Author Archives: Μένιος Σακελλαρόπουλος

About Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

Πέρασαν μήνες ολόκληροι και το μυαλό μου δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από το Πικρό γάλα, αφού η συγκλονιστική ιστορία του Φώτη Ραπακούση κυκλοφορούσε στο αίμα μου, είχε καταλάβει κάθε κύτταρό μου, με είχε σημαδέψει.

Και με είχε προειδοποιήσει γι’ αυτό ο (υπέροχος) Στέφανος Δάνδολος, λέγοντάς μου ότι υπάρχουν κάποια βιβλία που μας χαράζουν ανεξίτηλα.

Νόμιζα ότι δε θα καταφέρω να γράψω σύντομα, ήταν τεράστιο το βάρος της προηγούμενης ιστορίας. Αυτό σκεφτόμουν ένα βράδυ, πίνοντας ένα ποτό μπροστά σε μια θάλασσα αφρισμένη, ανάστατη, έτοιμη να ξεσπάσει. Ένιωθα ότι μου μιλάει. Σαν να έβγαζε ένα παράπονο, έναν λυγμό που καταλάγιαζε στα βράχια.

Ερχόταν στον νου μου η ανατριχιαστική μελωδία του Σταμάτη Σπανουδάκη από τα Πέτρινα χρόνια, αγίασμα στην ψυχή μου το κλαρίνο του Βασίλη Σαλέα, κι ας μου έφερνε δάκρυα.

Τα πέτρινα χρόνια του Φώτη, η σκληρή πάλη του ανθρώπου να σταθεί στα πόδια του, να επιβιώσει, να νικήσει τη μοίρα του.

Η μοίρα είναι παντού, ορατή και αόρατη, φθαρμένη και άφθαρτη, ξέπνοη και θυμωμένη, ορμητική ή συμβιβασμένη, εφησυχασμένη ή φουριόζα, δυνατή ή παραιτημένη.

Ήρθε κι εκείνο το βράδυ των σκέψεων μπροστά στη θάλασσα. Μπροστά μου και εντός μου. Αναπάντεχα, όπως συμβαίνει συχνά.

Γιατί ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, ο Άρης, γνωστός αλλά και άγνωστος σ’ εμένα ως τότε, είχε διάθεση για κουβέντα, σαν να τον πίεζε κάτι στα εσώψυχά του.

Ήθελε να κεράσει και να μιλήσει, να βρίσει τη θάλασσα και τον άνεμο που έδιωχνε τους πελάτες.

Η μια κουβέντα έφερε την άλλη, έτσι γίνεται πάντα, έτσι θα γίνεται «εις τους αιώνας», γιατί αυτή είναι η φύση του ανθρώπου.

Κι όταν εκείνος μαλάκωσε μαζί με το κύμα, ξετύλιξε μπροστά μου άλλη μια δυνατή ιστορία, απ’ αυτές που κάνουν την ψυχή να σπρώχνει δάκρυα προς τα έξω. Πόνου, λύτρωσης, πότε το ’να, πότε τ’ άλλο. Να παίζουν μπουνιές και μετά να σφιχταγκαλιάζονται, το αλισβερίσι της ζωής.

Οι άνθρωποι έχουν ανάγκη κάποιες φορές να εξομολογούνται. Έτσι φεύγει ο ατμός από το καπάκι του μυαλού κι ηρεμεί λίγο η ψυχή.

Τον άκουγα προσεκτικά. Έχει σημασία να ξέρεις να ακούς. Το επόμενο ποτό τον έλυσε εντελώς.

«Ήμουν κακός γιος γιατί μ’ έφαγε η σκληράδα μου, η ανυποχώρητη τρέλα στο μυαλό μου, η σκέψη μου ότι μπορώ να νικήσω τα πάντα, ακόμα και τον πατέρα μου στις κόντρες μας. Το μετανιώνω κάθε μέρα, το σκυλομετανιώνω δηλαδή. Ότι άφησα τον εγωισμό να διαλύσει τα πάντα. Εκείνος είχε δώσει την ψυχή του σ’ εμένα κι εγώ τον είχα παρατημένο. Σαν να ήθελα να τον τιμωρήσω. Κι έπρεπε να τον δω πεθαμένο για να καταλάβω. Ο βλάκας! Μόνο όταν χάνουμε κάποιον καταλαβαίνουμε. Γιατί είμαστε έτσι;»

Τα λόγια του ακούγονταν σαν λυγμός, καταιγίδα η συνειδητοποίηση ότι η ζωή περνάει και χάνεται και μένουν μόνο θύμησες που άλλοτε γλυκαίνουν κι άλλοτε πικραίνουν πολύ.

Μου είπε για τη συντριβή του στο γηροκομείο, εκεί όπου ήταν παρατημένος ο Αργύρης, ξερό, πεσμένο φυλλαράκι, έρμαιο.

«Αλλά όταν τους έχουμε, αδιαφορούμε, βρίζουμε μέσα μας. Κι έξω μας καμιά φορά. Πόσο σοφός αυτός που είπε ότι σκοτώνουμε τα άλογα όταν γεράσουν. Γιατί πολλοί το κάνουμε…»

Μου είπε και για τα γράμματα του πατέρα του που βρήκε στο γηροκομείο όταν εκείνος πέθανε. Κι είχε φροντίσει να πληρώσει την κηδεία του για να μη φορτώσει τον ίδιο. Εκεί τα δάκρυά του δραπέτευσαν.

