📚 Διαβάζω το μυθιστόρημα Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ

Share Button

📖 Διαβάζω αποσπάσματα για τη Μεγάλη Πέμπτη & Μεγάλη Παρασκευή από το μυθιστόρημα της Δήμητρας ΙωάννουΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ:

Βράδυ Μεγάλης Πέμπτης

Ο Χρήστος βγήκε τρέχοντας από τα τελευταία σπίτια του χωριού και σταμάτησε μόνο όταν έφτασε στις όχθες του Αχέροντα. Αντίκρισε το ποτάμι ντυμένο στα ασήμια και πήρε μια βαθιά ανάσα θαμπωμένος.

Ο Βασιλιάς στεκόταν ακίνητος και μουδιασμένος μπροστά στη θεία οδύνη ετούτης της νύχτας. Βουβά τα δέντρα, αμίλητα, δεν κουνούσαν ούτε φύλλο, ενώ ο Αίολος είχε κλείσει σφιχτά τους ανέμους στον ασκό του.

Όχι απόψε! Απόψε η νύχτα ήταν πηχτή και μαύρη! Θα τους ξαμολούσε αύριο που θα ερχόταν η βροχή για να κλάψει ο Θεός τη μέρα και να θρηνήσουν οι θνητοί τον Θεάνθρωπο.

Την είδε στην όχθη να κοιτά μακριά. Τα δάκρυά της λαμπύριζαν στο φως του φεγγαριού, όμως τα μάτια έμοιαζαν να έχουν ήδη ξαστερώσει.

«Η Λευκοθέα!» του ψιθύρισε, κι εκείνος σήκωσε με περιέργεια το κεφάλι.

Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του το όνειρο ανακατώθηκε με την πραγματικότητα και όλα μαζί ενώθηκαν στη λεπτή μορφή που αναπαυόταν καθισμένη στον βράχο. Ο πολύ πρακτικός και λογικός συνήθως νους του δεν ενδιαφέρθηκε καν να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Στα χρόνια που θα ακολουθούσαν θα ένιωθε ευγνωμοσύνη που είχε την τύχη να ακουμπήσει το βλέμμα του στην αέρινη νύμφη του ποταμού.

Δε ζει κανείς εύκολα τα παραμύθια! σκέφτηκε μαγεμένος, βλέποντας το φως που ξεχυνόταν από τη λεπτόρευστη μορφή να νικά το βαρύ πένθιμο σκοτάδι.

«Πάμε να της μιλήσουμε!» του ψιθύρισε η Λευκή. Ο Χρήστος ταράχτηκε, λες και ξυπνούσε από βαθύ ύπνο. Έκανε να κουνηθεί αλλά ένιωσε τα πόδια του βαριά και μουδιασμένα από την ομορφιά που αγκάλιαζε σαν λεπτή αχλή τη νεράιδα και το τοπίο.

«Λυπημένη νύχτα διάλεξες για να συναντήσεις τον ποταμό, Χρήστο…» άκουσε πίσω του τη γλυκιά φωνή και στράφηκε ξαφνιασμένος.

Πώς είχε έρθει τόσο αθόρυβα και τόσο γρήγορα κοντά τους;

«Τα σέβη μου, αρχόντισσα», της είπε, κοιτώντας ζαλισμένος τα μοναδικά εκείνα μάτια που είχαν το χρώμα του ποταμού και της γης.

Αλήθεια, τι τον είχε πιάσει; Ποτέ δεν είχε απευθύνει τούτον τον παλαιομοδίτικο χαιρετισμό σε καμία γυναίκα, όμως τώρα τα λόγια είχαν γλιστρήσει αυθόρμητα από τα χείλη του, απόλυτα ταιριαστά σ’ ετούτη την οπτασία.

Εκείνη του χαμογέλασε και τα διάφανά της δάχτυλα άγγιξαν απαλά το χέρι του και το χέρι της Λευκής.

«Απόψε είναι άλαλα τα νερά, τα αγρίμια και τα δέντρα. Κάθε ψυχή πονά. Κλαίει σιωπηλά ο Ποταμός, καθώς ο Άρχοντας του κόσμου βαδίζει στον Άδη», τους ψιθύρισε, και ο Χρήστος ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται στο άκουσμα του Θείου Δράματος.

«Όμως με τον θάνατο Εκείνου η Ζωή θα νικήσει τον Θάνατο! Ο Άρχοντας του κόσμου θα αναστηθεί, ο Άδης θα παραδοθεί νικημένος και το Φως θα διώξει το σκοτάδι», τους ανήγγειλε με ένα αστραφτερό χαμόγελο και το χέρι της έδειξε τον ποταμό. «Και ο Βασιλιάς που ενώνει τον Θάνατο με τη Ζωή θα σκύψει σεβαστικά και θα προσκυνήσει τον Θεάνθρωπο!»

Ο Χρήστος κρεμόταν από τα χείλη της νιώθοντας έναν κόμπο στον λαιμό. Κάθε της λέξη έσταζε σοφία και την ένιωθε να χαράσσεται στο μυαλό του για να τη σκεφτεί και να την αναλύσει αργότερα ξανά και ξανά.

Τούτο το πλάσμα ήταν άπιαστο και πανέμορφο. Δε διέθετε τη γήινη ομορφιά μιας γυναίκας, αλλά την εξώκοσμη τελειότητα ενός αγάλματος και την υψηλή ενέργεια ενός άλλου, ανώτερου κόσμου.

Τι είναι τελικά η Λευκοθέα; συλλογίστηκε συγκλονισμένος.

Βράδυ Μεγάλης Παρασκευής

Βαδίζοντας δίπλα στην κοπέλα, ο Χρήστος κοίταξε με δέος το παλιό μοναστήρι που χρονολογούνταν από το 1720. Τα συμπαγή πετρόχτιστα τείχη του υπόσχονταν αποτελεσματική προστασία από αλλοτινούς κινδύνους, ενώ η τεράστια σκαλιστή πόρτα της κεντρικής πύλης, που έκλεινε με τη δύση του ηλίου, αυτό το βράδυ θα παρέμενε ανοιχτή για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν στον επιτάφιο θρήνο.

Προχώρησαν αμίλητοι προς το καθολικό της μονής και μπήκαν αλαφροπατώντας στον ναό. Σκοτεινός και υποβλητικός, ο χώρος φωτιζόταν μόνο από τις φλόγες των κεριών και τις ανταύγειες των μετάλλων, ενώ οι γλυκόλαλες φωνές των μοναχών ανέβαιναν θλιμμένες ως τον ουρανό υμνώντας το Πάθος του Κυρίου. Ο άγιος ηγούμενος βγήκε από την Ωραία Πύλη και στάθηκε μπροστά τους ευλογώντας το ποίμνιό του. Τα μάτια του σπίθισαν ελαφρώς βλέποντας τον Φώτη και τη Λευκή, όμως συνέχισε αφοσιωμένος το έργο του.

Όταν ήρθε η ώρα για τη λιτανεία του Επιταφίου, ένας νεαρός μοναχός τούς πλησίασε και τους έδωσε ένα αναμμένο φανάρι.

«Θα το χρειαστείτε», τους είπε ντροπαλά και εκείνοι τον ευχαρίστησαν.

Η περιφορά του Επιταφίου στο δάσος γύρω από τη μονή ήταν ό,τι πιο μαγικό είχε ζήσει στη ζωή του ο Χρήστος. Μέσα στη νύχτα οι μαυροντυμένες φιγούρες των μοναχών με τα φανάρια που έψελναν συνοδεύοντας το Σώμα του Κυρίου δημιουργούσαν μια απόκοσμη πομπή που έκανε τη φύση να θρηνεί και τα πλάσματά της να κρατούν συγκλονισμένα την ανάσα τους.

Μαβιά κρέπια κρεμασμένα στα δέντρα τούς έδειχναν τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσουν, προτού καταλήξουν ξανά στον ναό. Παρακολούθησαν την ακολουθία ως το τέλος και μόνο τότε μπόρεσαν να πλησιάσουν τον ηγούμενο Ιωαννίκιο, όπως είχε μετονομαστεί ο Βάσος μετά την απόφασή του να ασπαστεί το σχήμα.

Η ραδινή, σχεδόν διάφανη μορφή του σκόρπιζε απαλό φως τριγύρω και ο ηγούμενος άνοιξε τα χέρια του κλείνοντας τη Λευκή στην αγκαλιά του.

«Αγαπημένο μου παιδί!» της είπε, κι εκείνη του ανταπέδωσε το χαμόγελο.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

1960

Η μυστηριώδης γυναίκα που περιδιαβάζει στις όχθες του Αχέροντα χαρίζει τις γνώσεις της στη δεκαεξάχρονη Φιλίτσα. Η τελευταία φτάνει στην Αθήνα, αλλάζει το όνομά της σε Ρόζα και χτίζει μια αυτοκρατορία από το μηδέν. Η πολυτάραχη ζωή της Ρόζας σημαδεύεται από μεγάλους έρωτες, ισχυρές ίντριγκες, έντονα μίση κι ένα σκοτεινό μυστικό που καλείται να περιφρουρήσει πάση θυσία, ακόμα και με την ίδια της τη ζωή.

2017

Η δολοφονία της πασίγνωστης πλέον Ρόζας Παλαιολόγου συγκλονίζει το πανελλήνιο και ο διάσημος ερευνητής Χρήστος Βαράγκης μαζί με την εγγονή της, τη Λευκή, καλούνται να λύσουν το μυστήριο. Όσο περνά ο καιρός, εισχωρούν όλο και πιο βαθιά σε έναν λαβύρινθο μίσους και θανάσιμων εχθρών. Κι ενώ αναζητούν τη λύση στο παρελθόν, η βοήθεια έρχεται ανέλπιστα από το αγερικό του ποταμού. Ποια είναι η μυστηριώδης Λευκοθέα που αναδύεται από τα πέπλα του χρόνου και φαντάζει φτιαγμένη από τα αθάνατα νερά; Θα καταφέρουν να λύσουν τους γρίφους της Ρόζας, έτσι όπως φαίνεται η ίδια να τους καθοδηγεί μέσα από τα έργα αρχαίων δημιουργών που έχουν υμνήσει τον επιβλητικό Αχέροντα;

Ένα βιβλίο κεντημένο με τους θρύλους του ποταμού των στεναγμών και των μυθικών παραποτάμων του, που διέσχιζαν τον Άδη. Μια ιστορία που, περνώντας μέσα από τον θάνατο, υμνεί τη ζωή!

Share Button

The Author

Δήμητρα Ιωάννου

Η ΔΗΜΗΤΡΑ ΙΩΑΝΝΟΥ σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται επαγγελματικά με τη Σωματική Ψυχοθεραπεία και τη Βιοανάδραση. Η μελέτη των ανθρώπινων σχέσεων, συμπεριφορών και διαδράσεων ανέκαθεν τη γοήτευαν, ενώ το γράψιμο είναι το μεγάλο της πάθος. Η αγάπη της για την Ελλάδα είναι ριζωμένη βαθιά, για αυτό και ερευνά επίμονα τη λαογραφία και τα μυστικά κάθε γωνιάς της. Από τις Εκδόσεις Ψυχογιός κυκλοφορεί επίσης το πρώτο της μυθιστόρημα ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ – ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΜΑΓΙΣΣΑΣ.