Author Archives: Σόφη Θεοδωρίδου

About Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Η Σόφη Θεοδωρίδου αφηγείται την εθελοντική συμμετοχή των Δωδεκανήσιων στον πόλεμο του ’40 μέσα από ένα απόσπασμα του βιβλίου της ΡΟΔΑΝΘΟΣ

Αρπάχτηκε απ’ τα πέτα του σακακιού του. «Υποσχέσου μου πως θα μου γράφεις», του ζήτησε κι η σιγανή φωνή της ήταν γεμάτη ένταση. «Θα μου γράφεις σαν να μπορούσες να μου στείλεις τα γράμματα αυτά. Κι ότι θα μου τα παραδώσεις ο ίδιος, όταν θα τελειώσει ο πόλεμος και επιστρέψεις σ’ εμένα και στο νησί μας».

Της το υποσχέθηκε. Όσο περνούσε από το χέρι του τουλάχιστον, σκόπευε να κρατήσει και την υπόσχεσή του και τον όρκο που της είχε δώσει πως θα γυρίσει ζωντανός από τον πόλεμο. Γνώριζε εκείνη ότι ως θνητός ήταν ευάλωτος και ανίσχυρος και ότι ήταν αφημένος στα χέρια του Θεού όπως όλοι τους. Δε θα του το κρατούσε λοιπόν γινάτι, αναλογιζόταν μ’ ένα στυφό χαμόγελο, ενόσω σκαμπανέβαζαν στην ταραγμένη θάλασσα, στο σκάφος του Ροδίτη ψαρά που είχε αναλάβει να τους πάει στη Σύρο μες στο μαύρο σκοτάδι.

Εντάχθηκε στο Δωδεκανησιακό Σύνταγμα όπως και άλλοι Δωδεκανήσιοι νέοι ο Οδυσσέας. Ύστερα από ταχύρρυθμη εκπαίδευση στους στρατώνες του Χαϊδαρίου, στις αρχές του Δεκέμβρη, και μέσα σε κλίμα έντονης συγκίνησης ευλογήθηκε η σημαία του Συντάγματος και οι εθελοντές αναχώρησαν για τα σύνορα, έχοντας ως προσωρινό τους διοικητή τον Συμαίο Μάρκο Κλαδάκη.

Την επομένη ρίχνονταν στις μάχες που μαίνονταν στην Αλβανία. Το ήδη υψηλό φρόνημά τους ήρθαν κι ατσάλωσαν οι νίκες που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα – Άγιοι Σαράντα κι ύστερα από δυο μέρες Αργυρόκαστρο. Νίκες που απάλυναν τον πόνο του Οδυσσέα για τον χαμό των συντρόφων του, νίκες που στόλιζαν μ’ ένα χαμόγελο το αξύριστό του πρόσωπο τις νύχτες που πλάγιαζε ξοδιασμένος στο λασπωμένο χώμα του χαρακώματος, τυλιγμένος γερά στη χλαίνη του, τότε που αφηνόταν να αναλογιστεί τις χαρές που πρόσφεραν αυτές οι νίκες στους δικούς τους στο μακρινό πλέον γι’ αυτόν νησί του. Η τελευταία του σκέψη πάντα όμως πριν παραδοθεί στον ύπνο ήταν σ’ εκείνη, όπως του χαμογελούσε μέσα από τα δάκρυα που γέμιζαν τα μάτια της.

Στη Ρόδο τα νέα έφταναν αλλοιωμένα από την προπαγάνδα. Σύμφωνα με όσα μετέδιδε ο ραδιοφωνικός σταθμός, όλα έβαιναν καλώς για την Ιταλία. Αν δεν υπήρχαν τα ραδιόφωνα που μυστικά ήσαν συντονισμένα στο BBC, κάποια από τα οποία ανήκαν σε Ιταλούς παντρεμένους με Ελληνίδες όπως ο Φαμπρίτσιο, ίσως η προπαγάνδα τους να έπιανε. Όμως υπήρχαν. Το κουμπί στα υπόγεια που ήσαν κρυμμένα εκείνα τα ραδιόφωνα γύριζε όταν ερχόταν η Ώρα Ελλάδος και πληροφορούσαν τους κατόχους τους για τις θριαμβευτικές νίκες των Ελλήνων στην Αλβανία κι ότι είχε πάρει φαλάγγι τον ιταλικό στρατό ο ελληνικός, γεμίζοντας τις ψυχές τους αγαλλίαση.

