο σκεπτικό. Για να ανήκει στην upmarket πεζογραφία. Για να σέβεται τόσο τη νοημοσύνη του αναγνώστη όσο και την αδιαμφισβήτητη ανάγκη του για διασκέδαση — για να του προσφέρει μεν «πνευματική τροφή» (συγχωρήστε μου τον όρο, ξέρω πως δεν ακούγεται καλά) αλλά όχι με… χαμηλά λιπαρά, όχι άγευστη ή άγλυκη. Καλογραμμένη και προσεγμένη ώς την παραμικρή λεπτομέρεια, ναι, ασφαλώς, προς Θεού — «αλλά» προσφέροντας μια χορταστική ιστορία με ανατροπές, έντονα συναισθήματα, σασπένς, μυστήριο και, φυσικά, έρωτα. Μια ιστορία που θα μπορούσε να ταιριάξει και σε αυτό που λέμε commercial.

Οι πρώτες ενδείξεις (οι κριτικές των πρώτων αναγνωστών, δηλαδή — κυρίως, δε, αναγνωστριών) λένε πως μάλλον τα κατάφερα. Το ελπίζω.

Και το θέλω πολύ.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ηταν βάσανο να την κοιτάς τη Μέλισσα. Γιατί η πολλή ομορφιά είναι πράγμα σπαρακτικό, σαν ζωοδότης ήλιος που σου καίει το βλέμμα. Μα πώς να κάνεις αλλιώς; Πώς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της;

Όλο το νησί, εκείνο το μικρό και ξεχασμένο νησί του Ιονίου, είχε να λέει γι’ αυτήν. Και να ονειρεύεται. Μα είχε δίκιο ο μεγάλος της αδελφός: δεν έπρεπε να τη στεφανωθεί κανένας χωριάτης, αλλά μόνο κάποιος μεγάλος και τρανός. Γιατί η Μέλισσα θα γινότανε αρχόντισσα και θα διαφέντευε τον τόπο.

Εκτός κι αν, τελικά, δεν τα κατάφερνε να ξεφύγει από την κατάρα.

Ο μεγάλος τεχνίτης ονειρεύτηκε τη μικρούλα Ελένη μελένια, κι έτσι την ιστόρησε, έτσι τη ζωγράφισε και έτσι την παρέδωσε στο Βάθεμα, γι’ αυτό κι εκείνοι, όλοι στο χωριό, ξέχασαν τ’ όνομά της και πια την έλεγαν Ελένη, Μελένη, Μελένια. Και το Μελένια μετά δεν τους έφτασε, γιατί δεν ήταν μόνο μελένια η Ελένη, ήταν και πονετική, σε πόναγαν η ομορφιά της και το μέλι της, σε τάραζαν, σε σούβλιζαν, σε τσίμπαγαν, κι έτσι της το άλλαξαν κι αυτό, και την είπανε αλλιώς.

Την είπαν Μέλισσα.

Μια συγκινητική ιστορία αγάπης και μυστικών που νίκησε τον χρόνο και τη λήθη.

Share Button

The Author

Κυριάκος Αθανασιάδης

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963. Είναι συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων, αναγνώστης σε εκδοτικούς οίκους και συνιδρυτής του πολιτιστικού-πολιτικού σάιτ και διαδικτυακού ραδιοφώνου Αμάγκι (www.amagi.gr). Πεζογραφικά βιβλία: Ιστορίες Υπερβολής (διηγήματα, «Ροές» 1987, β΄ έκδ. «Δήγμα» 2010), Δώδεκα (μυθιστόρημα, Καστανιώτης 1991), Μικροί Κόσμοι (μυθιστόρημα, Λιβάνης 1996), Το Σάβανο της Χιονά της (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού (νουβέλα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Πανταχού Απών (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω» 2007), Κακορραφίες (διηγήματα, «Δήγμα» 2009), Ζα Ζα (μυθιστόρημα, «Free Thinking Zone» 2012), Ξυράφια /Razors (θεατρικό, δίγλωσση έκδοση, «Free Thinking Zone» 2013), Η Κόκκινη Μαρία (μυθιστόρημα, «Διόπτρα» 2014). Βιβλία για παιδιά: Ο χιονάνθρωπος που ήθελε να γίνει Αϊ-Βασίλης («Μίνωας» 2002), Η βίλα των πνευμάτων («Μίνωας» 2003), Μαγική εικόνα («Μίνωας» 2003), Σαντιγί για μάγισσες («Μίνωας» 2003), Ο άγριος Βασίλης («Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2003), Μάγος είσαι ; («Φαντασία» 2004), Οι περιπέτειες του Μεφίστο («Κέδρος» 2016). Επίσης, έχει εκδώσει 6 μυθιστορήματα φαντασίας για εφήβους, με ψευδώνυμο.