Είχε πόνο και οργή. Για τον εαυτό του. Κι η πέτρα που πέταξε πρέπει να έφτασε στη Ρούμελη!

Δεν είχα να κάνω πολλά πράγματα. Μόνο να ακούσω τον εσωτερικό του λυγμό, να τον καταγράψω, ν’ αφήσω την ιστορία να τα πει όλα. Ή μάλλον όχι όλα.

«Σε παρακαλώ, μη βάλεις το κανονικό μας επίθετο. Όχι τόσο για μένα, για εκείνον. Δε χρειάζεται να μάθει όλο το Σώμα πόσο υπέφερε μέσα του. Πόσο τον φαρμάκωσα…»

Φαρμάκης λοιπόν, γιατί η ζωή δίνει πολλά τέτοια.

Ήθελε να διώξει το φαρμάκι, του πλάκωνε την ψυχή και του έκοβε την ανάσα. Κι εκεί που στην αρχή έβριζε τη θάλασσα και το κύμα της, μετά ένιωθε αγαλλίαση με τις σταγόνες της στο σκληρό του πρόσωπο. Η καρδιά είχε πια μαλακώσει από το δάκρυ και την αρμύρα.

«Και τώρα τι; Σφιχτές αγκαλιές στον γιο μου, τον Άλεξ, για να καταλάβει ότι μόνο η αγάπη τα νικάει όλα. Και πρώτα η αγάπη του σπιτιού, από κει ξεκινάνε όλα…»

Δυνάμωνε μέσα μου ο ήχος του Σαλέα κι ένιωσα ανακούφιση που από μικρός πήρα κι έδωσα αγάπη στο σπίτι μου. Να ’ναι τύχη; Μπορεί. Αλλά έτσι πρέπει να είναι.

Κι ο Άρης; Μέσα σε κλάματα κι ομιλίες συνάντησε το κενό του. Αυτό παλεύει να γεμίσει. Οι κουβέντες κι οι εξομολογήσεις μικραίνουν τα κενά. Ποτέ μια βροχή δεν κρατάει για πάντα…

Ανταμώσαμε κάμποσες φορές για να τον πείσω ότι αξίζει να διαβαστεί η ιστορία του, που είναι μήνυμα για πολλούς.

Και την τελευταία φορά, μου έφερε με καμάρι το κράνος του πατέρα του αλλά και το κουτί με τα γράμματα, «ιερά κειμήλια για μένα, δυνατά φώτα στο μυαλό μου…».

Ο βράχος μέσα του είχε λειανθεί. Γιατί λέγοντας την ιστορία, μαλάκωσε κι ο ίδιος, δίχως όμως να διώξει το παράπονο.

«Ας τον είχα κι ας μην υπήρχε ούτε δεκάρα στο παντελόνι μου. Και ξέρεις τι κατάλαβα μεγαλώνοντας; Πως χρειάζεται να μετανιώνει κανείς κάποιες φορές. Μετά ίσως να είναι πολύ αργά…»

Όταν ξεκίνησα το γράψιμο, είχα δίπλα μου μια φωτογραφία του Αργύρη και μια σέλφι με τον Άρη, εκεί στο μαγαζί. Κι ήταν σαν να τον άκουγα να ψιθυρίζει: Στα λιμάνια των φάρων οι ριπές, ανάψανε φωτιές, αχ, μην κλαις…

Έκλαιγαν τόσο γλυκά οι ουρανόσταλτες μελωδίες της Ευανθίας Ρεμπούτσικα και μου έκαναν συντροφιά όλο τον καιρό της συγγραφής. Με την πρώτη ευκαιρία, θα δώσω στον Άρη ένα cd της για να το βάζει στο μαγαζί. Θα μαλακώσουν τον βράχο του.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Γιε μου,
Πονάει η ψυχή μου τώρα που σου γράφω ξεχασμένος σε ένα καταθλιπτικό δωμάτιο ενός γηροκομείου, αποκομμένος από όλους. Πιο πολύ όμως υποφέρω που δε σε βλέπω. Ξέρω, έχεις τις δουλειές σου και τα τρεχάματά σου, αλλά η μοναξιά πληγώνει πολύ, δεν αντέχεται. Και τι δε θα έδινα για να σε δω! Κι ο χρόνος μου δεν είναι πια πολύς. Μακάρι να είναι όλα καλά στη ζωή σου και να είσαι χαρούμενος και ευτυχισμένος.
Σε σκέφτομαι και σ’ αγαπώ πολύ,
ο πατέρας σου

Ο συνταξιούχος πυροσβέστης Αργύρης Φαρμάκης, τσακισμένος από τη ζωή. Ο γιος του Άρης, με ροπή σε κάθε είδους μπλέξιμο. Τους χωρίζει άβυσσος. Τους ενώνει όμως μια συγκλονιστική εξέλιξη, μέσα από δεκαέξι σπαρακτικά γράμματα.
Μια αληθινή ιστορία πατέρα και γιου που βουτάει ως τα τρίσβαθα της ψυχής και φέρνει δάκρυα στα μάτια…


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

Γράφει ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μένιος Σακελλαρόπουλος.