Τα νέα αυτά μεταδίδονταν ταχύτατα σαν φλόγα από κερί σε κερί κι έκαναν τους Έλληνες, αντί να φουρκίζονται, να κρυφογελούν κάθε φορά που κάποιος Ιταλός τούς έλεγε με πίκα: «Θα σας τσακίσουμε! Θα σας λιώσουμε. Κι όταν μπούμε στην Αθήνα, δε θ’ αφήσουμε πέτρα πάνω στην πέτρα!»

Πόσο όμως μπορούσε να λειτουργήσει η ιταλική προπαγάνδα, όταν τους πρόδιδε η κατήφειά τους; Ακουγόταν μάλιστα ότι ο Ντε Βέκκι είχε τόσο οργιστεί με το στραπάτσο του ιταλικού στρατού που καταφερόταν αφρίζοντας κατά του Μουσολίνι, στολίζοντάς τον με λέξεις όπως Contadino, δηλαδή χωριάτη, χαρακτηρισμοί που ήταν φυσικό να φτάσουν κάποια στιγμή στη Ρώμη, να τον θέσουν υπό δυσμένεια και να σημάνει το τέλος του.

ΡΟΔΑΝΘΟΣ

Όταν η Σμαράγδα, στα τέλη του 1874, φτάνει από την Κωνσταντινούπολη στη Σύμη με το καράβι του ηλικιωμένου Μόσκοβου, δεν περιμένει ότι στο νησί με τα πολλά προνόμια και τους επιδέξιους σφουγγαράδες θα βρει την ευτυχία. Η ευτυχία αυτή, ωστόσο, θα σημαδευτεί από πολύχρονη ατεκνία, μέχρι τη μέρα που θα κλείσει στην αγκαλιά της τον πεντάχρονο ορφανό Γιοσίφ, που οι συμπατριώτες της θα αποκαλέσουν «το Αραπί», δυσκολεύοντας την ένταξή του στην προηγμένη για τα δεδομένα της εποχής κοινωνία τους.
Καθώς τα χρόνια περνούν, η Σμαράγδα θα βιώσει οδυνηρές απώλειες και μια βαριά προδοσία, που θα την υποχρεώσει να αφήσει τη Σύμη για τη Ρόδο λίγο πριν από την ανατολή του νέου αιώνα. Στη Ρόδο, όπου το χνότο του Οθωμανού είναι πιο αποπνικτικό, θα παρεισφρήσει στην ανδροκρατούμενη επιχειρηματική κοινότητα του νησιού με το άρωμά της, τον Ροδανθό. Κι ενώ η Τουρκοκρατία παραχωρεί τη θέση της στην Ιταλοκρατία και οι Έλληνες παλεύουν να διατηρήσουν την εθνική τους υπόσταση, η οικογένειά της θα προσπαθήσει να επιβιώσει μέσα στις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες που επιβάλλουν ο Μεγάλος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο ιταλικός φασισμός αλλά κι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Γερμανοκρατία και ο μεγάλος λιμός που μαστίζει άγρια τα Δωδεκάνησα στο ξεψύχισμα του πολέμου.


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Μια πρόσκληση από αγαπημένους φίλους να επισκεφθώ τη Ρόδο και η προσδοκία μιας ενδιαφέρουσας οικογενειακής ιστορίας, που αφορούσε το απώτερο παρελθόν, στάθηκε αιτία να γραφτεί ο «Ροδανθός».

Γνώριζα ελάχιστα για τα Δωδεκάνησα από προηγούμενη επίσκεψή μου στο νησί: ότι είχε κατακτηθεί στο παρελθόν από τους Ιωαννίτες ιππότες, από τους Οθωμανούς στη συνέχεια κι αργότερα απ’ τους Ιταλούς, στους οποίους οφείλονται και πολλά από τα μεγαλόπρεπα κτίσματα που κοσμούν τη Ρόδο, κυρίως, μα και άλλα νησιά. Αυτά ήταν όλα όσα γνώριζα, όπως πολλοί που δεν είμαστε ιστορικοί.

