Author Archives: Γιάννης Καλπούζος

About Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, βρισκόμουνα σ’ ένα κοτέτσι. Κάτω απ’ τη σχάρα με τις χοντρές βέργες που κούρνιαζαν οι κότες. Κει όπου πέφτανε οι κουτσουλιές τους. Μ’ είχανε κιόλας πασαλείψει πατόκορφα οι αναθεματισμένες. Ήμουν ξυπόλυτος, δίχως φέσι και με το γελέκι, το πουκάμισο και το σαλβάρι καταματωμένα. Το μούτρο μου και τα μάτια μου τούμπανο απ’ το πρήξιμο, θαμπά έγλεπα.

Ήτανε χαράματα, πονούσα, τρεμούλιαζα απ’ το αγιάζι, έζεχνα σαν ψοφίμι κι ένας διαολοκόκορας δεν απόσταινε να ξελαρυγγιάζεται πάνωθέ μου. Καινούργια μέρα να σου πετύχει. Μήτε να τον προγκήξω μπορούσα μήτε να κουνηθώ. Μόνο μαζώχτηκα κουβάρι και χτυπούσαν τα δόντια μου ασταμάτητα.

Ολόγυρα έφραζαν το υπόγειο του κοτετσιού πυκνά και κοντά κάγκελα. Παρέκει θωρούσα κάμποσες πορτοκαλιές και στο τέρμα του μπαχτσέ δίπατο σπίτι.

«Λοξοδρόμησε η κατάρα της γύφτισσας…» είχα το κουράγιο να χωρατέψω, «δε με βάλανε στη χάψη». Αλλά μήπως θα ’τανε καλύτερα να μ’ έχωναν στη φυλακή;

Συλλογιόμουν το πάθημά μου, τη δόλια αδερφή μου και τον άτιμο τον Μουράτ, που τον νομίζαμε για ντερμπεντέρη και ίσιο άνθρωπο. Αντίκρυ στο σπίτι μας έμενε, απ’ τους λίγους Τούρκους στον μαχαλά της Μουριάς. Ήτανε τάταρης, δηλαδή γραμματοκομιστής ή ταχυδρόμος της Διοίκησης. Καβαλούσε το άσπρο του άλογο, τον Γιλντιρίμ, και λίγωναν Τουρκοπούλες και Ρωμιές. Εγώ τον ζήλευα για το άτι του. Θαρρείς κονταροχτυπούσε τ’ αστέρια όταν ριχνόταν στον καλπασμό και σπίθιζε το καλντερίμι. Μα να που αποδείχτηκε κι ο Μουράτ λυκοθρεμμένος.

«Και στου βοδιού το κέρατο θα σε βρω και θα σε χαλάσω, κερατά!» έκραξα κι ευθύς μ’ έσφαξαν οι πόνοι.

Την αυγή σίμωσαν δυο τσούπρες, δουλικά. Μ’ έγλεπαν με περιέργεια, η μια χασκογελούσε κι η άλλη έμοιαζε να με σπλαχνίζεται.

«Το κονάκι του Σαχίν Αγά είναι τούτο;» ρώτηξα με τρεμουλιαστή φωνή.

Δεν απολοήθηκαν. Απολύσανε τις κότες στον μπαχτσέ και κατόπιν χάθηκαν κατά το σπίτι.

Βγήκε ο ήλιος και σύρθηκα σύρριζα στα κάγκελα για να λιάζομαι. Κύλησε πόση ώρα μέχρι να πάψει το χαρχάλισμα των δοντιών και να ζεσταθώ κομμάτι. Ως το μεσημέρι δε ζύγωσε άλλος άνθρωπος. Μονάχα τρία σκυλιά γυρόφερναν και κάποτε κάποτε μ’ αλυχτούσαν κοφτά κι άγρια.

Τότε φάνηκε ο Σαχίν Αγάς με τους γενίτσαρους. Ξεκλείδωσαν μια πορτοπούλα στα κάγκελα και μου έγνεψαν να βγω. Να σηκωθώ ούτε λόγος. Πέντε σπιθαμές ύψος είχε ο κοπρώνας του κοτετσιού. Μπουσουλώντας πήγα ως έξω. Έκαμα να ορθωθώ και με πάτησε ο ένας γενίτσαρος στον σβέρκο.

«Είσαι ο γιος του ναζίρ Λιάσκου;» ρώτηξε ο Σαχίν Αγάς.

Ρωμαίικα μιλούσε, όπως σχεδόν όλοι οι Τούρκοι της Πάτρας, μα έλεγε τον επιστάτη ναζίρ.

«Ναι, εφέντη».

«Και γιατί, ρε σκυλί, μου ρίχτηκες και με λάβωσες;»

«Μονάχα τη χατζάρα ήθελα…»

«Δεν κρατούσα χατζάρι, παλιοζάγαρο, δεν ξεχωρίζεις την πάλα; Ήξερες πως είναι πλουμισμένη με ζαφείρια και τη λιμπίστηκες;»

«Όχι, αγά μου, μόνο να…»

Μαγκώθηκα. Τι να ξεφούρνιζα, ότι θα σκότωνα τον Μουράτ, τον ανιψιό του; Ήτανε μαλωμένοι παλιότερα, μα τώρα; Κι ότι μαγάρισε την αδερφή μου;

«Τι μόνο, βρε κιοπέκ;»

«Να σκοτώσω ένα φίδι, εφέντη, στον κήπο της αδερφής μου».

«Για κανέναν μπουνταλά με περνάς, γκιαούρη; Χάθηκαν τα λιθάρια και τα ξύλα;»

«Αμώνω στην Παναγιά και στο γάλα που βύζαξα, δε σου λέγω ψέματα».

«Ζορμπάς είσαι, κλέφτης της πορδής!»

«Στείλε με στον καδή, εφέντη, να με δικάσει αφού δε με πιστεύεις», είπα παρακαλετά όπως ήμουνα γονατισμένος στα τέσσερα κι εκείνος από πάνω μου.

«Άμα σε στείλω στον καδή, θα χαθείς. Ληστεία με λαβωματιά… Αποκεφαλισμός θα ’ναι η κρίση του».

«Μα δε σε λάβωσα, αγά μου…»

«Κι ετούτο δω τι είναι;» μου αντιγύρισε, κι ανασηκώνοντας το μανίκι του αντεριού του, φάνηκε ένα γρατζούνισμα. «Γίνε μουσουλμάνος να γλιτώσεις. Να ζήσεις σαν σωστός άντρας, με ίρτζι[1] και παράδες, και ν’ απολαύσεις όταν αποθάνεις όλα τ’ αγαθά που γράφει το Κοράνι για τους αληθινούς πιστούς. Οι χριστιανοί είναι σκυλιά, κιοπέκια».

«Αφού με κατηγοράς για κλέφτη, αγά μου, τι με θέλεις ανάμεσα στους μουσουλμάνους; Για να σας χαλάσω τη σειρά;» ξεστόμισα την αντιλογιά μου.

Μια κλοτσιά του γενίτσαρου στο μούτρο μου μ’ έκανε να ρεκάξω και να μετανιώσω για το θάρρεμά μου.

«Μη με χασομεράς!» πέταξε αγριεμένος ο Σαχίν Αγάς. «Μονάχα ένα πράγμα θα κρατήσει το κεφάλι στον λαιμό σου. Να γενείς μουσουλμάνος».

«Καλύτερα να μου το πάρεις τώρα δα, εφέντη», αποκρίθηκα και καρτερούσα δεύτερη κλοτσιά. Όμως γαλήνεψε.

«Θα σ’ αφήσω να το στοχαστείς», είπε, και κατόπιν μ’ έσπρωξαν οι γενίτσαροι στο κοτέτσι και κλείδωσαν την πορτοπούλα.

Το γιόμα ήρθε ξανά μονάχος του. Όξω δε μ’ έβγαλε. Ρώτηξε πάλι αν δέχομαι να γίνω μουσουλμάνος, κι όταν αρνήθηκα, έσυρε την πιστόλα απ’ το ζωνάρι του. Κόλλησε την κάννη στο κούτελό μου και με ματαρώτησε.

«Όχι, εφέντη, ρίξε να γλιτώσω», απάντησα, κι όπως ήμουνα γονατιστός, έσφιξα τα κάγκελα.

