Author Archives: ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

About ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

H ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ γεννήθηκε στο Λονδίνο. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και έχει εργαστεί στον εκδοτικό χώρο αλλά και ως δημοσιογράφος, προτού στραφεί στη συγγραφή. Αντλώντας έμπνευση από μια επίσκεψη στη Σπιναλόγκα, την εγκαταλειμμένη αποικία των λεπρών στα ανοιχτά της Κρήτης, έγραψε Το Νησί το 2005. Το βιβλίο έχει πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 35 γλώσσες, ενώ έγινε σειρά στην ελληνική τηλεόραση το 2010. Η Βικτόρια αναδείχθηκε κορυφαία Πρωτοεμφανιζόμενη Συγγραφέας στα British Book Awards και απέσπασε πολλές διακρίσεις στη Γαλλία. Επίσης, το μυθιστόρημά της Το Νήμα μπήκε στη βραχεία λίστα των British Book Awards. Τα επόμενα βιβλία της έφτασαν στο Νο 1 της λίστας της Sunday Times. Το ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ κατέλαβε κατευθείαν την πρώτη θέση στα μπεστ σέλερ της Sunday Times με το που εκδόθηκε, τον Ιούνιο του 2019. Η Βικτόρια μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα. Μιλάει άψογα γαλλικά και ελπίζει να φτάσει στο ίδιο επίπεδο και στα ελληνικά. Πρόσφατα αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτωρ των Γραμμάτων από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στη Θεσσαλονίκη.

Το μυθιστόρημα Μια νύχτα του Αυγούστου αποτελεί συνέχεια του πρώτου μυθιστορήματός μου, Το νησί, το οποίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα αγγλικά το 2005 και στα ελληνικά το 2007.

Έγραψα το Μια νύχτα του Αυγούστου κατά τη διάρκεια της μακράς περιόδου απομόνωσης που μας επιβλήθηκε εξαιτίας της πανδημίας την άνοιξη του 2020. Εκείνες τις δεκατέσσερις εβδομάδες τις πέρασα στην εξοχή της Αγγλίας, στο ίδιο σπίτι όπου είχα συγγράψει το Νησί σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Είναι ένα μέρος που περιστοιχίζεται από λιβάδια, οι πιο κοντινοί γείτονες είναι κοπάδια από πρόβατα και οι μόνοι ήχοι είναι τα κελαηδίσματα των πουλιών.

Δεν υπήρχε κανείς από τους συνήθεις περισπασμούς που καμιά φορά καθιστούν τη συγγραφή πολύ πιο αργή διαδικασία απ’ ό,τι θα έπρεπε να είναι. Ήταν παράνομο να συναντιέται κανείς με φίλους του και, έτσι κι αλλιώς, εστιατόρια, παμπ και καφέ ήταν κλειστά. Το κοντινότερο καφενείο απείχε πολλά χιλιόμετρα, κι έτσι, στις εννιά η ώρα κάθε πρωί, έφτιαχνα μια μεγάλη κανάτα καφέ στο σπίτι μου και καθόμουν να γράψω.

Επικρατούσαν ιδανικές συνθήκες: μοναχικότητα και σιωπή. Σε άλλα τμήματα του σπιτιού ο άντρας μου επιμελούνταν την έκδοση ενός περιοδικού, η κόρη μου αρχειοθετούσε άρθρα για λογαριασμό διάφορων εφημερίδων, ο γιος μου έγραφε σενάρια και η κοπέλα του μελετούσε για το μεταπτυχιακό της. Μόνη απαιτητική ένοικος του σπιτιού ήταν η γάτα μας, που περίμενε να την ταΐσουμε.