Δίστασα να αναλάβω την ευθύνη να αφηγηθώ μέσα απ’ την ιστορία των ηρώων μου τα βάσανα των Δωδεκανήσιων των τελευταίων δεκαετιών πριν την ένωσή τους με την Ελλάδα. Από την άλλη με συνάρπαζε η ιδέα. Στο μεταξύ, όμως, η οικογενειακή ιστορία που μου είχαν αφηγηθεί είχε αρχίσει να ξετυλίγει το κουβάρι της φαντασίας μου και να γεννά στο μυαλό μου τους ήρωες, μπλεγμένους όπως πάντα αξεδιάλυτα πλασματικούς και πραγματικούς. Ήταν λες κι είχαν αρχίσει να χορεύουν έναν παράξενο κι ενδιαφέροντα χορό, όπου υφαίνονταν αντάμα η Ιστορία με Ι κεφαλαίο κι η δική τους προσωπική ιστορία. Μια ιστορία που με ταξίδεψε από τη Σύμη των σφουγγαράδων την εποχή που τα σπογγαλιευτικά επέστρεφαν απ’ τη Μπαρμπαριά με τ’ αμπάρια τους φίσκα από σπόγγους, κουβαλώντας πλούτο στο νησί, στη Ρόδο. Έτσι θέλησα να το προσπαθήσω, μόλο που γνώριζα πως θα ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα. Ομολογώ ότι δε θα το αποτολμούσα, αν δεν είχα βοήθεια «εκ των έσω», από τους Ρόδιους φίλους μου, οι οποίοι, πέρα απ’ το ότι στάθηκαν υπεύθυνοι για το «τσίγκλισμα» της φαντασίας μου, με ξενάγησαν στη Ρόδο και στη Σύμη και με βοήθησαν στη συλλογή του υλικού που χρειάστηκε να μελετήσω.

Πρώτη στον νου μου ξεπήδησε η Σμαράγδα. Αυτή θα ήταν ο συνδετικός ιστός σε μια ιστορία που αποδείχθηκε με το ολοκλήρωμα του βιβλίου ότι διήρκεσε σχεδόν εβδομήντα πέντε χρόνια και διέτρεχε δύο αιώνες: το τελευταίο τέταρτο του 19ου και τα μισά σχεδόν του 20ού. Η ίδια, οι απόγονοί της κι όσοι κινούνταν γύρω τους με ταξίδεψαν απ’ την Κωνσταντινούπολη στη Σύμη κι από κει στην τουρκοκρατούμενη  Ρόδο, η οποία στη συνέχεια θα κατακτιούνταν από τους Ιταλούς και θα υπέφερε, όπως και όλα τα Δωδεκάνησα, τα πάνδεινα απ’ τη φασιστική Ιταλία. Ακολούθησαν στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου οι Γερμανοί κι αργότερα οι Άγγλοι, ως τη στιγμή που έγινε πραγματικότητα ο πιο τρανός πόθος των Δωδεκανησίων, ο καημός με τον οποίο είχαν κλείσει τα μάτια γενιές και γενιές: η ένωση με τη μάνα τους.

Όσοι από εσάς θα αφεθείτε να παρασυρθείτε από τους ήρωές μου, θα έχετε συντροφιά σε τούτο το ταξίδι στη Ρόδο και στη Σύμη, στην Πόλη αλλά και στη Μασσαλία, στο Παρίσι και στη Λόντρα εκτός από τη Σμαράγδα, τον Μόσκοβο, έναν επιβλητικό γέροντα, τη γυναίκα του, την αρχοντική και αυταρχική Αστραδενή, τον γιο τους τον Μιχάλη, ψηλό και γεροδεμένο σαν τον αρχαίο γενάρχη των Συμαίων Γλαύκο, τον Γιοσίφ το «Αραπί», τον ωραίο Λεωνίδα με τον έντονο πατριωτισμό, την εύθραυστη Πέρσα που θα αποδειχθεί όμως δυνατός χαρακτήρας, τον ερωτύλο Τέλη που τον βαραίνει ένας αδιέξοδος έρωτας, τον τούρκο Χασάν και τον Εβραίο Ακίμ, τον Κιμπάρογλου τον δικηγόρο, τα εγγόνια της Σμαράγδας και άλλους πολλούς ήρωες. Εύχομαι να είναι ένα ενδιαφέρον και συναρπαστικό ταξίδι, όπως το ένιωσα κι εγώ στη διάρκεια της συγγραφής, και να το απολαύσετε το ίδιο με μένα. Όπως πάντα, η κρίση για το αν άξιζε τούτο το ταξίδι ανήκει σ’ εσάς, αγαπημένοι μου φίλοι.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Όταν η Σμαράγδα, στα τέλη του 1874, φτάνει από την Κωνσταντινούπολη στη Σύμη με το καράβι του ηλικιωμένου Μόσκοβου, δεν περιμένει ότι στο νησί με τα πολλά προνόμια και τους επιδέξιους σφουγγαράδες θα βρει την ευτυχία. Η ευτυχία αυτή, ωστόσο, θα σημαδευτεί από πολύχρονη ατεκνία, μέχρι τη μέρα που θα κλείσει στην αγκαλιά της τον πεντάχρονο ορφανό Γιοσίφ, που οι συμπατριώτες της θα αποκαλέσουν «το Αραπί», δυσκολεύοντας την ένταξή του στην προηγμένη για τα δεδομένα της εποχής κοινωνία τους.
Καθώς τα χρόνια περνούν, η Σμαράγδα θα βιώσει οδυνηρές απώλειες και μια βαριά προδοσία, που θα την υποχρεώσει να αφήσει τη Σύμη για τη Ρόδο λίγο πριν από την ανατολή του νέου αιώνα. Στη Ρόδο, όπου το χνότο του Οθωμανού είναι πιο αποπνικτικό, θα παρεισφρήσει στην ανδροκρατούμενη επιχειρηματική κοινότητα του νησιού με το άρωμά της, τον Ροδανθό.

Κι ενώ η Τουρκοκρατία παραχωρεί τη θέση της στην Ιταλοκρατία και οι Έλληνες παλεύουν να διατηρήσουν την εθνική τους υπόσταση, η οικογένειά της θα προσπαθήσει να επιβιώσει μέσα στις εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες που επιβάλλουν ο Μεγάλος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή, ο ιταλικός φασισμός αλλά κι ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Γερμανοκρατία και ο μεγάλος λιμός που μαστίζει άγρια τα Δωδεκάνησα στο ξεψύχισμα του πολέμου.
Η ιστορία μιας οικογένειας στη Σύμη και στη Ρόδο, πολυκύμαντη και ταραχώδης σαν τη θάλασσα που περιβάλλει τα δύο νησιά, από τα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, με συνδετικό ιστό μια γυναικεία μορφή.


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Η συγγραφέας Σόφη Θεοδωρίδου γράφει ένα διήγημα, εμπνευσμένο από τον υποχρεωτικό εγκλεισμό στα σπίτια μας λόγω των μέτρων αντιμετώπισης του κορωνοϊού.

(περισσότερα…)


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Γράφει η συγγραφέας Σόφη Θεοδωρίδου.

Είμαι στο σπίτι κλεισμένη. Ακούω απ’ έξω τη βροχή να ραμφίζει σαν πουλί το τζάμι και σπεύδω στο παράθυρο. Ακουμπώ το μέτωπο στο τζάμι και κοιτώ έξω. Στέκομαι εκεί για ώρα, στέκομαι ώσπου παύει η βροχή κι ο άνεμος αρχίζει να σκορπά τα μουσκεμένα πέταλα της ανθισμένης κορομηλιάς στον κήπο. Για πόσο ακόμη θα είμαστε όλοι αναγκασμένοι να υποστούμε τούτον τον εγκλεισμό; αναρωτιέμαι κι ευθύς ο εαυτός μου με μαλώνει.

Μα τι, κι εσύ αντιδράς; μου λέει αυστηρά. Τι είναι λίγες εβδομάδες εγκλεισμού ή και μηνών, αν χρειαστεί, για να προστατεύσουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε και τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού; Δεν είναι ώρα να μεμψιμοιρούμε, είναι ώρα του καθενός από εμάς να επιδείξει ευθύνη απέναντι στο κοινωνικό σύνολο. Γιατί έστω κι αν κάποιος πιστεύει πως δεν κινδυνεύει ο ίδιος από τον ιό, μπορεί, λόγω της ανευθυνότητας που επιδεικνύει, να θέσει σε κίνδυνο κάποιους από τους αγαπημένους του.