Ο διαολογέννητος πυροβόλησε. Ένιωσα κάψιμο στην πέτσα μου, δυνατό πόνο και τραντάχτηκε το κεφάλι μου. Μα ως εκεί, δεν πέθανα. Ο αναθεματισμένος με τουφέκισε μονάχα με μπαρούτι, για φοβέρα. Καψαλίστηκαν τα μαλλιά μου ως το κορφοκέφαλο και κατουρήθηκα πάνω μου απ’ την τρομάρα.

«Την επόμενη φορά θα ’χει βόλι η πιστόλα, μα τον Αλλάχ!» φώναξε κι έφυγε.

[1] Κύρος, υπόληψη, αξιοπρέπεια.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Ειδοποιηθέντες ότι ωλοκληρώθη η ενθρόνισις, οι δήμιοι έσυρον εκ του παντοπωλείου τον καθαιρεθέντα Πατριάρχην, όστις διήνυε το εβδομηκοστόν έκτον έτος της ηλικίας του. O όχλος ωρύετο. Εις τας γύρωθεν ελληνικάς κατοικίας βουβός θρήνος και οδύνη, φρίκη και τρόμος. Εις το λιθόστρωτον, ο Γρηγόριος φανερώς εξηντλημένος, ωχρός και άσαρκος εκ του γήρατος, εσέρνετο υπό των δημίων παρά επεριπάτει. Φθάσαντες εις την μεσαίαν πύλην του Πατριαρχείου, προσεπάθησαν να στήσωσιν αγχόνην επί αυτής, αλλά το ύψος της εκρίθη χαμηλόν.

Επί μίαν ώραν εμάχοντο ίνα στερεώσωσι δοκόν άνωθεν αυτής και επί του τοίχου. O Γρηγόριος ανέμενεν το οδυνηρόν τέλος σφαλίσας τους οφθαλμούς και κλίνας την κεφαλήν του επί του δεξιού του ώμου, ομοιάζων με κοιμώμενον χελιδόνιον.

Oι δήμιοι κατώρθωσαν εις το τέλος να στερεώσωσιν την δοκόν. O όχλος αδημονούσε και εξύβριζεν τον Πατριάρχην, ενώ εκείνος ούτε διά μίαν στιγμήν δεν ήλλαξε στάσιν. Μόνον όταν ο μποσταντσίμπασι, ήτοι ο αρχηγός της φρουράς του σουλτάνου, ήρχισε να απευθύνη εις αυτόν το κατηγορητήριον, εφάνη να εταράχθη ως ξυπνά τις βιαίως εκ βαθέος ύπνου. Εξεφώνησε δε τας κατηγορίας τουρκιστί και διά του δραγουμάνου του ελληνιστί, καταλήξας:

«Κακούργε, εσύ δεν είσαι που διέφθειρες τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; Εσύ δεν είσαι που έσπρωξες τους απίστους υπηκόους εις την ανταρσίαν; Εσύ δεν είσαι, σκύλε βρομερέ, που έκαμες αυτές τις προδοσίες;»

Απόκρισιν δεν έλαβε. Εσήκωσε μόνον την χείρα του ο Γρηγόριος, ως να ευλόγει τα πλήθη· εκείνα των κραυγαζόντων Oθωμανών και των ολίγων Ελλήνων οι οποίοι μακρόθεν και κυρίως εκ των παραθύρων παρηκολούθουν το μαρτύριόν του.

O αφρικανός δήμιος ανήλθε εις την ξυλίνην κλίμακα. O αρνησίθρησκος Αχμέτ έσπρωξε τον Γρηγόριον διά να πλησιάση. Εις γιγαντόσωμος αχθοφόρος έσκυψεν και ο Αχμέτ τον ηνάγκασε να καθίση επί του αυχένος και των ώμων του. O αχθοφόρος εσηκώθη με τον Πατριάρχην ομοιάζοντα ως εξέχον σμικρόν μαύρον ιστίον. Τα πλήθη των Oθωμανών, έχοντα πλέον θέαν ανεμπόδιστον, ωρύοντο.

O δήμιος έθεσε εις τον λαιμόν του Πατριάρχου την αγχόνην. O αχθοφόρος γονατίσας, ηλευθερώθη εκ του ελαχίστου βάρους του ιεράρχου. Το σώμα του Γρηγορίου, ευρεθέν μετέωρον, ετραντάχθη τινάς φοράς. Κατά την εναγώνιον στιγμήν ταύτην, έπεσεν το καλημαύκιόν του και εβιάσθη ο μποσταντσίμπασι ίνα το τοποθετήση εκ νέου εις την κεφαλήν του, όπου ολίγη λευκή κόμη απέμενεν. Πλέον οι οφθαλμοί του ήσαν ολάνοιχτοι και η κεφαλή του έκλινεν προς τον δεξιόν ώμον. Εν τούτοις, εκ του στόματός του εισήρχετο ακόμη ζωηφόρος αήρ ως συριγμός και ρόγχος θανάτου.

Το μικρόν βάρος του Γρηγορίου παρέτεινεν το μαρτύριον επί πολλήν ώραν. Με την δύσιν του ηλίου και διά των τελευταίων σπασμών, ελυτρώθη επιτέλους από την βάσανον και ηλευθερώθη η ψυχή του. O μποσταντσίμπασι έθεσεν επί του στήθους του απαγχονισθέντος Πατριάρχου τον λεγόμενον γιαφτάν, ήτοι το καταδικαστικόν έγγραφον.

«O άπιστος ούτος έγινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών… ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».

Η μόνη αλήθεια εμπεριέχετο εις την ακροτελεύτιαν φράσιν, εφόσον όμως αντεκαθίστατο το γεγραμμένον «προς σωφρονισμόν» επί το ορθότερον «προς εκφοβισμόν».

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Πότε σαν ζωηρόχρωμη ζωγραφιά και πότε ιστορώντας τη σκληρή πραγματικότητα, ο Τζανής Κομνάς, με κύριο συνοδοιπόρο τον εκπληκτικής ομορφιάς, άσωτο, μαγικό, γενναιόδωρο, ανυπότακτο, άγιο και δαίμονα Ανθία, πορεύεται στην Κωνσταντινούπολη του 1808-1831.
Στο υφαντό της μυθοπλασίας περιπλέκονται το άρωμα Κυνηγός του Ανέμου, που ξετρελαίνει τις χανούμισσες και τις αρχόντισσες, έρωτες και περιπετειώδεις διαδρομές με αναπάντεχη εξέλιξη, αποσιωπημένες αλήθειες, ερωμένες πατριαρχών, η επανάσταση του 1821 δοσμένη από το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Ευρωπαίοι πρέσβεις που πουλάνε γυναικόπαιδα στους Τούρκους, οι «μακελεμένοι» Oσμανλήδες που κυκλοφορούν για να εξαγριώνονται οι μουσουλμάνοι, οι σφαγές των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης και της Χίου από τους αποθηριωμένους Οθωμανούς, ο Πόντος, το Δραγατσάνι, η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Αλεξάνδρεια, το Μανιάκι.

Κι ακόμη: χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, σμήνη πλανόδιων πωλητών, παπάδες τσαρλατάνοι, συμμορίες των δρόμων, συντεχνίες ζητιάνων, κρυπτοχριστιανοί, πολύβουα και λαμπερά παζάρια, τεράστια καπηλειά, στις εισόδους των οποίων στέκονται ομοφυλόφιλα αγόρια και χαμάληδες να μεταφέρουν με κοφίνια τους μεθυσμένους, σκλαβοπάζαρα, βασανιστήρια, το μπουντρούμι κι η αστυνομία του Πατριαρχείου, αγιάσματα, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωτικά ξόρκια, οδαλίσκες, μαύροι και λευκοί ευνούχοι στο παλάτι του σουλτάνου, οι φανταχτερές νύχτες του Ραμαζανιού, χοροεσπερίδες, πανηγύρια των Ρωμιών, ναυτικές περιπέτειες και πόσα άλλα.
Κι όλα υπό τη σκιά του πόθου, του φόβου και του όχλου, και μέσα από το ήμερο και το άγριο, την ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, που μπορεί να ενυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο και να τον μεταμορφώνουν, ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις που καλείται ν’ αντιμετωπίσει σε άγιο, δαίμονα, άγιο και δαίμονα.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Αγία Σοφία ή Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας! Ο ναός-έμβλημα της Κωνσταντινούπολης, που εγκαινιάστηκε το 537 από τον Ιουστινιανό  και έμελλε να γίνει σύμβολο του Βυζαντίου και του Χριστιανισμού αλλά και μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco. Η Μεγάλη Εκκλησία που έγινε θρύλος, ιδιαίτερα  μετά την άλωση της Πόλης το 1453,  ξεχωρίζει για την αρχιτεκτονική και για τον πλούσιο εσωτερικό διάκοσμό της, που ωστόσο υπέστη σοβαρές καταστροφές κυρίως από τους Τούρκους κατακτητές κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, μοιραζόμαστε μαζί σας την περιγραφή του εσωτερικού της από την πένα του κορυφαίου συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου!

– Απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου Ἐρᾶν. Βυζαντινά Αμαρτήματα

Ωσάν να αφορούν μια ξένη ζωή, έναν άλλον κόσμο, φάνταζαν τα στρατιωτικά και τα πολιτικά γεγονότα για τον Ροδανό. Είχε απομονωθεί στο σπίτι, με τον Κιτίν να τον υπηρετεί, και ζούσε απ’ τα έσοδα των κτημάτων στο Καστρί. Μολαταύτα εκείνη την Παρασκευή του Ιουλίου κατέβηκε στο κέντρο της Πόλης. Προτού μεταβεί στα λουτρά του Ζευξίππου, όπου σκόπευε να καταλήξει, επισκέφτηκε την Αγία Σοφία ή ναό της του Θεού Σοφίας.

Μπαίνοντας, στάθηκε και περιεργαζόταν τον μέγα θόλο, τα τέσσερα ημιθόλια, τα μεγάλα τόξα, τους κτιστούς κίονες και τις τετράγωνες Αυλές που φωτίζονταν μέσω μικρών θυρίδων. Επίσης τους πορφυρούς, ρόδινους, πράσινους, κυανούς και τόσους άλλους κίονες –εκατόν επτά συνολικά και υφαρπαγμένους από δεκάδες μέρη τον καιρό του Ιουστινιανού–, τα καμαρωτά παράθυρα στον τρούλο, τα χρυσά κι αργυρά μανουάλια και κανδήλια, καθώς και τους θολοσκέπαστους, χρυσούς και στολισμένους με ποικίλα πετράδια θρόνους του αυτοκράτορα και του Πατριάρχη.

Προκαλούσε θαυμασμό και ιερό δέος το γιγαντιαίο μέγεθος του ναού, οι αρμονικές αναλογίες, η κομψοτεχνία της όλης κατασκευής, το κάλλος και η λαμπρότητα που παρείχε το ηλιακό φως μα και οι εκατοντάδες λύχνοι, οι λαμπάδες και τα κρεμαστά πολυκάντηλα.

Πήρε να παρατηρεί και στους τοίχους, στα τρίγωνα των αψίδων και στο τέμπλο τις ψηφιδωτές και τις ζωγραφιστές εικόνες, πολλές απ’ τις οποίες είχαν επάργυρες ή χρυσές κορνίζες και άλλες ήταν πλουμισμένες με χρυσό, πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια. Εικόνες του Χριστού, της Θεοτόκου, των Αποστόλων, αγγέλων και αγίων.

Ο Ροδανός ανέτρεξε νοερά στην εποχή του Κωνσταντίνου Ε΄, όταν κοσμούσαν τα ίδια σημεία σταυροί και ζωγραφιές φυτών.

«Η μορφή του Χριστού δεν είναι δυνατόν ν’ αποτυπωθεί, αφού αναπαριστά μόνο την ανθρώπινη φύση Του, μήτε να αποδοθεί η πνευματική διάσταση των αγγέλων. Υπάρχει ο κίνδυνος να αναβιώσει η ειδωλολατρία προσκυνώντας τις εικόνες», έλεγαν τότε οι εικονομάχοι. Απεναντίας οι εικονολάτρες υποστήριζαν: «Οι εικόνες αποκαλύπτουν την απρόσιτη στους οφθαλμούς μας πραγματικότητα. Είδαμε τον Χριστό και μπορούμε να τον απεικονίσουμε».

Ένιωσε να τον κεντρίζει ο φθόνος και το παράπονο του ηττημένου και παραξενεύτηκε. Ανάλογες έγνοιες τις είχε κατατροπώσει η προσωπική του ήττα. Πάλευαν μέσα του οι ήττες και αφάνιζε κάθε άλλη η πιο δεινή, η πιο βαριά, αυτή που υπέστη απ’ την καταστροφή της εικόνας του.

Στον ναό προσέρχονταν αθρόα οι πιστοί να προσκυνήσουν και περιφέρονταν ελέγχοντας νεωκόροι κι ιερείς, ενώ έψελναν κάμποσες απ’ τις εκατό Άδουσες. Χωρίς να κάμει ούτε τον σταυρό του, βγήκε προς την έξοδο του Αυγουσταίου, την ευρύχωρη πλατεία ανάμεσα στο παλάτι και την Αγία Σοφία.

Ολόγυρα της εκκλησίας εκτείνονταν τα εργαστήρια των κηροπλαστών, τα κηρουλαρεία, και μοσχοβολούσε ο τόπος μελισσοκέρι. Όπως κατευθυνόταν νότια και διάβηκε πλάι τους, έπεσε η ματιά του σ’ έναν γέρο ζητιάνο. Τον προσπέρασε κι ύστερα σταμάτησε απότομα. Κάποιον του θύμιζε. Πισωπάτησε μερικά μέτρα και στάθηκε εμπρός του. Ο ίδιος, παρά τη ζέστη, είχε προσαρμόσει φαρδιά καλύπτρα στον χιτώνα του, η οποία του μισόκρυβε το πρόσωπο.

ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ

ΔΥΟ ΕΞΩΦΥΛΛΑ


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Η Λυγινή και ο Υάκινθος σύρονται μαζί με πλειάδα μοναχών στον Ιππόδρομο, διαπομπεύονται και τους παντρεύουν με τη βία. Προσπαθούν να βιοποριστούν στην Κωνσταντινούπολη και καταφεύγουν σε έναν κακοήθη εξάδελφο του Υάκινθου. Είναι καιρός Εικονομαχίας, 766 μ.Χ., επί του πολέμαρχου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ε’, τον οποίο οι εικονολάτρες ονόμασαν Κοπρώνυμο αφότου πέθανε. Δεν έχουν ερωτικές σχέσεις γιατί ο Υάκινθος είναι ταγμένος στον Θεό, κάτι που καταθλίβει τη Λυγινή. Ο Υάκινθος καταδικάζεται σε καταναγκαστικά έργα όταν συγκρούεται λεκτικά για τις εικόνες και τη Σύνοδο της Ιέρειας με έναν αξιωματικό των ανακτόρων, ενώ η Λυγινή βιώνει τον εγκλεισμό της. Τελειώνοντας η ποινή του Υάκινθου φεύγουν για την Αθήνα με τη βοήθεια του Βάρδα, εκπροσώπου στην Πόλη του επισκόπου Αθηνών.

Ο αγγελοπρόσωπος Ροδανός είναι υπαρχηγός στην ομάδα των Λεόντων του πατρικίου Φωκά. Συμμετέχουν στην καταστροφή εικόνων και μοναστηριών και αναλαμβάνουν αποστολές κατασκοπείας κι όχι μόνο. Για να αποδείξουν την απόλυτη υπακοή τους στον Φωκά και ως τελετή μύησης, τους καλεί να σκοτώσουν δέκα ζητιάνους με πελέκι μέσα στο αρχοντικό του. Ύστερα αναλαμβάνουν να ανακαλύψουν το Ιερόν Στιχάριον, το οποίο έχει τη δύναμη να ανατρέψει την πολιτική των εικονομάχων.

Στην Αθήνα η Λυγινή και ο Υάκινθος ζουν στο αρχοντικό του Βάρδα και της αδελφής του Πολύμνιας. Η Λυγινή εργάζεται ως υπηρέτρια και ο Υάκινθος στο κηροποιείο του Βάρδα. Η Λυγινή γίνεται στενή φίλη με την Κομιτώ, δούλα της Πολύμνιας. Ένας αχρείος τύπος, ο Λάμπος, γίνεται ο κακός τους δαίμονας. Σε μια έκρηξή του ο Υάκινθος τον βουτάει μέσα στον λέβητα με το λιωμένο κερί στο κηροποιείο.

Η Λυγινή προσπαθεί με ερωτικά φίλτρα να εξάψει το ερωτικό πάθος στον Υάκινθο. Στην Αθήνα καταφτάνει και ο Ροδανός… (Η συνέχεια της μυθοπλασίας στο βιβλίο).