Με όλο τον κόσμο γύρω μας αιχμάλωτο μιας ανίατης ασθένειας, ζούσαμε κι εμείς σε μια κατάσταση βουκολικής απομόνωσης και, όταν άρχισα να γράφω, αισθάνθηκα μια ολοένα και μεγαλύτερη σύνδεση με τη ζωή των λεπρών ασθενών της Σπιναλόγκας, πολλοί από τους οποίους είχαν ζήσει πολλά χρόνια χωρισμένοι από τις οικογένειές τους και χωρίς θεραπευτική αγωγή. Ήταν απόκοσμη η συνειδητοποίηση μιας σειράς από μικρές ομοιότητες ανάμεσα σε εκείνους τους ανθρώπους που ζούσαν στο άσυλο λεπρών και στη σημερινή εποχή που βιώναμε εμείς.

Δεν ήμασταν μεν ασθενείς (αν και πολλές φορές μάς καταλάμβανε αγωνία αν πιστεύαμε πως ίσως εμφανίζαμε συμπτώματα), όμως νιώσαμε στο πετσί μας την απομόνωση και τις ελλείψεις σε είδη διατροφής (για πολλές εβδομάδες τα ράφια των σούπερ μάρκετ στο Ηνωμένο Βασίλειο είχαν αδειάσει από όλα τα βασικά είδη) και βιώσαμε τον φόβο απέναντι σε μια ασθένεια για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία. Χιλιάδες άνθρωποι πέθαιναν καθημερινά σε όλο τον κόσμο και οι αριθμοί σημείωναν εκθετική αύξηση.

Ταυτόχρονα, εγώ προσωπικά βίωνα και τι σημαίνει να ζεις με μια βαθιά θλίψη. Στις αρχές της περιόδου αυτοαπομόνωσης πέθανε η μητέρα μου. Εξαιτίας των μέτρων δεν είχαμε καταφέρει να την επισκεφτούμε στο σπίτι της για να την αποχαιρετήσουμε και δεν μπορέσαμε να της κάνουμε κανονική κηδεία. Αναλογίστηκα τον Γιώργη από το Νησί, έναν άντρα που αγαπούσε απεριόριστα τη γυναίκα του αλλά δεν ήταν πλάι της, όταν πέθαινε, για να την παρηγορήσει και δεν μπορούσε να επισκεφτεί τον τάφο της. Κάτι τέτοιο απαγορευόταν στους συγγενείς των ασθενών της Σπιναλόγκας – και τώρα απαγορευόταν και σε εμάς. Ασφαλώς πενθήσαμε για την απώλεια, αλλά δεν μπορέσαμε να τηρήσουμε τα καθιερωμένα διαβατήρια τελετουργικά.

Ήταν η σωστή στιγμή για να ταξιδέψω ξανά με τη φαντασία μου στα τελευταία χρόνια της Σπιναλόγκας.

Προς το τέλος του Νησιού συμβαίνει ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Συγκεκριμένα, συμβαίνει στις 25 Αυγούστου 1957, όταν έχει βρεθεί η θεραπεία για τη λέπρα και οι ασθενείς μπορούν επιτέλους να φύγουν από τη Σπιναλόγκα. Έπειτα από πολλά χρόνια απομόνωσης σε εκείνο το μικρό νησί, εκατοντάδες άνθρωποι παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής.

Εκείνο το βράδυ γίνεται ένα μεγάλο γλέντι για την περίσταση στην Πλάκα, το χωριό που βρίσκεται ακριβώς απέναντι από τη Σπιναλόγκα. Οι υγιείς ανακατεύονται με τους πρόσφατα θεραπευμένους και όλοι μαζί τρώνε, χορεύουν και γιορτάζουν αυτή τη σπουδαία στιγμή απελευθέρωσης από τον φόβο και την αρρώστια. Όταν η γιορτή βρίσκεται στην κορύφωσή της, τον αέρα σκίζει ο ήχος δύο πυροβολισμών.

