Οι τελευταίες μέρες πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

Share Button

📖 Διαβάζουμε απόσπασμα από το βιβλίο ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ του ΤΖΟΝ ΚΑΡ:

Τις δύο πρώτες εβδοµάδες του Μαΐου τα τουρκικά κανόνια συνέχισαν να σφυροκοπούν τα τείχη, επικεντρώνοντας τα πυρά τους στον τοµέα του Ιουστινιάνη στα αριστερά του ανακτόρου των Βλαχερνών. Τα τουρκικά πλοία που είχαν µεταφερθεί µέσα στον Κεράτιο επιχείρησαν να παραβιάσουν την αλυσίδα δύο φορές, αλλά απέτυχαν. Ο Σκοτσέζος Ιωάννης Γκραντ κατάφερε να υπονοµεύσει µία τουρκική επιχείρηση διάνοιξης λαγουµιού που θα εξασθενούσε το τείχος από κάτω. Στην πραγµατικότητα, σκαπανείς και από τις δύο πλευρές διεξήγαν έναν άγριο υπόγειο πόλεµο, τον οποίο κέρδισαν οι Έλληνες χάρη στις πληροφορίες που απέσπασαν µε βασανιστήρια από έναν Τούρκο αξιωµατικό. Τόσο οι επιτιθέµενοι όσο και οι αµυνόµενοι επέδειξαν µεγάλη ευρηµατικότητα στις σήραγγες, στις εκρηκτικές ύλες και στις πολιορκητικές µηχανές. Ο Κωνσταντίνος όµως δεν µπορούσε να χαλαρώσει. Γνώριζε πολύ καλά µία σκοτεινή προφητεία που κυκλοφορούσε στον λαό, που έλεγε πως όπως ο πρώτος Κωνσταντίνος ήταν γιος της Ελένης, έτσι θα ήταν και ο τελευταίος. Στις 25 Μαΐου έγινε λιτανεία στους δρόµους της πόλης µε την ιερή εικόνα της Παναγίας. Σε κάποιο σηµείο η εικόνα γλίστρησε και έπεσε στο έδαφος και, όπως µας διαβεβαιώνουν όλοι οι συγγραφείς, µετά έγινε ανεξήγητα βαριά και κατάφεραν να τη σηκώσουν µε µεγάλη προσπάθεια. Στη συνέχεια, η λιτανεία διακόπηκε λόγω σφοδρής θύελλας και καταρρακτώδους βροχής. Την εποµένη, µία πολύ ασυνήθιστη ανοιξιάτικη οµίχλη κάλυψε ολόκληρη την πόλη – ψιθυριζόταν πως η Θεία Παρουσία έκρυβε µε πέπλο την αποχώρησή Της. Εκείνο το βράδυ ένα παράξενο φως εθεάθη στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Το είδε και ο Μωάµεθ και το ερµήνευσε σαν σηµάδι από τον Αλλάχ πως η επιθυµία του θα γινόταν πραγµατικότητα.

Ο σουλτάνος έκανε µία τελευταία απόπειρα να κερδίσει την πόλη ειρηνικά. Έστειλε έναν εξωµότη Έλληνα στον αυτοκράτορα προσφέροντάς του δύο εναλλακτικές λύσεις: είτε να του πληρώνει ο Κωνσταντίνος ένα µεγάλο ετήσιο φόρο υποτέλειας ή ο λαός της Κωνσταντινούπολης να εγκαταλείψει την πόλη µαζί µε τις οικογένειές του και τα υπάρχοντά του. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Δύο µέρες αργότερα ο 21χρονος σουλτάνος –παραβιάζοντας τη συµβουλή του βεζίρη του και των ανώτατων αξιωµατικών του που θεωρούσαν µία απόπειρα εφόδου κατά της Κωνσταντινούπολης παρακινδυνευµένη– ενηµέρωσε τον στρατό του πως θα µπορούσε να µοιραστεί όλους τους θησαυρούς των Ελλήνων και ότι από τη στιγµή που θα περνούσε τα τείχη, θα είχε στη διάθεσή του τρεις µέρες για να σκοτώσει και να λεηλατήσει όσο ήθελε. Ο αλαλαγµός «Λα ιλ Αλλάχ ιλ Αλλαχού, Μουχαµέντ ρουσούλ Αλλάχ!» (ένας είναι ο Θεός όλων των θεών, και ο Μωάµεθ είναι ο προφήτης του!) µπορούσε να ακουστεί χιλιόµετρα µακριά.

Η Δευτέρα 28 Μαΐου ήταν ηµέρα ανάπαυσης για τους Τούρκους, οι οποίοι διατάχθηκαν να κρατήσουν τις δυνάµεις τους για τη µεγάλη έφοδο που είχε προγραµµατιστεί για το επόµενο πρωί. Ο Μωάµεθ απηύθυνε ένα σύντοµο λόγο στους ανώτατους αξιωµατικούς του και ρύθµισε τις τελευταίες λεπτοµέρειες για τη διάταξη µάχης. Μέσα στην πόλη οι καµπάνες των εκκλησιών χτυπούσαν και γίνονταν λιτανείες λειψάνων και εικόνων, ιδίως στα ασθενέστερα τµήµατα του τείχους. Δεν υπήρχε τώρα κανένας διαχωρισµός µεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών – όλοι ήταν ενωµένοι για να σώσουν τον τελευταίο προµαχώνα της Ανατολικής Χριστιανοσύνης. Ο Κωνσταντίνος εκφώνησε λόγο, στον οποίο διακήρυξε την πρόθεσή του να πεθάνει για την πίστη του και για την πόλη του. Παρότρυνε όσους τον άκουγαν, Έλληνες και Ιταλούς, να θυµηθούν τους ήρωες της αρχαίας Ελλάδας και της Ρώµης και να τους µιµηθούν απέναντι στους εχθρούς του Χριστού. Όταν τελείωσε τον λόγο του, απευθύνθηκε προσωπικά σε καθέναν από τους παριστάµενους και τους αγκάλιασε, ικετεύοντας τη συγγνώµη τους αν είχε προσβάλει ποτέ κάποιον απ’ αυτούς. Όταν νύχτωσε, ο λαός της Κωνσταντινούπολης σαν να είχε ωθηθεί από ένα αόρατο χέρι, συγκεντρώθηκε στην Αγία Σοφία για µία κατανυκτική δέηση. Ορθόδοξοι και καθολικοί εξοµολογήθηκαν και έλαβαν τη Θεία Κοινωνία. «Αυτή τη στιγµή», γράφει ειρωνικά ο Ράνσιµαν, «υπήρξε ένωση στην Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης».

Κάποια στιγµή κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ο αυτοκράτορας βγήκε έξω, ανέβηκε στο άλογό του και πήγε στο ανάκτορο των Βλαχερνών µέσα στο σκοτάδι. Εκεί αποχαιρέτησε τους υπηρέτες και το προσωπικό του, ζητώντας τους και πάλι συγχώρεση για όποιο κακό πιθανώς να τους είχε κάνει, προτού προβεί σε µία τελευταία επιθεώρηση των τειχών µαζί µε τον ιδιαίτερο γραµµατέα του, τον µεγάλο λογοθέτη Γεώργιο Φραντζή. Επιστρέφοντας στις Βλαχέρνες, οι δύο άνδρες αφίππευσαν και ανέβηκαν σε έναν πύργο στην Καλιγαρία Πύλη. Άκουσαν τον υπόκωφο γδούπο των προετοιµασιών του εχθρού και τα κάρα των κανονιών να τρίζουν καθώς πλησίαζαν σε απόσταση βολής από το τείχος. Κοιτάζοντας προς τα δυτικά, µπορούσαν να διακρίνουν τα φώτα των τουρκικών πλοίων στον Κεράτιο Κόλπο που τρεµόπαιζαν. Για περίπου µία ώρα οι δύο άνδρες παρέµειναν πάνω στον πύργο και µετά ο Φραντζής πήγε στο σπίτι του και δεν ξανάδε ποτέ τον αυτοκράτορα.