 

Στο προσκήνιο της θεματολογίας βρίσκεται ο έρωτας με πολλές μορφές και διαστάσεις. Ο έρωτας για το άλλο πρόσωπο, για  το χρέος, για τη ζωή, για τον θεό. Στο επίκεντρο εντάσσεται και η εικόνα μας. Η εικόνα με την έννοια της μορφής, αλλά και ως προς την άποψη που έχουμε για την προσωπική μας αξία. Τι συμβαίνει όταν χάνεται η καλή μας εικόνα;

Στο υπόστρωμα αναπλάθεται η καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη, με όλο το μεγαλείο της αλλά και την απόλυτη φτώχεια, όπως και η Αθήνα και η ύπαιθρος σε διάφορους τόπους, έτσι που ο αναγνώστης θα αισθάνεται ότι ζει στους βυζαντινούς χρόνους.

Ελάχιστα χαρακτηριστικά παραδείγματα:

♦ Πώς διάβαζαν μια επιστολή; Όχι από μέσα τους, αλλά φωναχτά, όπως και στην αρχαία Ελλάδα. Δε γνώριζαν να διαβάζουν από μέσα τους.

♦ Ο στρατός αποτελούνταν από μισθοφόρους ανεξαρτήτου φυλής και τόπου προέλευσης, εντός ή εκτός Αυτοκρατορίας.

Οι περισσότεροι άντρες είχαν μακριά μαλλιά, ενώ οι καλόγεροι κοντά κουρεμένα σαν στεφάνι.

♦ Ο διαπομπευόμενος λεγόταν κουτρούλης επειδή προηγουμένως τον κούρευαν. Έτσι έμεινε να λέμε σήμερα: έγινε του κουτρούλη ο γάμος.

♦ Οι γυναίκες βάφονταν στα μάτια, στα χείλια και στο πιγούνι, έβαζαν πάτους στα παπούτσια για να φαίνονται ψηλότερες, άλειφαν τα μαλλιά με κατακάθι κρασιού (τρυγέα) και λάσπη απ’ το λουτρό για να τα βάψουν ξανθά.

♦ Τα Χριστούγεννα έστηναν στύλους στους δρόμους τοποθετώντας ολόγυρά τους μάτσα δεντρολίβανου και λουλουδιών. Κάτι σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο.

♦ Τέλος, μια ιδιαίτερη πτυχή και επισήμανση. Οι Οθωμανοί σχεδόν τίποτε καινούργιο δεν έφεραν. Όλα προϋπήρχαν στο Βυζάντιο, καλά και κακά. Ευνούχοι, λουτρά (χαμάμ), περίκλειστοι εξώστες (σαχνισιά), ξύλινα σπίτια, παλλακίδες (χαρέμια), σκεπαστές αγορές (μπεζεστένια), οργανωμένο κτηματολόγιο, διοικητικό σύστημα και πολλά άλλα. Στο βιβλίο ο ενημερωμένος αναγνώστης ή όσοι έχουν διαβάσει το Ιμαρέτ, ή το Άγιοι και δαίμονες, ή το Γινάτι θα εντοπίσουν πλήθος ανάλογων παραδειγμάτων.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Ἐρᾶν: να ερωτεύεσαι, να αγαπάς.
766 μ.Χ. Η Λυγινή και ο Υάκινθος σύρονται μαζί με πλειάδα μοναχών στον Ιππόδρομο, διαπομπεύονται και τους παντρεύουν με τη βία. Κρύβουν και οι δύο επτασφράγιστα μυστικά, τα οποία θα σημαδέψουν τις ζωές τους κι εν πολλοίς θα τις καθορίσουν κατά την οδύσσειά τους.
Ο Ροδανός, αγγελοπρόσωπος, ριψοκίνδυνος, θηρευτής των ηδονών, μα και με φοβερά μυστικά να τον σφιχτοδένουν, είναι συνάμα προσηλωμένος σε ό,τι θεωρεί χρέος.

Γύρω από αυτούς τους τρεις ήρωες και το μυστήριο του Ιερού Στιχαρίου, το οποίο θα μπορούσε ν’ ανατρέψει αυτοκράτορες και πολιτικές δεκαετιών, κινείται η μυθοπλασία κατά το δεύτερο μισό του 8ου αιώνα με φόντο την Εικονομαχία και την καθημερινή ζωή στην Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα και τη Θράκη. Σε μια μοναδική εποχή, άγνωστη και μυθώδη. Τους πλαισιώνουν αρκετοί δευτεραγωνιστές, όπως ο μοχθηρός Ερμάς, ο καλλιεργημένος δούλος Κιτίν, ο Αρκάδιος που τον μεγάλωσε στο δάσος μια αρκούδα, η θεατρίνα Γοργονία, ο πατρίκιος Φωκάς με την ομάδα των Λεόντων του, ο μαύρος ευνούχος Αράν και άλλοι.

Οι πρωταγωνιστές φτάνουν στα άκρα, ερωτεύονται παράφορα, ζουν ανέμελα, δίνονται στη ζωή και τους δίνεται, ταπεινώνονται, συνθλίβονται, ανακάμπτουν, ξαναπέφτουν στον βούρκο, καταρρέουν, αφιερώνονται στον Θεό ή Τον απαρνούνται, γίνονται θύματα της εικόνας τους ή οδηγούνται στο εράν διά του οράν της ψυχής. Έχουν να αντιμετωπίσουν συκοφαντίες, πολέμους, ραδιουργίες, θανάσιμους εχθρούς, έναν έρωτα-σφαγή, εφιάλτη και όνειρο και, πάνω απ’ όλα, τον ίδιο τους τον εαυτό.

ΔΕΣ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Το βραβευμένο μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «ΣΕΡΡΑ – Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ», το οποίο έχει φτάσει στην 71η χιλιάδα, ανεβαίνει σε θεατρική διασκευή στο Θέατρο ΠΟΛΗ στις 7 Μαρτίου 2020 σε ερμηνεία της Χρύσας Παπά και σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη.

 

Η Χρύσα Παπά υποδύεται πολλούς ανδρικούς και γυναικείους ρόλους σε διαδοχικές μεταμορφώσεις, έτσι ώστε στα μάτια του θεατή να ξετυλίγεται η τοιχογραφία του ποντιακού ελληνισμού από το 1915 έως το 1962 στην Τουρκία και στη Σοβιετική Ένωση.

Ενόψει του εκτοπισμού των Αρμενίων απ’ την Τραπεζούντα τον Ιούνιο του 1915, ένα κορίτσι που μοιάζει να το ζωγράφισε ο ίδιος ο Θεός καταφεύγει στο σπίτι ενός αγνώστου. Στην Ορντού ένα άλλο κορίτσι εύπορης ελληνικής οικογένειας ετοιμάζεται για τον γάμο της και πασχίζει να οραματιστεί το μέλλον μ’ έναν άντρα τον οποίο ελάχιστα γνωρίζει.

Ο χαρισματικός, θρήσκος και θεματοφύλακας των ηθών της εποχής Γαληνός Φιλονίδης διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες· δοκιμάζεται εμπρός στις ιδέες του· έρχεται αντιμέτωπος με την αγριότητα και το μίσος· συντρίβεται και θέτει ως στόχο ζωής να εκδικηθεί εκείνον που του προκάλεσε τον μέγα πόνο.

Στο παρασκήνιο της μυθοπλασίας ιχνογραφείται ο Πόντος μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών· η ομογενοποίηση των φυλών με συνδετικό κρίκο μα και άλλοθι τη θρησκεία· ο φόβος, η μισαλλοδοξία και ο εθνικισμός που ενσπείρουν οι Νεότουρκοι και στη συνέχεια οι Κεμαλιστές· η καθημερινή ζωή στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης· οι διώξεις των Ελλήνων επί Στάλιν· τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία και οι στέπες του Καζακστάν με αφόρητους καύσωνες το καλοκαίρι και σφοδρό ψύχος τον χειμώνα· οι πόθοι, τα πάθη και τα δεινά των Ποντίων.

Κι όλα, μέσα από το πολυσχιδές ταξίδι που γράφει η ζωή και το ταξίδι που γράφεται για τη ζωή, να φαντάζουν φλόγες και κινήσεις του ποντιακού χορού σέρρα, του χορού της φωτιάς.