Μια γυναίκα έχει δολοφονηθεί. Είναι η Άννα Βανδουλάκη, η αδελφή της Μαρίας, κεντρικής πρωταγωνίστριας του νέου μυθιστορήματος, η οποία έχει μόλις επιστρέψει από το νησί, επιτέλους θεραπευμένη. Εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου η χαρά μετατρέπεται σε τραγωδία και μέσα σε μια στιγμή οι ζωές των πρωταγωνιστών του Νησιού ανατρέπονται ολοσχερώς.

Για τους τρεις άντρες που αγαπούν την Άννα τίποτα δε θα είναι ξανά όπως πριν. Για τον Αντρέα, τον σύζυγό της και δολοφόνο της. Για τον Μανόλη, τον εραστή της, που πιστεύει πως εκείνος στάθηκε η αιτία για τον φόνο της. Και για τον Αντώνη, που αγαπούσε την Άννα απ’ όταν ήταν μικρά παιδιά. Στο Νησί η νύχτα της 25ης Αυγούστου σηματοδοτεί λίγο πολύ το τέλος της ιστορίας καθενός από αυτούς τους άντρες: ο Αντρέας φυλακίζεται και στη συνέχεια πεθαίνει, ο Μανόλης τρέπεται σε φυγή (και δε μαθαίνουμε τι απέγινε) και ο Αντώνης παίζει μικρό ρόλο στην ιστορία που διαδραματίζεται στη συνέχεια.

Για τη Μαρία ο θάνατος της Άννας είναι καταστροφή. Νωρίτερα την ίδια μέρα έχει απελευθερωθεί από τη «φυλακή» του νησιού και λίγες στιγμές πριν από το φονικό έχει δεχτεί πρόταση γάμου από τον άντρα που αγαπούσε. Μέσα σε λίγες ώρες η ζωή της έχει μεταμορφωθεί τόσο απρόσμενα προς το καλύτερο, αλλά ελάχιστες ώρες μετά αλλάζει ξανά αιφνίδια προς το χειρότερο.

Όταν ξαναδιάβασα εκείνα τα τελευταία κεφάλαια του Νησιού, συνειδητοποίησα πως είχα αντιπαρέλθει με κάποια βιασύνη, ίσως και τεμπελιά, ορισμένους από τους χαρακτήρες μου και αποφάσισα να διερευνήσω σε πολύ μεγαλύτερο βάθος τις αντιδράσεις τους, τα συναισθήματά τους, την κατάληξή τους.

Ήταν σαν να ξαναβρίσκω στο ντουλάπι μια παλιά φωτογραφική μηχανή με ένα φιλμ ακόμη μέσα της που δεν εμφανίστηκε ποτέ. Το έβγαλα έξω, εμφάνισα τις εικόνες και άρχισα να παρακολουθώ να ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μου οι πρωτύτερα κρυμμένες λεπτομέρειες και να τις αποτυπώνω στο χαρτί.

Ως συγγραφέας απόλαυσα πολύ αυτή τη διαδικασία. Ελπίζω και οι αναγνώστες να απολαύσουν το αποτέλεσμα.

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
25 Αυγούστου 1957: Η αποικία λεπρών στη Σπιναλόγκα κλείνει και ακολουθεί ένα γλέντι για την περίσταση στην Πλάκα, στο χωριό ακριβώς απέναντι. Οι υγιείς συναντούν τους πρόσφατα θεραπευμένους και όλοι μαζί τρώνε, χορεύουν και γιορτάζουν αυτή τη σπουδαία στιγμή απελευθέρωσης από τον φόβο και την αρρώστια.
ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΣΤΑΘΗΚΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Όλα παγώνουν, ωστόσο, όταν ακούγονται δυο πυροβολισμοί. Η Άννα πέφτει νεκρή. Και το κλείσιμο της αποικίας θα μείνει συνδεδεμένο για πάντα με την τραγωδία.
ΔΥΟ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΣΗΜΑΔΕΥΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΙΡΑ
Το ζήτημα είναι πώς θα συνεχίσουν να ζουν αυτοί που έμειναν πίσω. Η αδελφή της η Μαρία, ο σύζυγος της Άννας ο Αντρέας, ο εραστής της ο Μανόλης… Πώς θα αντιμετωπίσουν το στίγμα και το σκάνδαλο. Πώς θα χτίσουν ένα μέλλον πάνω στα ερείπια του παρελθόντος.