Στην αρχή, όταν πια κατάλαβα ότι ο εγκλεισμός στο σπίτι δεν είναι μόνο ανάγκη αλλά και υποχρέωση, έπαθα ένα μεγάλο σοκ, όπως όταν πρωτοείδα τη Σιωπή των αμνών· μια ανατριχίλα! Σκέφτηκα ότι ο Μπίλι Χέιζ στο Εξπρές του Μεσονυκτίου ίσως και να είχε λιγότερη αγωνία! Μια χαρά παρέα τού έκανε ο τρελούτσικος Ρίφκι στο κελί. (περισσότερα…)


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

Κατά τον Κικέρωνα, «εκείνον που θέλει, οι Μοίρες τον οδηγούν, εκείνον που δε θέλει, τον σύρουν». Κατά τον Ηράκλειτο, «τα πάντα γίνονται καθ’ ειμαρμένην», την κυρίαρχη των Μοιρών. Κατά τον απλό λαό, «όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο και κανένας δεν μπορεί να τ’ αποφύγει». Μοίρα καλή λοιπόν, πιθανότατα η Λάχεσις, με έσπρωξε πριν από λίγους μήνες στα Γιάννενα, προσκεκλημένο σε ένα σημαντικό Ψυχιατρικό Συνέδριο.

Αγνόησα το εντυπωσιακό δείπνο που μας παρέθεσαν οι διοργανωτές εξαιτίας μιας ακατανίκητης επιθυμίας να επισκεφθώ το Μουσείο του Αλή Πασά στο Νησάκι. Είχα να πάω από έφηβος. Έχασα τις υπέροχες καραβίδες και την αστακομακαρονάδα, αλλά βρήκα ένα συγκλονιστικό μουσείο που με άφησε άφωνο. Κι εκεί, μπροστά στο αδιανόητης ομορφιάς καριοφίλι του Αλή Πασά, μοναδικό κειμήλιο ανεκτίμητης αξίας, σκέφτηκα ότι οι ιδιώτες –γιατί ιδιωτικό είναι το μουσείο– κάνουν θαύματα, βάζοντας όλη την ψυχή τους. Δυο ολόκληρες ώρες έμεινα εκεί τυλιγμένος με το πέπλο της Ιστορίας, που δε μιλούσε, αλλά απήγγειλε, τραγουδούσε, υμνούσε.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, θεώρησα χρέος τιμής να γράψω ένα κείμενο για το μουσείο. Την πάσα αλήθεια είπα (έγραψα):

«Πόσο ακριβή είναι η Ιστορία, πόσο δυνατή φωνή έχει, πόσα δίνει (και δείχνει) απλόχερα. Καμιά φορά πονάει και η ίδια όταν εκτοπίζεται, όταν θάβεται σε υπόγεια, όταν κλείνεται σε μπαούλα, όταν κυκλώνεται από τη μούχλα, όταν αντιμετωπίζεται με ασέβεια.

»Γι’ αυτό και ένιωσα τεράστια έκπληξη όταν είδα το Μουσείο του Αλή Πασά και της επαναστατικής περιόδου στο Νησάκι στα Γιάννενα, έργο τέχνης από μόνο του, ένα ποίημα της Ιστορίας για την Ιστορία. Για την ακρίβεια, έτριβα τα μάτια μου εκεί στα κελιά της Μονής Παντελεήμονα, που ναι, μυρίζει Ιστορία, δόξα και αίμα· εκεί σκότωσαν οι Τούρκοι τον Αλή Πασά, εκεί πόνεσε κι έκλαψε η όμορφη τελευταία γυναίκα του, η Βασιλική Κονταξή, εκεί σπάραξε η κυρα-Φροσύνη μέχρι να την πνίξουν στη λίμνη (11 Ιανουαρίου 1801) γιατί ήταν “ζωηρό” κορίτσι και απάτησε τον άντρα της.

»Οι επισκέπτες έμειναν όλοι με το στόμα ανοιχτό όταν πληροφορήθηκαν ότι ένας ιδιώτης, πρώην φούρναρης για σαράντα χρόνια, ήταν υπεύθυνος γι’ αυτό το θαύμα. Εκείνος –ο Φώτης Ραπακούσης– το έστησε από το μηδέν, ξόδεψε την περιουσία του για να αγοράσει σε δημοπρασίες τα πολύτιμα αντικείμενα εκείνης της περιόδου, εκείνος οραματίστηκε αυτό το μουσείο για τους Γιαννιώτες, τους υπόλοιπους Ηπειρώτες και όλους τους Έλληνες, εκείνος πληρώνει ενοίκιο στη μητρόπολη και στον δήμο, εκείνος ανέλαβε να φωτίσει την Ιστορία. Τα κειμήλια; Δε μιλάνε απλώς, ουρλιάζουν…»

Αυτός ήταν ο πρόλογος του κειμένου. Ελάχιστη ώρα μετά τη δημοσίευση, ο κύριος στην άλλη άκρη της γραμμής σχεδόν έκλαιγε σε κάθε «ευχαριστώ» του.

«Με έχετε συγκινήσει τόσο πολύ, τρέμω!» μου είπε ο ιδιοκτήτης του μουσείου, ο Φώτης Ραπακούσης, ένας άνθρωπος που μιλούσε με την ψυχή του, όπως ακριβώς και το μουσείο.