Υπόθεση έργου:

Η Λεμονιά αφηγείται, μέσα από εναλλασσόμενους ρόλους και διαβαίνοντας όλη τη συναισθηματική διαστρωμάτωση, την περιπετειώδη και γεμάτη εκπλήξεις ζωή του πατέρα της Γαληνού Φιλονίδη από το 1915 μέχρι το 1962 στην Τραπεζούντα και άλλες περιοχές του Πόντου, στην Αμπχαζία και στο Καζακστάν. Ο Γαληνός διχάζεται ανάμεσα σε δυο γυναίκες, δοκιμάζονται οι ηθικές του αρχές κι έρχεται αντιμέτωπος με την αγριότητα και τις τρικυμίες της ψυχής, ενώ στο πρόσωπό του και στην πορεία του αντανακλούν τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου και των Αρμενίων.

Έρωτας, μυστήριο, αγριότητα, ραδιουργίες, κωμικές στιγμές, εξαθλίωση και αξιοπρέπεια. Συνάμα, η ζωή που κυλάει πότε ανέμελη και πότε ως εφιάλτης, ο μικρόκοσμος του καθενός, ο ίσκιος των γονιών που βαραίνει τα παιδιά, η πάλη μεταξύ λογικής και συναισθήματος, και όλα να οδηγούν στη μεγαλύτερη επανάσταση: την ανθρωπιά.

Συντελεστές

Συγγραφέας του έργου «Σέρρα – Η ψυχή του Πόντου»: Γιάννης Καλπούζος

Θεατρική διασκευή: Γιάννης Καλπούζος

Σκηνοθεσία: Σωτήρης Χατζάκης

Σύνθεση-Μουσική Επιμέλεια: Ματθαίος Τσαχουρίδης

Σκηνικά-Κοστούμια: Έρση Δρίνη

Φωτογραφίες: Γιώργος Καπλανίδης

Γραφιστική επιμέλεια: Πέτρος Παράσχης

Ερμηνεύει

η Χρύσα Παπά

Ποντιακή Λύρα επί σκηνής:

Γιώργος Σαραφίδης

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Σάββατο 17.45

Κυριακή 21.00

Ημερομηνία Πρεμιέρας: Σάββατο 7 Μαρτίου

Διάρκεια: 90΄ (χωρίς διάλειμμα)

Τιμές Εισιτηρίων 17 ευρώ και Φοιτητικό Ανέργων 14 ευρώ

Προπώληση Εισιτηρίων

 

https://www.viva.gr/tickets/theater/theatro-poli/serra-i-psyxi-tou-pontou/

Θέατρο ΠΟΛΗ Φώκαιας 4 & Αριστοτέλους 87, Πλ. Βικτωρίας (δίπλα στον ηλεκτρικό σταθμό) τηλέφωνο 2111828900.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Από τις 4 Απριλίου 2019 κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία η επιμελημένη στο σύνολό της και εμπλουτισμένη με χάρτες επανέκδοση του μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ, με νέο υπότιτλο: Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος. Οι αλλαγές στο κείμενο, σε σχέση με την πρώτη έκδοση, αφορούν κυρίως στον σημαντικό περιορισμό της κυπριακής διαλέκτου, προκειμένου να καταστεί περισσότερο ευανάγνωστο.

ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ. ΟΠΟΥ ΠΑΤΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟΣ

Κύπρος 1571. Οι Οθωμανοί πολιορκούν τη Βενετοκρατούμενη Αμμόχωστο. Ο Γερόλεμος τεμαχίζει το αλεξίκακο φυλαχτό του και το μοιράζει στους τέσσερις γιους του, οι οποίοι ακολούθως αποκόβονται μεταξύ τους. Αν ποτέ ενωθούν τα κομμάτια του φυλαχτού, ίσως αποκαλύψουν έναν αμύθητο θησαυρό.

Τρεις αιώνες μετέπειτα, ο Αδάμος πορεύεται σαν σύγχρονος Οδυσσέας με βάση τη ρήση του: «Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος». Στον αντίποδα αυτού κυριαρχεί η δογματική αντίληψη: «Ή είσαι μαζί μας ή είσαι με τους άλλους».

Μέσα από το μυθιστόρημα αναδεικνύονται η αέναος πάλη του καλού και του κακού, το νόμιμο άδικο και το παράνομο δίκιο, η σκληρή αλλά και η γοητευτική πραγματικότητα της εποχής, η δεινή θέση της γυναίκας, η αποικιοκρατική πρακτική των Βρετανών, η συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμών, οι φυλετικές διαμάχες, ο διακαής πόθος των Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα, οι πόλεμοι του 1897 και του 1912-13, στον Θεσσαλικό Κάμπο και στο Μέτωπο του Μπιζανίου, η δίψα για ευτυχία, η μοναξιά, η απληστία, το μίσος, η προσωπική συντριβή και όλα όσα γράφονται στον συμπαντικό χάρτη της ψυχής.

Στον δρόμο που ακολουθεί ο Αδάμος έχουν θέση συνοδοιπόροι, θανάσιμοι αντίπαλοι, συμμορίες παλικαράδων και αρχαιοκάπηλων, τοκογλύφοι, αφανείς και προύχοντες, ένας ιερέας πρότυπο καλοσύνης και ελεύθερης σκέψης, Τουρκοκύπριοι, Άγγλοι, κρυπτοχριστιανοί, παρατεταμένες ανομβρίες, η μάστιγα των ακρίδων, θέατρα, πορνεία, φυλακές, χοροεσπερίδες, πανηγύρια, σκευωρίες, ευτράπελα περιστατικά κι ό,τι γεννά η έχθρα, το φίλιωμα των ανθρώπων και, πρωτίστως, ο έρωτας.

Παραθέτουμε κριτική της συγγραφέως Ελένης Πριοβόλου για το μυθιστόρημα ΟΥΡΑΝΟΠΕΤΡΑ (Εφημερίδα «6 ΜΕΡΕΣ», 22/3/2013)

«Έχει δρόμο που ορίζεις την πατημασιά σου και δρόμο όπου σου την ορίζουν άλλοι. Στοχάσου και διάλεξε σε ποιον θέλεις να πατάς».

«Όπου πατώ είναι δικός μου δρόμος!» αποκρίθηκε.

Ουρανόπετρα. Ακόμα ένα βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου. Το μυθιστόρημα ενός ολόκληρου κόσμου, ενός μέρους της Κυπριακής και Ελληνικής Ιστορίας, ενός αληθινού κοχλασμού, που κρύβει όλες τις δυνάμεις του καλού και του κακού και όλα τα στοιχεία της φθοράς και της αφθαρσίας. Ένα έπος αλλά και μια ελεγεία της ανθρώπινης περιπέτειας και των ανθρωπίνων παθών και παθημάτων.

Μέσα στον κοχλασμό των ιστορικών γεγονότων θα αναστηθεί ο Αδάμος, βασικός ήρωας της μυθιστορίας. Γύρω από τη ζωή του και τους δρόμους του, θα αναπτυχθεί η ιστορία δώδεκα γενεών με τον πλέον σαγηνευτικό τρόπο.

Ο Γιάννης Καλπούζος δίνει και αυτή τη φορά έναν κολοσσιαίο κοινωνικό και ιστορικό πίνακα, χωρίς να εγκαταλείψει στιγμή τους ήρωές του με τα πάθη και τα παθήματά τους. Άμοιρους των γεγονότων, αλλά υποκείμενους στα γεγονότα. Τους αναπτύσσει πάνω στον αραχνοΰφαντο ιστό μιας άρτιας τεχνικής, με το γλωσσικό εργαλείο να πάλλει διαρκώς σε όλο το έργο.

  Δε γράφει ούτε μια λέξη ή φράση αν δεν έχει να πει κάτι σημαντικό ή αν δε βάλει το φιτίλι ενός καλά κρυμμένου μυστικού, το οποίο κρατάει σε διαρκή εγρήγορση το μυαλό και τις δυνάμεις του αναγνώστη.

Ο συγγραφέας με συλλογισμούς καθαρούς και αλλεπάλληλους καταλήγει στη δική του αντίληψη ακόμα και μέσα από φαινομενικές παραδοξότητες. Η παρατηρητικότητά του αιφνιδιάζει, ο δε προσωπικός του στοχασμός μεταφέρεται επιδέξια στη σκέψη των ηρώων.

Ο Γιάννης Καλπούζος ξέρει να περιγράφει. Πιστά μεν αλλά και με ποιητική διαύγεια, ζωγραφίζει τοπία, μάχες, φυσικά φαινόμενα. Τη νύκτια ερημιά ενός δρόμου, την παραζάλη ενός χορευτικού κέντρου, την ατμόσφαιρα ενός καφενέ η μιας χοροεσπερίδας, τις αγορές, τους κήπους, τις εξοχές.

  Όλες αυτές οι αρετές δυναμωμένες από μια προσωπική έκφραση που διατηρεί τον τόνο της από την αρχή ως το τέλος του μυθιστορήματος. Ο Καλπούζος δημιουργεί ύφος. Αποφεύγει συστηματικά τη φράση ή τη λέξη μεγάλης κατάχρησης και γνωρίζει καλά τον ρόλο μιας λέξης στη φράση, ακόμα και τις αποχρώσεις που δύναται να λάβει η ίδια λέξη σε διαφορετική φράση.

 Ο Καλπούζος αποδεικνύει για ακόμα μια φορά ότι διαθέτει φαντασία και ξέρει να αφηγείται. Χαράζει βαθιά την κοίτη και ελέγχει τους χείμαρρους της έμπνευσής του, ώστε να μη συναντάς πουθενά την αμηχανία ή τον πλεονασμό.

Η πεζογραφία, όσο και αν απομακρύνθηκε στις μέρες μας από τον τύπο των κλασικών μυθιστορημάτων, έχει ανάγκη από έναν μύθο και την ανάπτυξή του. Το πρώτο το δίνει η φαντασία και τον άλλο η αφηγηματική δεινότητα. Με τούτα τα όπλα ο Γιάννης Καλπούζος κερδίζει για ακόμα μια φορά τον απαιτητικό αναγνώστη σε μια μυθιστορία πού θα παραμείνει κλασική.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Εκπλήσσομαι ακούγοντας από επίσημα ελληνικά στόματα να υποστηρίζουν ότι δε συντελέστηκε γενοκτονία στον Πόντο, όταν αρκετοί Τούρκοι ιστορικοί και άνθρωποι των γραμμάτων την αποδέχονται στα συγγράμματά τους και όταν όλα όσα κατά τον Ο.Η.Ε. συνιστούν γενοκτονία έχουν συμβεί στον Πόντο.

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να αναγνωριστεί παγκοσμίως για να καταγραφεί η ιστορική αλήθεια, για να μην ξανασυμβούν τα ίδια, για να τιμηθεί η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών και για να συμφιλιωθούν οι ίδιοι οι Τούρκοι με την ιστορία τους και να γκρεμίσουν στην Κερασούντα το άγαλμα του Τοπάλ Οσμάν, του μεγαλύτερου μακελάρη του ελληνισμού του Πόντου. Εάν, βεβαίως, στόχος μας είναι να υψώσουμε το μίσος απέναντι στον τουρκικό λαό, τότε τραβάμε σε λάθος πορεία.

Θα πρέπει να εργαστούμε για την αναγνώριση και να αφήσουμε στην άκρη τις συνθηματικού χαρακτήρα διαμαρτυρίες με τις ανούσιες κραυγές, οι οποίες σβήνουν την επόμενη στιγμή. Εκείνο που θα ωφελούσε θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Εβραίων σε σχέση με το Ολοκαύτωμα. Επιχορηγήσεις σε μελετητές, φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες για τη συγκέντρωση στοιχείων, καθώς και διοργάνωση διεθνών επιστημονικών συνεδρίων και δημιουργία πανεπιστημιακών εδρών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αντικείμενο τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Επίσης, συνεργασία με τους Αρμενίους, τους Ασσύριους και το δημοκρατικό κίνημα της Τουρκίας.

Πέραν αυτών, τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ύψωσαν το κεφάλι ύστερα από αλλεπάλληλους κατατρεγμούς, πρέπει να αποτελέσουν σημείο αναφοράς και φωτεινό παράδειγμα-πρότυπο για τους σημερινούς Έλληνες. Ιστορικό σηματωρό, για να κατορθώσουμε να δούμε το παρόν και το μέλλον με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση.

Απόσπασμα από το βιβλίο ΣΕΡΡΑ. Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Ο Γαληνός προσπάθησε να τον αποτρέψει, όμως με τον μπό­γο στα χέρια να τον βαραίνει δεν τα κατάφερε. Αναγκάστη­κε στο τέλος να τον ρίξει καταγής και να τρέξει ξοπίσω του.

Τη στιγμή που τον πρόφτασε πετάχτηκαν ουρλιάζοντας από τέσσερα σημεία οι άντρες του Γελίμ Ογλού με προτετα­μένα τα όπλα τους. Τελευταίος φάνηκε στην πόρτα του σπι­τιού ο Χαμζά Χαφίζ.

«Ψάξτε για τον άλλον!» πρόσταξε, και τρεις άντρες του κινήθηκαν κατά το ποτάμι.

Ο Όμηρος είχε γαντζωθεί τρομοκρατημένος στα πόδια του πατέρα του. Ο Χαμζά Χαφίζ πλησίασε και χωρίς καμιά προειδοποίηση κοπάνησε με το κοντάκι του όπλου τον Γα­ληνό κατάμουτρα. Όλα θόλωσαν γύρω του κι έπεσε αιμό­φυρτος στο χώμα.

Τον κουβάλησαν στο ανώγειο, ερεύνησαν στα ρούχα του κι ανακάλυψαν όσα χρήματα βαστούσε. Έφεραν και τον μπό­γο που πέταξε στον δρόμο και τον άδειασαν στη μέση της κάμαρας. Έπειτα, γνωρίζοντας ο Χαμζά Χαφίζ απ’ την επο­χή της σφαγής των Αρμενίων ότι πολλοί εξορισμένοι κατά­πιναν χρυσές λίρες, εξανάγκασε τον Γαληνό να πιει ολόκλη­ρο μπουκάλι καθαρτικό. Τον έσπρωξαν σε μια γωνιά και σε λίγο χαχάνιζαν βλέποντάς τον να μην μπορεί να συγκρατή­σει την ακατάσχετη διάρροια.

Αντίκρυ του ο Όμηρος και τα τρία κορίτσια απ’ τη Σάντα είχαν μαζευτεί κουβάρι και κοιτούσαν ωσάν φοβισμένα που­λιά. Ήταν θολές ακόμη οι εικόνες του απ’ το δυνατό χτύπη­μα. Θολός και ο νους του.

genoktonia2017jpg

Σηκώθηκε κι ο Φεχμί, ένα ανθρωπόμορφο τέρας που όποιος τον θωρούσε αναρωτιόταν πώς γέννησε η φύση τόσο δύσμορ­φο πλάσμα, και σκάλιζε με το δάχτυλο τα ρευστά κόπρανα στο πάτωμα. Μην εντοπίζοντας καμιά χρυσή λίρα βάλθηκε να ουρλιάζει και να γρονθοκοπεί τον Γαληνό, ώσπου του φώναξε ο Χαμζά Χαφίζ να σταματήσει και τον έσυρε στα πόδια του.

«Τώρα που ξεκόπρισες, γκιαούρη, μολόγα! Εσύ έστειλες τα έγγραφα και τις φωτογραφίες στη Διοίκηση ή ο Ρούρικ;»

«Εγώ δεν έδωκα τίποτε. Αλλά ούτε ποιος το ’καμε ξεύ­ρω», αποκρίθηκε ο Γαληνός, κι έβγαιναν οι λέξεις απ’ τα πρησμένα του χείλια μισές κι ανέσωστες.

Ο Χαμζά Χαφίζ ένευσε στον Φεχμί. Εκείνος, ξεσκούφω­τος κι αναμαλλιάρης, άδραξε απ’ τα πόδια ένα κορίτσι και το σήκωσε τ’ ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω. Το κο­ρίτσι, θαρρείς δίχως ζωή μέσα του, κρεμόταν όπως το άδειο τσουβάλι. Πάσχιζε μονάχα με τις απαλάμες να κρύψει τη γύ­μνια του, μια και βρακί δε φορούσε, ενώ στους κάποτε ολόα­σπρους μηρούς της απλώνονταν μεγάλα μελανά σημάδια.

«Τούτη τη λένε Σόνα!» φώναξε ο Χαμζά Χαφίζ.

Ο θηριώδης Φεχμί άρχισε να ταλαντεύει το σώμα της Σό­νας ολοένα και πιο έντονα, λες και βαστούσε κουνέλι. Όταν η αιώρηση ξεπέρασε τους ώμους του, έκαμε απότομα δυο βή­ματα δεξιά κι άφησε να σκάσει το κεφάλι της στη γωνία του τζακιού. Μήτε «οχ» δεν πρόλαβε να βγάλει. Ακούστηκε μο­νάχα ο φρικιαστικός ήχος, καθώς έσπαζε το κρανίο της, και αντάμα το ρέκασμα του Γαληνού και τα κλάματα των υπόλοι­πων παιδιών. Τινάχτηκαν τριγύρω και μπόλικα αίματα, ενώ στη συνέχεια ο Φεχμί εκσφενδόνισε στην άλλη άκρη του δω­ματίου το κορμάκι της. Ήταν δεν ήταν εννιά χρόνων η Σόνα.