ΤΟ ΝΗΣΙ

ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΑ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΤΗΣ
Σε μια κρίσιμη φάση της ζωής της, η Αλέξις, επιθυμώντας να μάθει την ιστορία της οικογένειάς της, επισκέπτεται την Κρήτη. Το μόνο που ξέρει ως τώρα είναι πως η μητέρα της έχει μεγαλώσει σ’ ένα μικρό χωριό εκεί προτού εγκατασταθεί για πάντα στο Λονδίνο.
ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΒΑΘΙΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
Το μόνο στοιχείο που διαθέτει για να ξετυλίξει το κουβάρι του παρελθόντος είναι ένα γράμμα που της δίνει η μητέρα της. Της υπόσχεται πως, αν το παραδώσει σε μια παλιά της φίλη, θα μάθει όλη την αλήθεια.
ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙ ΤΡΑΓΩΔΙΕΣ ΚΑΙ ΠΑΘΗ.


The Author

ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

H ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ γεννήθηκε στο Λονδίνο. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και έχει εργαστεί στον εκδοτικό χώρο αλλά και ως δημοσιογράφος, προτού στραφεί στη συγγραφή. Αντλώντας έμπνευση από μια επίσκεψη στη Σπιναλόγκα, την εγκαταλειμμένη αποικία των λεπρών στα ανοιχτά της Κρήτης, έγραψε Το Νησί το 2005. Το βιβλίο έχει πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 35 γλώσσες, ενώ έγινε σειρά στην ελληνική τηλεόραση το 2010. Η Βικτόρια αναδείχθηκε κορυφαία Πρωτοεμφανιζόμενη Συγγραφέας στα British Book Awards και απέσπασε πολλές διακρίσεις στη Γαλλία. Επίσης, το μυθιστόρημά της Το Νήμα μπήκε στη βραχεία λίστα των British Book Awards. Τα επόμενα βιβλία της έφτασαν στο Νο 1 της λίστας της Sunday Times. Το ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ κατέλαβε κατευθείαν την πρώτη θέση στα μπεστ σέλερ της Sunday Times με το που εκδόθηκε, τον Ιούνιο του 2019. Η Βικτόρια μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα. Μιλάει άψογα γαλλικά και ελπίζει να φτάσει στο ίδιο επίπεδο και στα ελληνικά. Πρόσφατα αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτωρ των Γραμμάτων από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στη Θεσσαλονίκη.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το Όσοι αγαπιούνται κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 2019, πολλοί αναγνώστες και κριτικοί περιέγραψαν το περιεχόμενο της αφήγησης ως «τραυματικό» ή και «βασανιστικό». Αυτό μπορεί να μην ακούγεται σαν φιλοφρόνηση, αλλά στην πραγματικότητα είναι, διότι σημαίνει ότι το βιβλίο κατάφερε να «περάσει» στο αναγνωστικό κοινό την τραγικότητα των γεγονότων που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια αρκετών δεκαετιών του 20ού αιώνα.

Όπως εξήγησα στους Βρετανούς αναγνώστες μου, τα πιο σκληρά περιστατικά και γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα, χωρίς να έχω υπερβάλει στο παραμικρό: ο καταστροφικός λιμός που έπληξε την Αθήνα τον χειμώνα του ’41-’42, η ναζιστική θηριωδία κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τα Δεκεμβριανά του 1944 (στα οποία είχαν πολύ μεγάλη ανάμειξη οι Βρετανοί), οι μαζικές δολοφονίες κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (και από τις δύο πλευρές), οι αρπαγές χιλιάδων παιδιών, οι βασανισμοί που διεξάγονταν σε στρατόπεδα κράτησης και η δίωξη των αριστερών που συνεχίστηκε επί δεκαετίες.