Ξεκίνησε να μου στέλνει στο facebook διάφορα νέα αποκτήματα του μουσείου του, μέχρι που ένα μεσημέρι έστειλε ένα κείμενο που με συγκλόνισε και με έκανε να παρατήσω τη δουλειά μου στη μέση.

Διατηρώ αυτούσιο το κείμενο του Φώτη, με την ορθογραφία, τη στίξη και το συντακτικό του γράφοντος:

«Θα σας εξομολογηθώ κάτι σήμερα, που το είχα για 50 ολόκληρα χρόνια κρυμμένο βαθιά στην ψυχή μου. Στην περιπέτεια της ζωής μου από τα 6 μου χρόνια στα ιδρύματα (4 ορφανοτροφεία) Το πρώτο που με πήγαν ήταν το ορφανοτροφείο Ζηρού Φιλιππιάδος από 6 μου χρόνια μέχρι τα 12. Είναι εκείνα τα χρόνια που στην παιδική ηλικία, πολλά γεγονότα σημαδεύουν ανεξίτηλα την ψυχή και το μυαλό ενός παιδιού, και το ακολουθούν για πάντα σε όλοι του τη ζωή. Είναι αλήθεια ότι πολλές φορές δεν ήθελα να θυμάμαι τίποτα, και προσπαθούσα να κλείσω της πληγές της ψυχής μου από την πολύ πικρή και τραυματική αυτή εμπειρία, έδιωχνα κάθε σκέψη που ερχόταν στο μυαλό μου, δεν ήθελα να θυμάμαι… μάλιστα κάθε φορά που μετά από χρόνια περνούσα με την οικογένεια μου από τον δρόμο πηγαίνοντας για την Πρέβεζα, γύριζα το βλέμμα μου αλλού, γιατί δεν ήθελα να βλέπω ούτε την πύλη που οδηγούσε προς τα εκεί, είναι εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι…. Η σύζυγος μου αργότερα ,πάντοτε μου έλεγε, και με πίεζε να πάμε, να της δείξω το μέρος που μεγάλωσα, είχε ακούσει ότι ήταν όμορφο μέρος, και είχε και λίμνη, (μια ομορφιά που εγώ δεν ήθελα να θυμάμαι) εγώ όμως δεν ήθελα. Εγώ το μόνο που ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΗΤΑΝ ΤΟΝ ΝΙΟΝΙΟ τον παιδικό μου φίλο, που μοιραζόμασταν τα πάντα όλα αυτά τα χρόνια, της αγωνίες μας αν έρθει κάποιος για να μας επισκεφτεί, αν λάβουμε κανένα γραμμα, και ίσως και κάποιο μικρό δέμα με λίγες καραμέλες σε σπάνιες περιπτώσεις, αν θα μας πιάσουν να κάνουμε αταξίες! και πόσο ξύλο!! θα φάμε, (ήταν το μοναδικό μέσο σωφρονισμού) ποιες θα είναι συνέπειες αν θα την κοπανίσουμε για την ελευθερία!! (αλήθεια και που να πηγαίναμε;) κ.τ.λ. Τελικά μετά από πολλά χρόνια δέχτηκα και πήγα στο Ζηρό να δείξω στην οικογένειά μου….. Σήμερα θα σας πω μια ιστορία από καρδιάς, που δεν έχει να κάνει με το πως βίωσα εγώ όλο αυτό, αλά έχει να κάνει με την αναζήτηση όλα αυτά τα χρόνια του φίλου μου του ΔΙΟΝΥΣΗ (Νιόνιου) ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ, θυμηθείτε το επώνυμο…. Δεν τον ξέχασα ΠΟΤΕ! και πάντοτε αναρωτιόμουν που να βρίσκετε; πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια που περάσαν τον αναζητούσα, ζητώντας από τον Ο.Τ.Ε. κάποιο τηλ, μάταια όμως, έβρισκα άλλους με αυτό το όνομα που δεν είχαν σχέση με ιδρύματα. Αργότερα ρωτώντας άλλους που πέρασαν και αυτοί από το ορφανοτροφείο, τίποτε! Αργότερα έψαξα στο ιντερνέτ και στο φβ. ΤΙΠΟΤΕ! Σκοτάδι, το ήθελα πολύ, ήθελα να τον βρω, ήταν το ΜΟΝΟ! που ήθελα να θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Δεν ήξερα πολλά, μόνο το όνομα, και το επώνυμο!! (αναστασόπουλος) και ότι ήταν κάπου από τον Πύργο Ηλείας, (θυμαμε τον παπου του που του έφερε ένα καλαθάκι με σταφύλια που τα μοιραστήκαμε) και το ότι μετά από το δημοτικό, η δρόμοι μας χώρισαν, αυτός για το ορφανοτροφείο του βόλου για γυμνάσιο, (τα έπαιρνε τα γράμματα) και εγώ για το Ληξούρι Κεφαλλονιάς για να μάθω κάποια τέχνη. Από τότε περάσαν 50 χρόνια.. είχα απογοητευτεί… μέχρι που πριν από μερικές μέρες μου λέει στο τηλ, ο αδελφός μου Σπύρος, ‘Φώτη ψάχνοντας κάτι παλιά κιβώτια βρήκα κάτι οικογενειακά πράγματα του πάτερα μας από το χωριό, και μια ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΣΟΥ ΜΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ! Μου τα έστειλε, τα μάτια μου έκπληκτα καρφώθηκαν στο παιδί που ήταν μαζί μου στην φωτογραφία ΗΤΑΝ Ο ΝΙΟΝΙΟΣ Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ! Το ενδιαφέρων μου αναζωπυρώθηκε, άρχισα πάλη με μανία να ψάχνω, αυτή την φορά επιστράτευσα και τον γιο μου για να με βοηθήσει να βρω τον Αναστασόπουλο!! ΤΙΠΟΤΕ…. ΣΚΟΤΑΔΙ.. δεν υπάρχει κάποιος με αυτό το όνομα ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ που να μεγάλωσε στο ορφανοτροφείο του Ζηρού. Περάσαν μερικές μέρες και απογοητευμένος πια κοιτώντας την φωτογραφία.. μου ΠΕΦΤΕΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ΑΝΑΠΟΔΑ!! σκύβω να την πάρω και τη βλέπω???? ΕΙΧΕ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΜΑΣ!!! Φώτιος Ραπακούσης και Διονύσης ΑΝΑΣΤΟΠΟΥΛΟΣ!!!!!!!!! ΚΑΙ ΟΧΙ Αναστασόπουλος που έψαχνα εγώ για 40 ολόκληρα χρόνια !!! Ξανά από την αρχή. Ψάξιμο με το σωστό όνομα αυτή την φορά…»

Είχα μείνει άναυδος και διάβαζα κλαίγοντας τη συνέχεια, εκεί στο σημείο της αποκάλυψης.

«Παρακαλώ… μου λέει μια ευγενική φωνή, συγνώμη λέω… ψάχνω κάτι και θα ήθελα να σας ρωτήσω αν είστε περίπου 62 χρόνων; ΝΑΙ μου λέει, η καρδιά μου πάει να σπάσει… τώρα η κρίσιμη ερώτηση, έχετε μεγαλώσει σε ορφανοτροφεία; ΝΑΙ μου λέει, σε ποιο των ρωτάω; γεμάτος αγωνία νιώθοντας ότι είμαι κοντά.. στο Βόλο μου λέει, και πιο πριν; τον ρωτάω τρέμοντας. ΣΤΟ ΖΗΡΟ ΜΟΥ ΛΕΕΙ!!!! ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ. ΤΟΝ ΒΡΗΚΑ. Με λόγια γεμάτα συγκίνησης του λέω.. σε βρήκα φίλε, άσε με λίγο να συνέλθω, και θα σε πάρω σε λίγο. Ήθελα να πιω λίγο νερό να συνέλθω. Μετά από 5 λεπτά τον ξανά κάλεσα, του λέω πόσα χρονια τον ψάχνω, είμαι πολύ συγκινημένος, αυτός να με ρωτάει για το επίθετο μου, και εγώ να μη του λέω! ήθελα να ξέρω, αν αυτός θα με θυμάται.. Πες μου αν θυμάσαι κάποιον από τότε του λέω. Δεν θέλω να θυμάμαι ΤΙΠΟΤΕ μου λέει, πέρασα πολύ άσχημα και θέλω να ξεχάσω! Εγώ επιμένω, δεν θυμάσαι κανέναν που να ήσασταν αχώριστοι; κάποιον που παίζατε μαζί μπάλα και να περνάγατε μαζί πολλές ώρες κάθε μέρα, κάποιον που να μοιραζόσασταν τα πάντα; Μόνο έναν θυμάμαι μου απαντά, αλά δυσκολεύουμαι να στο πω, γιατί αν δεν είσαι εσύ, και σου πω ένα άλλο όνομα, τότε θα στεναχωρηθείς! πες μου του λέω, θα το αντέξω! έχω περάσει πολλά στη ζωή μου. ΕΝΑΝ ΡΑΠΑΚΟΥΣΗ θέλω μόνο να θυμάμαι, που ήταν και αδελφός μου! (μου θύμισε ότι είχαμε κάνη την τελετή! και γίναμε αδέλφια) πες μου με ρωτάει με αγωνία, εσύ είσαι; ΝΑΙ του λέω εγώ είμαι. Τα έχει χάση, γεμάτος συγκίνηση, δυσκολεύετε να μιλήσει, πρέπει να βρεθούμε. Τον ρωτάω που ζει, στην Αθήνα μου λέει με τρεμάμενη φωνή και αυτός. Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΕΓΙΝΕ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 3 ΜΕΡΕΣ. Στο ξενοδοχείο όπου μέναμε. Η Σύζυγος μου χαρούμενη και αυτή, με την φωτογραφική μηχανή στο χέρι έτοιμη, να αποθανατίσει την μεγάλη στιγμή. Του έδειξα την φωτογραφία… έχει χάση τα λόγια του, θέλει να πει πολλά, θα έχουμε τον χρόνο. Η επιθυμία μου τόσον χρόνον εκπληρώθηκε!!!»

Με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα. Ήπια ένα ποτήρι παγωμένο νερό και τον κάλεσα στο τηλέφωνο. Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη μου κουβέντα: «Ρε φίλε, εσύ είσαι βιβλίο, και μάλιστα πολυσέλιδο!».

Ε, αυτό το βιβλίο κρατάτε στα χέρια σας!