«Μήπως τώρα θυμήθηκες, Φιλονίδη;» κάγχασε ο Χαμ­ζά Χαφίζ.

Ο Γαληνός είχε χάσει την παροιμιώδη αταραξία του, αν και τα χτυπήματα στο πρόσωπό του δεν επέτρεπαν να φα­νούν τα συναισθήματά του.

«Δε γνωρίζω, ίσως να το έκαμε ο Ρούρικ», ψέλλισε, με τα μάτια στραμμένα στον Όμηρο.

«Το ξεκαθάρισα και στον Ρούρικ, εγώ είμαι μαύρο βου­βάλι, το πιο εκδικητικό ζώο. Θα πάρεις στον λαιμό σου και τις υπόλοιπες και τον γιο σου. Μαρτύρα ποιος έστειλε τα έγ­γραφα και τις φωτογραφίες!»

«Θαρρώ ο Ρούρικ. Αλλά δεν το ξέρω με σιγουριά. Άλλω­στε πνίγηκε μαζί με τους Ρώσους της επιτροπής των μπολσε­βίκων. Έτσι μαθεύτηκε. Δείξε έλεος, εφέντη! Σε τι σου ’φται­ξαν τα παιδιά;»

Απ’ έξω ήχησαν τρεις τέσσερις πυροβολισμοί. Ανακάλυ­ψαν τον Πάντζιο, σκέφτηκε μες στην παραζάλη του ο Γαλη­νός. Διατηρούσε την απατηλή ελπίδα ότι με κάποιο τρόπο θα μπορούσε να παρέμβει και να σωθούν.

«Εσύ δεν έκρυβες την Ταλίν;» ήρθε η νέα ερώτηση του Χαμζά Χαφίζ και συγχρόνως ο Φεχμί άρπαζε ακόμη ένα κο­ρίτσι. «Πες μου πού την έκρυβες, ποιοι σε βοήθησαν και πού βρίσκεται».

«Για όνομα του Θεού, σπλαχνίσου τα δύστυχα τα παιδιά! Η Ταλίν μετανάστευσε στη Ρωσία το 1918 και δεν επικοινω­νήσαμε από τότε».

«Αυτή εκεί τη λένε Μέλη», αρκέστηκε να πει ο Χαμζά Χαφίζ.

Η Μέλη σπάραζε στο κλάμα και μαχόταν να ξεφύγει. Ο Φεχμί την αναποδογύρισε χασκογελώντας κι επανέλαβε τη φρικιαστική σκηνή, τσακίζοντας αυτή τη φορά το κεφάλι του κοριτσιού στον τοίχο.

Οι άντρες του Χαμζά Χαφίζ κάθονταν σταυροπόδι, κά­πνιζαν, έσβηναν τ’ αποτσίγαρα στο πάτωμα και παρακο­λουθούσαν ανέκφραστοι. Ο Όμηρος είχε σφιχταγκαλιαστεί με το τρίτο κορίτσι και κλαψούριζαν. Όσον αφορά τον Γα­ληνό, νόμιζε ότι έσπασε το δικό του κεφάλι. Κατατρομοκρα­τημένος πήρε να εξιστορεί πώς βρέθηκε η Ταλίν στον δρόμο του, ότι την έκρυψε κατόπιν σε σπίτι που νοίκιασε και πολ­λά από όσα συνέβησαν μέχρι να μεταναστεύσει στη Ρωσία, χωρίς ν’ αποκαλύψει ποιοι τον στήριξαν.

Ο Χαμζά Χαφίζ παρέμεινε σιωπηλός. Σηκώθηκε, πήγε κο­ντά στο παράθυρο, κάτι έβγαλε απ’ τον σάκο του και τον ζύ­γωσε, κρατώντας ένα πήλινο δοχείο κι ένα κουτάλι. Βούτη­ξε το κουτάλι στο περιεχόμενο του δοχείου και το έφερε στο στόμα του Γαληνού, ενώ ο Φεχμί τον έπιασε απ’ το σαγόνι και του σφράγισε τη μύτη. Θέλοντας και μη άνοιξε το στόμα ν’ αναπνεύσει και ο Χαμζά Χαφίζ τού μπούκωσε το κουτάλι.

Γλυκιά γεύση μελιού έκαμε τη γλώσσα του να σπαρτα­ρήσει, καθώς τούτη υπάκουε στις αποξαρχής κόσμου καμω­μένες αισθήσεις. Πονούσε φριχτά, ξεσκιζόταν η ψυχή του, κι η γλώσσα να γλυκαίνεται. Αταίριαστο κι αλλόκοτο του φά­νταζε. Συνάμα αναρωτιόταν σε τι αποσκοπούσαν.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες κουταλιές. Θα ’χε καταπιεί ίσαμε είκοσι, όταν κατανόησε τον δόλο του Χαμζά Χαφίζ. Τον τάιζε με παλαλόν ή ζαντόν μελ, ήτοι τρελό μέλι. Το λαλού­σαν οι Τούρκοι ντελί μπαλ και οι αρχαίοι Έλληνες μαινόμε­νο, επειδή όποιος το έτρωγε ζαλιζόταν και συμπεριφερόταν σαν μεθυσμένος. Σε, δε, μεγάλες ποσότητες είχε θανατηφό­ρο δράση. Απ’ αυτό το μέλι κατανάλωσαν και οι Μύριοι του Ξενοφώντα στο όρος Θήχης κι είχαν όμοια συμπτώματα.

genoktonia_ellinwn_pontiwn

Σύντομα ένιωσε να ιδρώνει και να περιέρχεται σε κατά­σταση μέθης. Μάταια πάλευε να επιβληθεί στο σώμα με τη λογική. Ολίγον κατ’ ολίγον ο εγκέφαλος απώλεσε τη δύνα­μή του και διαστρεβλώθηκαν οι λειτουργίες του. Άρχισε τό­τε ο Χαμζά Χαφίζ να ρωτά τα ίδια κι επιπλέον ποιος σκό­τωσε τον αδελφό του, τον τσελεμπί Αχμέτ.

Ο Γαληνός αποκρινόταν δίχως να ελέγχει τις κουβέντες του. Θαρρείς και ξεπηδούσαν από ξένο στόμα ή απύθμενο πηγάδι. Απονενοημένη και παρασάνταλη μάχη συντελούνταν εντός του. Από τη μια αντιμετώπιζε ως αδελφικό φίλο τον Χαμζά Χαφίζ, κι ήθελε όλα να του τα εξομολογηθεί, κι από την άλλη πάσχιζε ν’ αντιπαλέψει την παρόρμηση που του δη­μιουργούσε η μέθη. Ο τρελαμένος νους του χόρευε απάνω σε είκοσι επτά φωτιές, όσα και τα χρόνια του. Γεννούσε εικόνες απ’ την παιδική του ηλικία, έσμιγαν σ’ ένα παράταιρο αντά­μωμα βαφτίσια, γάμοι, κηδείες, τραγικά μαντάτα, γλέντια και κλάματα, σκαρφάλωνε στις κατοπινές εποχές, βυθιζόταν κι αναδυόταν σ’ έναν κόσμο δικό του, μα και ξένο συγχρόνως.

Μες στη φλόγωση και στον σκοτεινό του πυρετό επιχει­ρούσε να προστατεύσει τον Γιαγκούμπ και τον Φεϊζέλ Κιουλ­κάν, αποκρύβοντας τα ονόματά τους, χωρίς να είναι σε θέ­ση ν’ αντιληφθεί αν το πετυχαίνει. Απεναντίας, το κατάλαβε όταν ξεστόμισε το όνομα του εξαδέλφου της Ταλίν, του Βαρ­τάν, όπως κι ότι εκείνη ταξίδεψε στο Σουχούμ. Εκμυστη­ρεύτηκε κι ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, σκηνές που έζη­σαν οι δυο τους και πόσα άλλα. Σάμπως να τα ιστορεί στον πιο καλό του φίλο. Ωστόσο διατηρούσε ακόμη ή επανερχό­ταν πού και πού μια στάλα απ’ τα λογικά του και, νογώ­ντας τι έκαμνε και σε ποιον άνοιγε την καρδιά του, ξεσπού­σε σε γοερά κλάματα.