Η πηγή της έμπνευσής μου για να γράψω αυτή την ιστορία ήταν η αχνή εικόνα ενός νησιού που ήταν ορατό από τον Ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και η ανακάλυψη ότι το μέρος αυτό, η Μακρόνησος, είχε χρησιμοποιηθεί ως «στρατόπεδο αναμόρφωσης» για δεκάδες χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1940 και του 1950. Λίγα χιλιόμετρα από την ηπειρωτική χώρα, βρισκόταν το νησί Ρόμπεν της Ελλάδας. Ένιωσα την ανάγκη να προσπαθήσω να ανακαλύψω τι είχε οδηγήσει στην ύπαρξη ενός τέτοιου μέρους.

Το μέρος του βιβλίου που αποτελεί εξ ολοκλήρου δημιούργημά μου είναι η πολιτικά διχασμένη οικογένεια που πρωταγωνιστεί σ’ αυτό. Ήδη από τη δεκαετία του 1930 διαφωνούν μεταξύ τους γύρω από το οικογενειακό τραπέζι για μια σειρά από ζητήματα, όπως π.χ. για την ΕΟΝ, τη μεταξική οργάνωση νέων που θυμίζει έντονα τη Χιτλερική Νεολαία. Οι οικογενειακές διαφωνίες κλιμακώνονται και βαθμιαία εξελίσσονται σε κάτι πιο επικίνδυνο. Γενικότερα, η μετάβαση από τις λεκτικές αντιπαραθέσεις μέσα σε μία οικογένεια ή μεταξύ πολιτικών στην ένοπλη σύρραξη φαίνεται πως ήταν σχετικά γρήγορη και τρομακτική.

Η Μακρόνησος, όπου μία από τις ηρωίδες μου κρατείται για αρκετούς μήνες, είναι ένας τόπος μνήμης για όσους υπέφεραν εκεί, αλλά και μια υπόμνηση ενός τεράστιου λάθους που κατέστρεψε τις ζωές πολλών ανθρώπων και στιγμάτισε τις ζωές πολλών άλλων.

Σαφώς, τα σημάδια που άφησαν εκείνα τα χρόνια πήραν πάρα πολύ χρόνο για να επουλωθούν – πολλές φορές μάλιστα δίνουν την εντύπωση πως πρόκειται για πληγές που είναι ακόμη ανοιχτές. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω ότι δεν είναι ποτέ λάθος να εξετάζουμε το παρελθόν, όχι απαραίτητα για να εντοπίζουμε «ποιος φταίει», αλλά να παίρνουμε διδάγματα ώστε αυτού του είδους οι φρίκες του παρελθόντος να καθοδηγούν τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού μέλλοντος.

Ο τίτλος του βιβλίου έχει αντληθεί από το ποίημα Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου, ποιητή που υπήρξε και ο ίδιος εξόριστος ενώ το έργο του είχε απαγορευτεί. Στον Επιτάφιο, μια μητέρα θρηνεί τον χαμό του γιου της, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια εργατική διαδήλωση.

Πέρα όμως από τον θρήνο της, αναγνωρίζει και ότι:

«Όσοι αγαπιούνται, και νεκροί, ποτέ τους δεν πεθαίνουν».

Αυτός ο στίχος του ποιήματος με έκανε να στοχαστώ ότι η μνήμη προσδίδει ένα είδος αθανασίας και ότι η ανθρώπινη ικανότητα για αγάπη είναι η μόνη αληθινή μας ελπίδα. Αν τη χάσουμε, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την ανθρωπιά μας.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΑΘΗΝΑ, 1941.