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Το νήμα της ζωής, τυλιγμένο με αγκάθια και πόνο, ενώνει απρόσμενα δυο πιτσιρίκια σε μια από τις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης, τον Ζηρό. Ο Φώτης κι ο Διονύσης περνάνε μαζί με την Ελλάδα τον δικό τους Γολγοθά. Δυο τρομοκρατημένες παιδικές ψυχές γνωρίζουν σκληρούς επιτηρητές και ομαδάρχες, μακριά από την αγκαλιά και την ασφάλεια της μάνας. Γίνονται σταυραδέλφια και προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Ο Φώτης μετατρέπεται σε αγρίμι κι η ζωή του σημαδεύεται από αποδράσεις, μετέωρες σκέψεις, αγάπη και μίσος για τη μάνα του, αμφισβήτηση της ίδιας της ζωής. Όλα στην κόψη του ξυραφιού, δίπλα στη λίμνη της κυρα-Φροσύνης. Τα δυο παιδιά χάνονται μέσα στον χρόνο. Η ζωή δεν έχει πει την τελευταία λέξη…

Ένα μοναδικό ταξίδι στην Ιστορία της Ελλάδας, στα χρόνια της βασιλείας, της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης. Μια αληθινή σπαρακτική ιστορία, μέσα από τα μάτια του αγριμιού της Ηπείρου, που συγκλονίζει και τον πιο ψυχρό αναγνώστη.

Είμαι ευτυχής που έφτασα σ’ αυτό το βιβλίο, δέκατο έκτο στη σειρά, διαφορετικό όμως από κάθε προηγούμενο.

Τελικά έχει δίκιο το τραγούδι. Η ιστορία με βρήκε, δεν τη βρήκα!

 

Στο πεπρωμένο σου να δίνεις σημασία

και να προσέχεις πώς βαδίζεις στη ζωή

όταν κοιμάσαι άλλος γράφει ιστορία

και κάποιος παίζει τη δική σου την ψυχή…

Ο Φώτης θα έλεγε ότι… «από παιδί στον ύπνο μου έβλεπα φωτιές», κι ύστερα θα τραγουδούσε: Καίγομαι και σιγολιώνω…

Έχει πλέον εγγόνι –από τον Δημήτρη του– για να το κάνει…

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

«Ήτανε μια φορά, μάτια μου…» όπως έψαλλε κάποτε ο αρχάγγελος της Κρήτης, ο Νίκος Ξυλούρης, κάνοντας τους στίχους του Κώστα Φέρρη να δακρύζουν και να χορεύουν σαν εκστασιασμένες νεράιδες…

Μόλις είχαν κυκλοφορήσει τα Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι, κι εκεί που είχε ζεσταθεί και φωτιστεί η ψυχή μου, ήρθαν η παγωνιά και το σκοτάδι εξαιτίας μιας τρομερής επαγγελματικής μου περιπέτειας που προκάλεσε ανοιχτές πληγές κι αιμορραγία.

Είναι δύσκολο –τραγικό δηλαδή– σε κάθε άνθρωπο να του βγάζουν ξαφνικά την πρίζα και να νιώθει τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του βλέποντας χάος αμέτρητο.

«Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει…» ήταν το σμίλεμα του θείου Μάνου (Ελευθερίου), που την ίδια χρονιά (1974) έγραψε αυτό που ένιωσα σαράντα (και) χρόνια αργότερα: «Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες…»

Πορευόμουν ανάμεσα σε συμπληγάδες, μαστιγωμένος, όπως κι εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι, αφού η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει.

Κι η πρώτη σκέψη εκεί, στα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα, ήταν ότι έπρεπε να γυρίσει από την Πάτρα ο γιος μου, ο Γιώργος, που είχε ξεκινήσει το τρίτο έτος στο Μαθηματικό.

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμόνευε, και πίεζε ασφυκτικά, αφού όπως λένε κι οι… διεθνείς, το concept δεν έβγαινε.

Κι έτρεχε το φαρμάκι, αφού αυτός ο εφιάλτης μου είχε ήδη συμβεί σε αρκετούς φίλους μου, που μάζεψαν τα παιδιά τους από τα πανεπιστήμια. Άλλοι πάλι δεν κατάφεραν να τα στείλουν καν σε άλλη πόλη. Ναι, εφιαλτικό…

Εκείνη τη νύχτα, με το «ρολόι σταματημένο και ρημαγμένο σ’ άδειο σπιτικό», εκεί που έκανα τον λογιστή στο μπαλκόνι μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα έπειτα από καιρό, μου ήρθε στο μυαλό η ιστορία του βιβλίου αυτού και σφίχτηκε το στομάχι μου.

Ξέρω πολλούς Μανόληδες που έχασαν τη δουλειά τους σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς, που έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι, βυθισμένοι σε ένα βαθύ σκοτάδι. Ξέρω μανάδες που έφτυσαν αίμα για να τελειώσουν τα παιδιά τους τις σπουδές, που έγδαραν τα νύχια τους για να τα φέρουν βόλτα. Ξέρω όμως και παιδιά που πάλεψαν σαν θηρία για να τα καταφέρουν, για ν’ αναστήσουν τα όνειρά τους, για να κρατήσουν αναμμένο το κερί της ελπίδας. Παιδιά που σπούδασαν δουλεύοντας, που ακόνισαν ακόμα περισσότερο το μυαλό και την ψυχή τους, που γαντζώθηκαν στα πτερύγια του καρχαρία. Δεν ήταν, ούτε είναι εύκολο.

