Η ζωή της Μυρσίνης, μέχρι τα δεκαοχτώ της χρόνια, ήταν ένα ανέμελο ταξίδι ξεγνοιασιάς και χαράς, μέσα στο ευχάριστο και ήρεμο περιβάλλον του χωριού της.
Όλα στη ζωή της εξελίσσονταν ήρεμα και χωρίς προβλήματα. Ήταν το μικρότερο από τα πέντε κορίτσια της οικογένειας· μια όμορφη και έξυπνη κοπέλα γεμάτη όνειρα και με ένα μέλλον να προμηνύεται λαμπρό μπροστά της.
Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, όλα άλλαξαν. Τα τραγικά γεγονότα διαδέχονταν το ένα το άλλο, χωρίς να της αφήνουν περιθώριο να αντισταθεί και να παλέψει. Μέσα σε μια στιγμή, η ζωή της καταστράφηκε, οι αξίες της ισοπεδώθηκαν, οι ισορροπίες της ανατράπηκαν. Ήταν λες και κάποιος την είχε καταραστεί. Η κακοδαιμονία δε σταμάτησε να την κυνηγάει με μανία και να τη χτυπάει αλύπητα.
Κάθε φορά που συνέβαινε κάτι όμορφο, κάθε φορά που έλεγε στον εαυτό της «τελικά υπάρχει Θεός», και πίστευε πως ο άνθρωπος γεννιέται για το φως, γύρω της πύκνωνε το σκοτάδι. Με κάποιο περίεργο τρόπο, ένα αόρατο χέρι έπαιρνε μακριά το καλό και έφερνε στη θέση του το κακό, σβήνοντας την ελπίδα.
Ώσπου η Μυρσίνη κουράστηκε να διεκδικεί το φως και αφέθηκε στο σκοτάδι. Παραιτήθηκε και υποτάχτηκε στις βουλές της μοίρας, πριν προλάβει να καταλάβει πόσο πολύ είχε αγαπηθεί, πόσο ευλογημένη ήταν.
Γιατί αυτές τις «ευλογίες» τις αντιλαμβάνεται κάποιος όταν, ώριμος πια, κάνει απολογισμό ζωής. Μα η Μυρσίνη δεν πρόλαβε. Κι ύστερα… Ύστερα, ήρθε η Μάγδα…