Αντιλαμβάνομαι αμέσως το δίκιο της φωνής της λογικής. Επιβάλλεται όντως να μείνουμε σπίτι όσο χρειαστεί, ν’ ακούσουμε τους ειδικούς, να υπακούσουμε στις συμβουλές τους. Ας θυμηθούμε όλοι, επομένως, πόσο όμορφο είναι να μένεις σπίτι, να χαίρεσαι τη συντροφιά των αγαπημένων σου. Αν έχουμε μικρά παιδιά, είναι ευκαιρία να ασχοληθούμε μαζί τους, να διαβάσουμε τα αγαπημένα τους βιβλία, να παίξουμε συντροφιά διάφορα επιτραπέζια παιχνίδια και γενικώς να αναπληρώσουμε τον χρόνο που η καθημερινότητα μας υποχρέωνε να τους στερούμε. Αλλά κι εμείς οι ενήλικοι έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε όλα τα βιβλία που από καιρό επιθυμούσαμε, μα δικαιολογούμασταν στον εαυτό μας ότι δεν είχαμε χρόνο, να δούμε τις ταινίες που μας ενδιαφέρουν, να φροντίσουμε το σπίτι μας όπως δε μας το επέτρεπε η καθημερινή μας εργασία, να κάνουμε μια βόλτα με τον σύντροφό μας ή και τα κατοικίδιά μας, αν έχουμε, πάντοτε μακριά από τον συνωστισμό και άλλα πολλά. Ας μην ξεχάσουμε, τέλος, να κάνουμε ένα τηλέφωνο στους γνωστούς μας που βρίσκονται σε μεγάλη ηλικία και είναι μόνοι. Δυο λόγια παρηγοριάς είναι μια σημαντική επαφή γι’ αυτούς τους ανθρώπους.

Σημασία έχει να βγούμε νικητές από αυτόν τον ιδιότυπο πόλεμο. Και νικητές θα βγούμε μένοντας σπίτι και όχι επιδεικνύοντας ανευθυνότητα, ανωριμότητα και αναλγησία απέναντι στον συνάνθρωπό μας και στον ίδιο τον εαυτό μας.

Δες επίσης το ιστορικό μυθιστόρημα «Ο Γερμανός γιατρός»!

Με όπλο το νυστέρι του, ο Γερμανός γιατρός θα πολεμήσει μονάχα τους κοινούς ανθρώπινους εχθρούς, τον θάνατο και τον πόνο.


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ είναι ένα μυθιστόρημα που βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ωστόσο, και σ’ αυτό μου το βιβλίο, όπως σε αρκετά προηγούμενα, διατήρησα το δικαίωμα του συγγραφέα, και δη του μυθιστοριογράφου, να συμπληρώνει τα κενά με τη φαντασία του και να εμπλουτίσει το δημιούργημά του με ήρωες πλασματικούς, που όμως είναι βαθιά ρεαλιστικοί, μια και την πρώτη ύλη την προσφέρει η ίδια η ζωή. (περισσότερα…)


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Οι Τούρκοι τον λένε Κιζίλ Ιρμάκ, που σημαίνει Κόκκινος Ποταμός. Οι Έλληνες, πάλι, τον λένε Άλυ, ονομασία που συναντάται στον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα και άλλους και σημαίνει αρμυροπόταμος. Και τα δύο ονόματα ταιριαστά, μια και ο ποταμός έχει αρμυρή γεύση και χρώμα κόκκινο, καθώς πηγάζει από έδαφος με κόκκινο χρώμα με αποθέματα ορυκτού αλατιού. (περισσότερα…)


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.

Αρχές του Μάρτη ένα νέο βιβλίο μου θα βρίσκεται στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αγαπημένοι μου φίλοι, να σας ταξιδέψει σε εποχές πιο πρόσφατες αυτή τη φορά. Τίτλος του «Τα χρόνια της χαμένης αθωότητας». Εμπνεύστηκα την αρχή του από ένα περιστατικό που ακουμπά σε αληθινό, ενώ και σ’ όλη τη διάρκεια της συγγραφής ιστορίες παρμένες από την ίδια τη ζωή ήρθαν να με στηρίξουν, υφαίνοντας και πάλι ταυτόχρονα με τη φαντασία το νέο αυτό έργο, διανθισμένο με τις αγαπημένες μου ιστορικές πινελιές. (περισσότερα…)


The Author

Σόφη Θεοδωρίδου

Η ΣΟΦΗ ΘΕΟΔΩΡΙΔΟΥ κατάγεται από την Αλμωπία, μια μικρή επαρχία του Νομού Πέλλας. Σπούδασε νηπιαγωγός στη Θεσσαλονίκη κι εγκαταστάθηκε κατόπιν στην περιοχή καταγωγής της, όπου διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά της. Λατρεύει τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, και πιστεύει πως η αγάπη της για την τελευταία την οδήγησε τελικά στη συγγραφή.