Έτσι ξεκίνησε τούτο το βιβλίο, μέσα σε ζοφερές σκέψεις, που θέριευαν ώρα με την ώρα. Το χάραμα –πικροχάραμα– η ιδέα είχε ολοκληρωθεί στο μυαλό μου. Τη συζήτησα με έναν καθηγητή από τους λεγόμενους φάρους, τον Κώστα Λιονάκη –Ph. D. παρακαλώ– και τον είδα ενθουσιασμένο.

Η ιδέα αφορά τη… γη μας, έτσι; Όχι το διάστημα. Γιατί τόσα παιδιά που αριστεύουν κι άλλα που μεγαλουργούν δικά μας είναι, σε τούτη τη γη…

Και οι διεθνείς διαγωνισμοί επίσης στη γη μας είναι.

Έψαξα και βρήκα παιδιά που άγγιξαν το όνειρό τους μέσα από τέτοιους διαγωνισμούς. Έτσι, βασισμένος σ’ αυτό το σενάριο, μπορούσα να συνεχίσω. Με τον κύριο καθηγητή καταλήξαμε –κατέληξε, για να ακριβολογούμε– σε τρεις ασκήσεις που έπρεπε να λύσει για να προχωρήσει ο ήρωας, ο Νικήτας Σαββάκης.

«Κινέζικα!» είπα αυθόρμητα.

«Γιατί, τα δικά σας, τα αρχαία, κινέζικα δεν είναι για μας;» μου απάντησε το ίδιο αυθόρμητα.

Εντάξει, δε θα μαλώναμε γι’ αυτό.

Βρήκαμε –βρήκε, πιο σωστά– και το θεώρημα που έλυσε ο Νικήτας.

«Βάλε κάπου ότι είναι του Στόουκς. Αν ήταν δικό μου, θα ήμουν τώρα αλλού!» μου είπε γελώντας.

Ωραία, το έβαλα. Το έχει αποδείξει ο Στόουκς.

Έχοντας μια εμμονή, μια σχέση αγάπης και λατρείας με την Κρήτη, κομμάτι της ψυχής και της ζωής μου, δεν είχα καμία αμφιβολία για την καταγωγή του ήρωα· Κρητικός, Κρητίκαρος! Κι όπως είχα γράψει το 2011 στο βιβλίο μου Δυο μαύρα πουκάμισα, είναι η χώρα των μαυροντυμένων αρχαγγέλων, όπου η δύναμη του ζάλου τους φτάνει ως τον ουρανό…

Η λύση εύκολη· Όθωνας Χριστουλάκης, Ρέθυμνο, φίλος καρδιάς και ψυχής από τότε, με τα Δυο μαύρα πουκάμισα. Και για πάντα! Κουβέντα στην κουβέντα, με τη ρακή να βοηθάει και τα αδιανόητα φαγητά του να ευφραίνουν τα πάντα, μου υπέδειξε το χωριό του ήρωά μου.

«Μυριοκέφαλα, ασυζητητί! Θα σε μαγέψει αυτός ο τόπος, σε ξέρω, είναι αυτό που ψάχνεις…»

Απόβαση στην Κρήτη για να γνωρίσω το χωριό του Νικήτα μου. Και μόλις ανέβηκα εκεί στα ψηλά, ναι, το ξανάπα:

Κρήτη μου, όμορφο νησί,
κλειδί του Παραδείσου,
θεριό ανήμερο εσύ,
βγες να σε χαιρετήσουν.

Κρατάς δεξιά μιαν ήπειρο,
αριστερά μιαν άλλη,
τους παίζεις τη βροντόλυρα,
για να χορέψουν πάλι.

Όταν σε βλέπω στέκομαι,
το μπόι χαμηλώνω,
το βούισμά σου γεύομαι,
κι απ’ τις φωνές σου λιώνω…

Η Παναγιά η Αντιφωνήτρια, η Τήνος της Κρήτης, στέκεται εκεί στα Μυριοκέφαλα από τον ενδέκατο αιώνα κι είναι ποτισμένη με τα δάκρυα των μυριάδων που πήγαν να την προσκυνήσουν, περπατώντας ακόμα και σαράντα χιλιόμετρα! Εκείνη και τον Βαϊοφόρο Χριστό, και λίγο πιο πάνω το μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη.

Μίλησα με τους ανθρώπους, αφουγκράστηκα τους καημούς και τα βάσανά τους, πήγα και στο νεκροταφείο τους, εκεί όπου βρίσκονται τα «μαρτυρικά οστά» από το ναυάγιο της Φαλκονέρας τον Δεκέμβρη του 1966.

Κι ύστερα ήρθε η σειρά των φοιτητών, οι δικοί τους καημοί ως προς τα όνειρά τους, αλλά και οι καημοί των γονιών για να τα φέρουν βόλτα. «…Άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια / πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά…» Στα μισά της διάλυσης των ονείρων του έφτασε κι ο Νικήτας, γιατί η ζωή δεν είναι πάντα ωραία, όπως λέει ο Μπενίνι.

Κι ύστερα, οι πολύτιμες συζητήσεις με την κυρία Πόπη Παπαδάκη για το πώς μεγάλωσαν αγόρια και κορίτσια εκεί στα σπιτικά. Η Κρήτη είναι πάντα Κρήτη… Όταν ο Μανόλης Σαββάκης χαστουκίζει την κόρη του Θεώνη, ξέρει γιατί το κάνει. Και πεθαίνει για τα παιδιά του.

Μετά, όταν όλα πήραν τον δρόμο τους για τον Νικήτα, ήρθε η βοήθεια του γιου μου Γιώργου για το κομμάτι των μεταπτυχιακών, κι αυτά τα μαθήματα ναι, είναι… κινέζικα, Γιώργο μου, η Παναγιά μαζί σου…

Για το τελευταίο κομμάτι, χρειάστηκαν ατέλειωτες –πραγματικά ατέλειωτες– ώρες έρευνας για το Κέιμπριτζ, τον τρόπο λειτουργίας και τις τελετές του, ακόμα και για τις παμπ και τα εστιατόρια σ’ αυτή την ονειρεμένη πόλη, εκεί όπου περπάτησαν και οι Pink Floyd, όχι αστεία! Α, και πριν απ’ αυτούς, ο Δαρβίνος, ο Νεύτωνας!

Όταν φτάσαμε με τον Νικήτα στη Νορβηγική Ακαδημία Επιστημών και Γραμμάτων στο Όσλο, την περίφημη Det Norske Videnskaps-Akademi, όλα ήταν μαγικά.

Κι αφού αυτό το ταξίδι απέκτησε μαγεία, έτσι όπως διαμορφώθηκε στο τέλος, ήταν αδύνατο να λείπει ο έτερος αρχάγγελος της Κρήτης, ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης. Τον θυμάμαι με το κατάμαυρο παχύ μουστάκι του, τη φωνή-χείμαρρο και τη μαγική λύρα του να ζωγραφίζει τις ψυχές μας.

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα.
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα.

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια.

Έτσι αρχάγγελος παραμένει, ασπρισμένος πια, ν’ αναπολεί κι αυτός τα χαμένα λόγια και τα χρόνια.

Αλλά κατά μια άλλη εκδοχή, αυτή του Μανώλη Ρασούλη, «Τίποτα δεν πάει χαμένο / στη χαμένη σου ζωή, / τ’ όνειρό σου ανασταίνω / και το κάθε σου “γιατί”». Αυτό έκανε κι ο Νικήτας. Μάτωσε για να μην πάει τίποτα χαμένο και ν’ αναστήσει τα δικά του όνειρα. Μακάρι να το κάνουν όλα τα παιδιά. Δεν είναι εύκολο, έτσι όπως είναι βυθισμένα στην αβεβαιότητα και κολυμπάνε ανάμεσα στις συμπληγάδες που διαλύουν σώματα και ψυχές.

Και μακάρι ν’ αλλάξουν οι καιροί και να μη λέμε πάλι ότι… η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει…

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

Το χάρισμα του Νικήτα Σαββάκη στα μαθηματικά προοιωνίζεται ένα λαμπρό μέλλον. Ωστόσο η μοίρα διαλύει την ανεμελιά και τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σκληρή πραγματικότητα. Οι γονείς του μένουν άνεργοι κι αμέσως μετά έχουν ένα σοβαρό ατύχημα. Έτσι αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του και να εγκαταλείψει τα όνειρά του. Συντετριμμένος ψυχολογικά, ξεκινάει να δουλεύει ως σερβιτόρος και, στη συνέχεια, ως μεταφορέας. Σκέφτεται πληγωμένος τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα. Παρ’ όλα αυτά, η λατρεία του στην επιστήμη του θα τον οδηγήσει να αποδεχτεί μια μεγάλη πρόκληση, που ξεπερνάει ακόμα και τα πιο τρελά όνειρα. Περνώντας από συμπληγάδες κι έχοντας τη βοήθεια της αγαπημένης του Έλενας, θα ακολουθήσει μια πορεία που θα τον οδηγήσει ψηλά.

Ένα μαγικό ταξίδι ψυχής από τον Ψηλορείτη και τα Χανιά ως το Κέιμπριτζ και το Όσλο, ένας χορός των δυσνόητων αριθμών, μια ωδή στη δύναμη και τη θέληση, κόντρα στη μοίρα και στους καιρούς.

sale_button


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

Χαμένος στο χάος της καθημερινότητάς μου, δίχως να δίνω προσοχή στα σημάδια και λίγες μέρες προτού κυκλοφορήσει Το σημάδι μου από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, το νέο μου φιλόξενο σπίτι, είδα να ξημερώνει ένα δραματικό πρωινό μιας πικρής Πέμπτης που άλλαξε πολλά στη ζωή μου. (περισσότερα…)


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.

Το σκεφτόμουν πάντα, σε στιγμές έντασης αλλά και χαλάρωσης, ότι ένα λεπτό, μπορεί και λιγότερο, είναι ικανό να καταστρέψει τα πάντα. Ένας λάθος χειρισμός, μια κακή απόφαση, μια αδράνεια, μια κίνηση έκρηξης φτάνουν και περισσεύουν για να σε βάλουν σε μπελάδες. (περισσότερα…)


The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα.