📚 Διαβάζω το μυθιστόρημα ΑΛΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ

Share Button

Κιλκίς, 7 Νοεμβρίου 1944

Πρέπει να χωριστούμε!» είπε εκείνος προσπαθώντας να αποφύγει το απεγνωσμένο βλέμμα της. «Αγάπη μου, άκουσέ με…» συνέχισε, μην μπορώντας να κρύψει την ταραχή του. «Δεν υπάρχει άλλη λύση… Πρέπει να προσπαθήσουμε να τις σώσουμε, έστω τη μία από τις δύο! Τους οφείλουμε τουλάχιστον αυτό…»

Έστω ο ένας από τους δυο μας, έστω η μία από τις δυο τους… σκέφτηκε εκείνη ξεροκαταπίνοντας, μην μπορώντας να χωρέσει το μέγεθος και το νόημα αυτού του διλήμματος, νιώθοντας την ψυχή της να ανταγωνίζεται σε ψύχος τις πολικές θερμοκρασίες στις οποίες ήταν εκτεθειμένοι όλοι τους –μια χούφτα άνθρωποι στην ουσία, ταλαιπωρημένοι και εξαντλημένοι– εδώ και τόσο καιρό. Έσφιξε ενστικτωδώς το φασκιωμένο μωρό ακόμα πιο σφιχτά στην αγκαλιά της και έκλεισε τα μάτια για να εμποδίσει, όσο γινόταν, τα δάκρυα να κυλήσουν.

«Δε θα τα καταφέρουμε όλοι μαζί», συνέχισε εκείνος. «Πρέπει…»

«Πάψε!» τον διέκοψε. Δε χρειαζόταν να την πείσει. Μπορούσε να μυρίσει τον φόβο του, είχε μάθει για τα καλά τη μυρωδιά αυτή τόσο καιρό, ανάκατη με το νοτισμένο χώμα. Την ξεχώριζε χωρίς δυσκολία από τις υπόλοιπες οσμές της φύσης, της επέτρεπε, θέλοντας και μη, να γίνεται καθημερινός της σύντροφος. Ήξερε άλλωστε πολύ καλά τι τους περίμενε, αν συνέχιζαν έτσι. Είχε δει με τα ίδια της τα μάτια πού μπορούσε να φτάσει η ανθρώπινη κτηνωδία. Όχι μία και δύο φορές, αλλά πολλές. Κάθε στάλα αθωότητας και αισιοδοξίας είχε στερέψει από μέσα της προ πολλού. Η προηγούμενη ανέμελη ζωή της, τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη φαίνονταν πια τόσο μακρινά, τόσο ψεύτικα, σαν να τα είχε ζήσει κάποια άλλη, σαν να τα είχε απλώς ονειρευτεί. Πήρε βαθιά ανάσα, επιτρέποντας στον παγωμένο αέρα να πληγώσει ακόμα περισσότερο τον ήδη γρατζουνισμένο λάρυγγά της. Ένιωσε να διογκώνεται στο μυαλό της η συγκεκριμένη στιγμή –λίγα μόλις δευτερόλεπτα όλα κι όλα– και ρούφηξε κάθε λεπτομέρειά της, λες και από αυτή εξαρτιόταν η ύπαρξή τους όλη: το σκοτάδι, την υγρασία, το κρώξιμο μιας κουκουβάγιας κάπου κοντά, τις ανάσες των συντρόφων της, τον χτύπο της καρδιάς της κόρης της, συγχρονισμένο στην αγκαλιά της με τον δικό της. Κατέβασε το κεφάλι και προσπάθησε να ελέγξει την ξινίλα στο στόμα της, που ήρθε ορμητική και απρόσκλητη από το εδώ και μέρες άδειο στομάχι της. Πόσο αδύναμη και μικρή ένιωθε, πόσο ακατάλληλη για τον ρόλο που καλούνταν να υπηρετήσει, αυτόν της μάνας που όφειλε να προστατεύει τα μικρά της, πόσο αποτυχημένη!

Γύρισε την πλάτη της απότομα και άρχισε να περπατάει με βήμα ταχύ πίσω από τις άλλες τρεις γυναίκες που είχαν ήδη ξεκινήσει την πορεία τους προς τα ανατολικά, ξέροντας πως δεν είχε νόημα να περιμένουν. Δεν τους χαιρέτησε. Ούτε εκείνον, τον έρωτα της ζωής της, ούτε εκείνη, τη σάρκα και το αίμα της. Δεν είχε τη δύναμη. Δεν είχε τον τρόπο.

Πρέπει να κοντοστάθηκε για λίγο εκείνος εκεί, μαρμαρωμένος. Ένιωθε την παρουσία, το βλέμμα του να της καίει την πλάτη. Κι αυτή απομακρυνόταν. Με όσο πιο σταθερό βήμα μπορούσε, μη βλέποντας μπροστά της από τα δάκρυα που της θόλωναν τα μάτια. Πόσο ήθελε να τον ακούσει να τη φωνάζει να γυρίσει πίσω. Να την πάρει και πάλι αγκαλιά, να την καθησυχάσει πως όλα θα πάνε καλά, να νιώσει και τα δύο κορίτσια της ζεστά και τρυφερά πάνω στο στήθος της, να ξυπνήσει από τον παράλογο εφιάλτη που ζούσαν. Δεν τη φώναξε… Πώς θα μπορούσε άλλωστε; Συνέχισε να περπατάει και έπειτα από λίγο κατάλαβε πως κι εκείνος είχε γυρίσει πια την πλάτη του και είχε ξεκινήσει τη δική του πορεία. Αμφότεροι με ένα μωρό στην αγκαλιά. Αμφότεροι κατευθυνόμενοι προς την απελπισία και τον θάνατο. Η κατάληξη θα ήταν η ίδια, κι ας είχαν χαράξει διαφορετικές πορείες.

Ένιωθε τα πόδια της να λυγίζουν, την καρδιά της να σκίζεται στα δύο, ή μάλλον πιο σωστά στα τέσσερα. Γιατί τέσσερις ήταν οι ψυχές που χωρίζονταν απόψε, ψυχές που κανονικά ποτέ δε θα έπρεπε να απομακρυνθούν η μία από την άλλη. Τι είχε απομείνει όμως πια κανονικό σε τούτο τον κόσμο;

«Τίποτα!» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της. «Δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο!» συνέχισε κι ένα ειρωνικό χαμόγελο ενέτεινε την γκροτέσκα έκφραση στο αλλοιωμένο από τον πόνο πρόσωπό της.

Και τότε η σιγαλιά της νύχτας μάτωσε απότομα, όλη η πλάση θαρρείς πως πληγώθηκε από το κλάμα εκείνο, το διπλό. Οδυρμός εν χορώ. Απόλυτα συντονισμένος και προερχόμενος από πνευμόνια που μόλις είχαν αρχίσει να σχηματίζονται. Γιατί σαν συνεννοημένες, εκείνες, που δεν είχαν ακόμα καν χρονίσει και που ως τώρα υπέμεναν τα πάντα χωρίς να βγάζουν τσιμουδιά, με στωικότητα που θα ζήλευαν ακόμα και ενήλικοι, τώρα τα είχαν δώσει όλα και ούρλιαζαν σαν λαβωμένα ζώα.

Δεν προσπάθησε να σωπάσει το δικό της μωρό στην αγκαλιά, προφανώς ούτε κι εκείνος το άλλο. Επί ώρα πολλή τη στοίχειωναν οι λυγμοί τους, επί ώρα πολλή αγνοούσε τις συντρόφισσές της που την προέτρεπαν, στην αρχή τρομαγμένες και στη συνέχεια θυμωμένες, να ησυχάσει το μωρό, γιατί θα τις άκουγαν και τότε ούτε φίδι στον κόρφο τους… Δεν την ένοιαζε. Τα κορίτσια της δικαιούνταν να θρηνήσουν, να επικοινωνήσουν μεταξύ τους για μια τελευταία φορά, να αποχαιρετιστούν έστω και με αυτόν τον τρόπο. Γιατί, αν ένα πράγμα έτρεμε, αυτό ήταν τούτο: δε θα ξανασυναντιόνταν ποτέ. Σε αυτόν τον κόσμο. Ζωντανοί…

ΑΛΙΚΕΣ ΣΙΩΠΕΣ

Θεσσαλονίκη 1935.

Η Ηλέκτρα δεν έπρεπε να ερωτευτεί τον Δημήτρη. Ο Δημήτρης δεν έπρεπε να ερωτευτεί την Ηλέκτρα. Κι όμως, σε πείσμα των διαφορετικών κόσμων από τους οποίους προέρχονται, της αδυσώπητης δικτατορίας που ζυγώνει και του πολέμου που απλώνεται σαν μαύρο σύννεφο, ο έρωτας τους είναι κεραυνοβόλος, απόλυτος και συνάμα σαρωτικός. Σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν και το σκοτάδι έχει κυριαρχήσει στο φως, σε μια κοινωνία που αδερφός προδίδει και σκοτώνει αδερφό, σε μια πραγματικότητα που τα πάντα – ακόμα και η ίδια η σιωπή – καθορίζονται από την πολιτική απόχρωση που τους αποδίδεται, εκείνοι δεν διστάζουν να ακολουθήσουν τον μόνο δρόμο που μπορούν, εκείνον που προστάζει η ψυχή τους. Και μάλιστα με όποιο τίμημα, με κάθε κίνδυνο, με μόνη ελπίδα το όνειρο που κάποιοι τους αρνήθηκαν να ζήσουν. Άνθρωποι διχασμένοι, μεταμορφωμένοι σε σαρκοβόρα θεριά σε έναν κόσμο, μια χώρα, μια πόλη, μια οικογένεια που παραπαίει στη δίνη του πολέμου. Όχι μόνο του μεγάλου, αλλά κι εκείνου του άλλου: του πιο βρόμικου και ανίερου, του πιο σπαρακτικού και άδικου, του εμφυλίου.

Πόσες φορές μηδενίζει το ρολόι της ζωής; Πόσες φορές μπορεί να ξεκινήσει κανείς από την αρχή; Και πόσο “άλικο” μπορεί να είναι το παρελθόν, όταν εισβάλλει απρόσκλητο με τη μορφή τετράγωνων, κατακόκκινων φακέλων στο παρόν ανατρέποντας το μέλλον;

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!