Στην κατοχική Ελλάδα, η δεκαπεντάχρονη Θέμις βλέπει την οικογένειά της να ταλανίζεται από βαθιές πολιτικές διαφορές. Και το χάσμα ανάμεσα σ’ αυτούς που αγαπά βαθαίνει, όσο η χώρα βυθίζεται στην ανέχεια. Καθώς η δυστυχία μεγαλώνει γύρω της, και φίλοι της χάνονται από τον μεγάλο λιμό, η Θέμις μπαίνει στην Αντίσταση.

Στον Εμφύλιο που ακολουθεί μετά την Απελευθέρωση, η Θέμις θα ενταχθεί στον Δημοκρατικό Στρατό, όπου θα βιώσει τον έρωτα, το μίσος και τον παραλογισμό του αδελφοκτόνου πολέμου. Ύστερα, θα έρθει η εξορία, στη Μακρόνησο και στο Τρίκερι. Μια άλλη κρατούμενη θα σταθεί στο πλευρό της στις κακουχίες, και οι ζωές τους θα δεθούν με τρόπο απρόβλεπτο. Ώσπου, κάποια στιγμή, η Θέμις θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στα πιστεύω της και στη λαχτάρα της να ζήσει…

Χρόνια μετά, καθώς αναστοχάζεται το παρελθόν της, η Θέμις συνειδητοποιεί ότι το προσωπικό και το πολιτικό, η δική της περιπέτεια και η περιπέτεια της πατρίδας της είναι άρρηκτα δεμένα. Κι ότι μπορεί κάποιες πληγές να επουλώνονται, αλλά κάποιες άλλες γίνονται πιο βαθιές στο πέρασμα του χρόνου.

Η Βικτόρια Χίσλοπ υπογράφει ένα νέο συγκλονιστικό μυθιστόρημα, το οποίο διατρέχει τη νεότερη ιστορία της Ελλάδας μέσα από την επική ιστορία μιας συνηθισμένης γυναίκας, που αναγκάστηκε να ζήσει μια ασυνήθιστη ζωή.


The Author

ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ

H ΒΙΚΤΟΡΙΑ ΧΙΣΛΟΠ γεννήθηκε στο Λονδίνο. Σπούδασε αγγλική φιλολογία στην Οξφόρδη και έχει εργαστεί στον εκδοτικό χώρο αλλά και ως δημοσιογράφος, προτού στραφεί στη συγγραφή. Αντλώντας έμπνευση από μια επίσκεψη στη Σπιναλόγκα, την εγκαταλειμμένη αποικία των λεπρών στα ανοιχτά της Κρήτης, έγραψε Το Νησί το 2005. Το βιβλίο έχει πουλήσει πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα και έχει μεταφραστεί σε 35 γλώσσες, ενώ έγινε σειρά στην ελληνική τηλεόραση το 2010. Η Βικτόρια αναδείχθηκε κορυφαία Πρωτοεμφανιζόμενη Συγγραφέας στα British Book Awards και απέσπασε πολλές διακρίσεις στη Γαλλία. Επίσης, το μυθιστόρημά της Το Νήμα μπήκε στη βραχεία λίστα των British Book Awards. Τα επόμενα βιβλία της έφτασαν στο Νο 1 της λίστας της Sunday Times. Το ΟΣΟΙ ΑΓΑΠΙΟΥΝΤΑΙ κατέλαβε κατευθείαν την πρώτη θέση στα μπεστ σέλερ της Sunday Times με το που εκδόθηκε, τον Ιούνιο του 2019. Η Βικτόρια μοιράζει τον χρόνο της ανάμεσα στην Αγγλία και την Ελλάδα. Μιλάει άψογα γαλλικά και ελπίζει να φτάσει στο ίδιο επίπεδο και στα ελληνικά. Πρόσφατα αναγορεύτηκε Επίτιμη Διδάκτωρ των Γραμμάτων από το Πανεπιστήμιο του Σέφιλντ στη Θεσσαλονίκη.