Ενενήντα λεπτά µετά τα µεσάνυχτα, οι Οθωµανοί εξαπέλυσαν την επίθεσή τους, κινητοποιώντας ολόκληρη την αµυντική γραµµή κατά µήκος των τειχών. Ο θόρυβος έφτασε µέχρι τους πιστούς στην Αγία Σοφία οι οποίοι διασκορπίστηκαν, µε τους µάχιµους άνδρες να τρέχουν προς τα τείχη και τις νεότερες γυναίκες να βοηθούν στα µετόπισθεν. Η πόλη αντηχούσε από τον σάλο, που διακοπτόταν από τις κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και τον περιστασιακό κρότο του υπερπυροβόλου του Ουρβανού. Οι πρώτοι που εφόρµησαν κατά των τειχών ήταν οι Οθωµανοί άτακτοι, γνωστοί ως βαζιβουζούκοι, των οποίων τα ανοργάνωτα ανθρώπινα κύµατα στον κεντρικό τοµέα αποκρούστηκαν τελικά. Ο Κωνσταντίνος πήγε πλάι στον Ιουστινιάνη για να τον βοηθήσει µε τους βαζιβουζούκους, αλλά δεν υπήρξε καµία ανάπαυλα για τους κουρασµένους, καθώς ο Μωάµεθ έστειλε στη συνέχεια τα πιο πειθαρχηµένα και καλύτερα οπλισµένα µικρασιατικά τµήµατα υπό τον Ισάκ πασά. Επρόκειτο για φανατικούς µαχητές που κατέβαλαν επίµονη προσπάθεια να αναρριχηθούν στα τείχη στον νότιο τοµέα, αλλά αποκρούστηκαν υφιστάµενοι βαριές απώλειες έπειτα από άγριες µάχες σώµα µε σώµα πάνω στην κορυφή των κλιµάκων τους. Ακριβώς τη στιγµή που οι άνδρες του Ισάκ θα οπισθοχωρούσαν, µία εύστοχη βολή από το κανόνι του Ουρβανού γκρέµισε ένα µεγάλο κοµµάτι του τείχους. Εκατοντάδες αλαλάζοντες µουσουλµάνοι όρµησαν µέσα στο ρήγµα, αλλά σφαγιάστηκαν από τον αυτοκράτορα και τη φρουρά του.

Ο Μωάµεθ άφριζε και πάλι από ανυποµονησία, αυτή τη φορά στέλνοντας τους επίλεκτους γενίτσαρούς του στη µάχη. Οι γενίτσαροι ήταν αγόρια χριστιανικής καταγωγής, που είχαν αποσπαστεί διά της βίας από τις οικογένειές τους στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια και είχαν ανατραφεί ως φανατικοί µουσουλµάνοι πολεµιστές. Σε αντίθεση µε τις προηγούµενες µονάδες που είχαν επιτεθεί βιαστικά, οι επίλεκτοι γενίτσαροι προέλασαν στον κεντρικό τοµέα µε απόλυτη πειθαρχία και τάξη και υπό τους ήχους στρατιωτικής µουσικής. Ο σουλτάνος τούς έκανε την τιµή να βαδίσει επικεφαλής τους, παραµερίζοντας όταν οι γενίτσαροι έφτασαν στην αµυντική τάφρο µπροστά από τα τείχη. Προσέκρουσαν σε σθεναρή αντίσταση των Ελλήνων για µία ώρα, καθηλώθηκαν σε µάχη και δεν µπόρεσαν να προχωρήσουν. Βορειότερα όµως η άµυνα εξασθενούσε. Οι αδελφοί Μποκιάρντο στον τοµέα των Βλαχερνών χρησιµοποιούσαν ένα µικρό παραπόρτι κοντά στο ανάκτορο, την Κερκόπορτα, για να κάνουν εξόδους κατά του εχθρού. Έπειτα όµως από µία τέτοια έξοδο κάποιος ξέχασε να ασφαλίσει την πόρτα και πολλές δεκάδες βαζιβουζούκοι όρµησαν µέσα από τα τείχη. Αυτοί εντοπίστηκαν αµέσως και θα είχαν εξουδετερωθεί, αν εκείνη τη στιγµή ο Ιουστινιάνης δεν πισωπατούσε χτυπηµένος από τουρκικό βέλος στον δεξιό µηρό. Καταβεβληµένος και πονώντας, ζήτησε να τον µεταφέρουν στα µετόπισθεν. Ο Κωνσταντίνος προσπάθησε να τον πείσει να παραµείνει, φοβούµενος τον αντίκτυπο που θα είχε η αποχώρησή του στο ηθικό των αµυνόµενων σε εκείνον τον τοµέα, αλλά ο Ιταλός είχε καταπτοηθεί. Καθώς ο Ιουστινιάνης µεταφερόταν σε ένα γενουάτικο πλοίο, οι συµπατριώτες του Γενουάτες εγκατέλειψαν τον αγώνα και τράπηκαν σε φυγή.

Ο Κωνσταντίνος κάλπασε µέχρι την Κερκόπορτα, αλλά δεν µπορούσε να κάνει τίποτα για τους Τούρκους που ξεχύνονταν µέσα απ’ αυτή. Επιστρέφοντας στον κεντρικό τοµέα, βοήθησε στη µάχη κατά των κυµάτων των γενιτσάρων. Στο µεταξύ, ο Μωάµεθ ήταν κατενθουσιασµένος. Βλέποντας µία οθωµανική σηµαία να κυµατίζει πάνω από την Κερκόπορτα, πίστεψε ότι η πόλη είχε επιτέλους γίνει δική του. Το ίδιο πίστεψε και ο Κωνσταντίνος. Ο αυτοκράτορας θα πρέπει να γνώριζε ότι πλησίαζε το τέλος του. Όταν οι γενίτσαροι έκαµψαν επιτέλους την απεγνωσµένη ελληνική αντίσταση, ο Κωνσταντίνος στάθηκε για να τους αντιµετωπίσει µε το ξίφος στο χέρι, στην Πέµπτη Στρατιωτική Πύλη. Στο πλευρό του, πρόθυµοι να αγωνιστούν µαζί του µέχρις εσχάτων, ήταν ο εξάδελφός του Θεόφιλος Παλαιολόγος, κάποιος Ιωάννης Δαλµατάς και ένας Ισπανός ευγενής ονόµατι δον Φρανσίσκο δε Τολέδο, ένας από εκείνους τους έξοχους άνδρες που εµφανίζονται στιγµιαία στην Ιστορία σαν διάττοντες αστέρες, αλλά για τους οποίους δε γνωρίζουµε τίποτ’ άλλο. Οι τέσσερις άνδρες κράτησαν τη θέση τους, καθώς πανικόβλητα τα ελληνικά στρατεύµατα υποχωρούσαν µέσα στην πόλη. «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω!» φώναξε ο Θεόφιλος και ρίχτηκε πάνω στα οθωµανικά στίφη. Τότε ο αυτοκράτορας έβγαλε τα αυτοκρατορικά ενδύµατα και τα εµβλήµατά του. «Η πόλη χάνεται κι εγώ ακόµη ζω;» φώναξε και ακολούθησε τον εξάδελφό του, συνοδευόµενος από τον Δαλµατά και τον δον Φρανσίσκο. Κανείς δεν ξαναείδε κανέναν από τους τέσσερις.

Τo ξηµέρωµα της 29ης Μαΐου 1453 βρήκε τις οθωµανικές ορδές να ξεχύνονται µέσα στην Κωνσταντινούπολη σε µία κόλαση σφαγής και καταστροφής. Μπήκαν ορµητικά στην Αγία Σοφία όπου ήταν σε εξέλιξη η λειτουργία, σέρνοντας έξω νεαρούς άνδρες και γυναίκες από το ποίµνιο ως δούλους. Τέσσερις χιλιάδες πολίτες σκοτώθηκαν στις τρεις µέρες της λεηλασίας. Στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία όµως επετράπη να συνεχίσει να υπάρχει και υφίσταται έως σήµερα σε µία ερειπωµένη γωνιά της σύγχρονης Ιστανµπούλ. Μέχρι σήµερα θεωρείται η σκιά της νεκρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Τα απαστράπτοντα ιερατικά άµφια του ορθόδοξου οικουµενικού πατριάρχη είναι παράγωγα των αυτοκρατορικών ενδυµάτων.

Πολλοί Έλληνες παραµένουν προσκολληµένοι σε µία παλιά πεποίθηση ότι κάποια µέρα ένας άλλος Κωνσταντίνος θα εµφανιστεί για να πάρει πίσω την Πόλη, αν και σε αυτή την εποχή της παγκοσµιοποίησης ελάχιστοι θα το παραδέχονταν ανοιχτά. Ακόµη και σήµερα όµως, στη σύγχρονη Ελλάδα υπάρχει αποδοκιµασία αν κάποιος αποκαλεί την πόλη Ιστανµπούλ. Μέχρι και τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης επιµένουν να την αποκαλούν Κωνσταντινούπολη. Κάποιες λίγες ροµαντικές ελπίδες επενδύθηκαν στον βασιλιά Κωνσταντίνο Β΄, όταν ανέβηκε στον ελληνικό θρόνο το 1964, πως θα µπορούσε να είναι εκείνος που θα συνέχιζε την κληρονοµιά των έντεκα Κωνσταντίνων που προηγήθηκαν. Δεν υπάρχει καµία ένδειξη που να πείθει πως ο ίδιος το εξέλαβε ποτέ στα σοβαρά, καθώς η Ελλάδα και η Τουρκία είναι σύµµαχοι στο ΝΑΤΟ από το 1952. Από πολιτική και στρατιωτική άποψη, το Βυζάντιο αποτελεί ιστορία. Πνευµατικά όµως ζει ακόµη. Όπως οι πάπες της Ρώµης, έτσι και οι ορθόδοξοι πατριάρχες δε διαθέτουν στρατιωτικές µεραρχίες. Κι όµως πιθανώς γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο παραµένουν ακόµη εκεί.

Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, τελείωσε τη ζωή του όπως επιθυµούσε, πολεµώντας για την πόλη του, για τον λαό του και για την πίστη του. Πολλοί στρατιώτες ισχυρίστηκαν πως τον είχαν δει να πέφτει και να του κόβει το κεφάλι ένας γενίτσαρος. Ο ίδιος ο Μωάµεθ θέλησε να µάθει τι είχε απογίνει ο αντίπαλός του. Έφεραν µπροστά του πολλά πτώµατα και λέγεται πως αναγνώρισε τον Κωνσταντίνο από τους αυτοκρατορικούς αετούς στις περικνηµίδες και στα υποδήµατά του. Λέγεται επίσης πως έδωσε ιπποτικά το σώµα στους Έλληνες να το θάψουν και για αιώνες ένας ασήµαντος τάφος στη συνοικία Βέφα της Ιστανµπούλ πιστεύεται πως αποτελεί την τελευταία κατοικία του τελευταίου αυτοκράτορα. Η ακριβής τοποθεσία του τάφου έχει ξεχαστεί από καιρό. Μία άλλη ιστορία που λέει πως ο σουλτάνος διέταξε να τεθεί σε δηµόσια θέα το κεφάλι του Κωνσταντίνου καρφωµένο πάνω σε µία λόγχη και µετά το ταρίχευσε και το έστειλε σε άλλους µουσουλµάνους ηγέτες, µπορεί να απορριφθεί µε βεβαιότητα.

Υπάρχουν όµως κι άλλα. Στον ναό του Αγίου Λεονάρδου στο Λάντολφ της Κορνουάλης, υπάρχει µία εγχάρακτη πλάκα πάνω από την τελευταία κατοικία κάποιου «Θεόδωρου Παλαιολόγου» ο οποίος πέθανε τον Ιανουάριο του 1636 και περιγράφεται ότι καταγόταν από το Πέζαρο της Ιταλίας, «απόγονος της αυτοκρατορικής γενιάς των τελευταίων χριστιανών Ελλήνων αυτοκρατόρων», δισέγγονος του «δεύτερου αδελφού του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου… του τελευταίου της γενιάς που βασίλεψε στην Κωνσταντινούπολη». Η πλάκα δηλώνει πως ο νεκρός νυµφεύτηκε κάποια Μαίρη Μπολς και ότι απέκτησε µε αυτή πέντε παιδιά. «Πόσο πολύ θα θέλαµε να το πιστέψουµε», γράφει ο Νόργουιτς, παραδεχόµενος την εξοργιστική έλλειψη στοιχείων. Κατά τον ίδιο τρόπο όµως, γιατί θα έπρεπε να µην το πιστέψουµε; Η σύνδεση µε το Πέζαρο φαίνεται να είναι γνήσια. Ένας Θεόδωρος Παλαιολόγος καταδικάστηκε για απόπειρα δολοφονίας εκεί στις αρχές του 17ου αιώνα και µετακόµισε (ή απέδρασε) στην Αγγλία. Εκεί γνώρισε τη Μαίρη Μπολς, την οποία νυµφεύτηκε στο Γιορκσάιρ όταν εκείνη ήταν ήδη έγκυος. Ένας από τους γιους τους, ο Φερδινάνδος, µετανάστευσε στα νησιά Μπαρµπέιντος και απέκτησε ένα γιο τον οποίο ονόµασε Θεόδωρο. Αυτός ο τελευταίος επέστρεψε στη Βρετανία και έζησε στο Στέπνεϊ. Ο µοναδικός απόγονός του φαίνεται πως ήταν ένα κορίτσι µε το όνοµα Γκόντσκαλ Παλαιολόγου και µαζί µε αυτή σβήνει το αυτοκρατορικό γενεαλογικό δέντρο στο ανατολικό Λονδίνο γύρω στο 1695. Έτσι είναι σχεδόν βέβαιο πως ένα ρυάκι αίµατος από τον τελευταίο µαχητή αυτοκράτορα του Βυζαντίου τρέχει µέσα σε βρετανικές φλέβες σήµερα.

ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ

Η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή αλλιώς Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν αναγκασμένη να πολεμά για να επιβιώσει, γι’ αυτό και η στρατιωτική δεινότητα ήταν βασική προϋπόθεση για έναν επιτυχημένο αυτοκράτορα. Ο Τζον Καρ επικεντρώνεται στις προσωπικές και στρατιωτικές ιστορίες των ικανότερων πολεμιστών που επιχείρησαν να ανελιχθούν στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Μεταξύ αυτών ο ιδρυτής της, ο Κωνσταντίνος Α΄, ο Ιουλιανός, ο Θεοδόσιος, ο Ιουστινιανός, ο Ηράκλειος, ο Λέων Α΄, ο Λέων Γ΄, ο Βασίλειος Α΄, ο Βασίλειος Β΄ ο Βουλγαροκτόνος, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης, ο Ισαάκιος Άγγελος και ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.

Στους αυτοκράτορες του Βυζαντίου και στο στρατιωτικό καθεστώς που διαμόρφωσαν πιστώνεται η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ρώμης και, από τον έβδομο αιώνα, η δημιουργία ενός προπυργίου της χριστιανοσύνης απέναντι στην επιθετική εξάπλωση του Ισλάμ. Για τον λόγο αυτό, η στρατιωτική οργάνωση της αυτοκρατορίας έπρεπε να είναι υψηλού επιπέδου: διατήρηση της ρωμαϊκής πειθαρχίας και δεξιότητας, προσαρμοσμένη ωστόσο στις νέες πολεμικές τακτικές. Έτσι, η αυτοκρατορία, υπό την ηγεσία των πολεμιστών αυτοκρατόρων της, κατάφερε να επιβιώσει για σχεδόν χίλια χρόνια μετά την πτώση της Ρώμης.

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!