Όμως ολοένα αδυνάτιζαν οι αντιστάσεις του, ώσπου το πα­λαλόν μελ δηλητηρίασε κάθε κύτταρό του. Θόλωσε το βλέμ­μα του, η ζάλη γυρόφερνε τα πράγματα και πότε έδειχνε να θωρεί από χοντρό μυωπικό γυαλί και πότε να ’ναι ανεβα­σμένος στο κατάρτι πλοίου, να το χτυπούν μανιασμένα κύ­ματα και να κλυδωνίζεται.

Πήρε και να ξεσπά σε βροντερά χαχανητά. Όπως τη στιγ­μή που ο Φεχμί άρπαξε το τρίτο κορίτσι. Τσάκισε το κεφά­λι του στον τοίχο, κι ο Γαληνός γελούσε.

«Είδες τι κέφι φέρνει ο θάνατος;» χλεύασε ο Χαμζά Χα­φίζ. «Σε περιμένει κι άλλη γλύκα, πιο δυνατή».

Βάλθηκε ο Γαληνός και να χορεύει ωσάν καλικάντζαρος πέρα δώθε στην κάμαρα. Ύστερα ο Φεχμί έπιασε απ’ τα πό­δια τον Όμηρο και τον γύρισε ανάποδα. Τον έβλεπε να τα­λαντεύει τον γιο του και χαχάνιζε. Όμως ξαφνικά κόπηκε το γέλιο του. Κάτι, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται τι, τον οδήγησε να βγει απ’ το δωμάτιο και κατέληξε στην αυλή.

Κανείς δεν τον εμπόδισε, ούτε τον κυνήγησε. Τράβηξε τρε­κλίζοντας κατά το ποτάμι, μα στα τριάντα σαράντα μέτρα έπεσε μονοκόμματος καταγής στον κήπο του Γιάννε.

© φωτογραφίας: Δανάη Πίρτση για το Lavart.gr


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

📚 Διαβάζω απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ. Ο Γιάννης Καλπούζος με τη γλαφυρή αφήγησή του μας ταξιδεύει στο χθες και στο σήμερα.

Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας. Την ισοπέδωσε. Τη χάραξε. Της γάζωσε όπως η ραπτομηχανή κάθε κύτταρο. Συγκέντρωσε όλη τη ζωή σ’ ένα όνομα. Σ’ ένα σώμα. Σμίκρυνε τον κόσμο τόσο που τον έβλεπε μεγεθυσμένο μόνο μέσα από τα μάτια του. Όλα έκαναν κύκλο γύρω του. Όλα υπήρχαν γιατί υπήρχε εκείνος. Κι όταν έφυγε, όταν την άφησε όπως αφήνουν τη σκόνη πίσω τους τ’ αυτοκίνητα στους χωματόδρομους, δεν υπήρχε πια κόσμος γι’ αυτήν. Γίνηκε μαύρο πουλί η πλάση. Σκοτεινή έκταση. Μαύρη βροχή. Σιωπή. Κι ο νους της, αντάρα. Ομίχλη πηχτή την κάλυψε ως το ύψος του κεφαλιού της. Της έκρυβε ό,τι υπήρχε γύρω της. Έκρυψε κι εκείνη ό,τι μπορούσαν να δουν οι άλλοι. Κορμί, πρόσωπο, μαλλιά. Όλα κάτω από το ράσο της καλογριάς. Ένα άγαλμα αρχαιοελληνικό ήταν, που το τύλιξε η νύχτα του μεσαίωνα. Έκρυψε ό,τι φαινόταν, πιστεύοντας ότι έτσι θα σβηστεί κι ο εσωτερικός της πίνακας. Ότι θα καλυφτεί μαζί και η μορφή εκείνου. Ότι θα φοβηθεί ο έρωτας το ράσο και θα χαθεί σαν δαίμονας.

Ό,τι κι αν μηχανεύτηκε στάθηκε αδύνατον να την απαλλάξει απ’ την ανάμνησή του. Διαπερνούσαν η εικόνα του, η φωνή και τα φιλιά του τη μαύρη πανοπλία· εμβόλιζαν σταυρούς και προσευχές. Εισχωρούσε μέσα σε κάθε κάστρο που ύψωνε και φώλιαζε στον νου της, στην ψυχή της. Αναστάτωνε το σώμα της και μονοπωλούσε τα όνειρά της.

Έλεγχε ως κι αυτές τις κινήσεις της. Έδινε εντολές ως παράπλευρος εγκέφαλος σε κάθε νευρώνα της. Έπιανε, για παράδειγμα, να ζωγραφίσει το πρόσωπο ενός αγίου κι όταν ολοκλήρωνε την αγιογραφία διαπίστωνε έκπληκτη ότι είχε αποτυπώσει τη μορφή εκείνου. Άρπαζε τότε σαν δαιμονισμένη το σκεπάρνι και με δυνατά χτυπήματα στο ξύλο αφάνιζε το βέβηλο πρόσωπο. Ύστερα έπαιρνε την πλάνη, λείαινε την ξύλινη επιφάνεια και ξεκινούσε απ’ την αρχή την αγιογραφία, ωσότου διαπιστώσει ότι τα χέρια της ζωγράφιζαν ξανά το πρόσωπό του. Ριχνόταν στο ξύλο με μεγαλύτερη μανία, ίσιωνε το σανίδι, και πάλι το πινέλο και οι μπογιές μέχρι να συμβούν τα ίδια και τα ίδια. Ώσπου δεν έμενε πια ξύλο για να ζωγραφίσει πάνω του.

Επί έξι μήνες ούτε ένα εικόνισμα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Όμως το κακό δεν περιοριζόταν στην άγονη αγιογραφική της. Συνέβαιναν τρομερές σκηνές κι όταν προσευχόταν στο κελί της ή στην εκκλησία.

Ολοκληρώνοντας τα πρώτα σταυροκοπήματα και τις μετάνοιες, σήκωνε τα μάτια προς την εικόνα της γήινης αναπαράστασης του Χριστού. Να συναντήσει εκεί τη γαλήνη. Εντούτοις άλλο την ανέμενε. Παράλλαζε η μορφή Του και στη θέση της αντίκριζε τη φωτογραφία εκείνου. Του πρώην και νυν και αεί αγαπημένου της.

Πάντα μαθαίνουμε πώς ν’ ανεβαίνουμε και ποτέ πώς να κατεβαίνουμε. Κατεβαίνεις απ’ τη νιότη στα γηρατειά, απ’ τη φήμη στην ανωνυμία, απ’ τις παρέες ή τον έρωτα στη μοναξιά…
Γιάννης Καλπούζος

Αλαφιαζόταν. Ένιωθε αμαρτωλή και ανάξια για τον ρόλο που επέλεξε να υπηρετήσει. Κατακεραύνωνε τον εαυτό της με τις αυστηρότερες κατηγορίες και αυτοτιμωρούνταν με ποινές που θα ζήλευαν μέχρι οι δικαστές της Ιεράς Εξέτασης. Πρώτα μαστιγωνόταν με το δικής της έμπνευσης μαστίγιο· επτά μακριά κομποσκοίνια πλεγμένα μεταξύ τους και δεμένοι επτά ευμεγέθεις σταυροί στην άκρη τους. Έπειτα, ξεγυμνωνόταν ως τη μέση και χτυπιόταν μέχρι να ματώσει η πλάτη, το στέρνο και τα στήθη της. Στα τελευταία χτυπήματα έβγαζε όλη της τη μανία, καθώς δε χανόταν από μπροστά της η θέα εκείνου.

Ύστερα σχημάτιζε θηλιά στη μια άκρη ενός χοντρού σπάγγου κι έδενε την άλλη ψηλά στο καρφί που είχε μπήξει στον τοίχο για τον σκοπό αυτό. Περνούσε στη θηλιά το κεφάλι της, αποτραβούσε τα πόδια απ’ το πάτωμα λυγίζοντάς τα κι έσφιγγε ο σπάγγος στον λαιμό της. Ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα μάτια και οι φλέβες του λαιμού να εξογκώνονται και τ’ αυτιά της να βουίζουν. Νόμιζε τότε πως ξεχνούσε τα ανθρώπινα. Ότι ξεχνούσε κι εκείνον. Όμως, λίγο προτού διαβεί τα σύνορα της ζωής, στύλωνε τα πόδια της και ξέσφιγγε τη θηλιά, επιτρέποντας στην ανάσα της να ξαναφτάσει με αδημονία στα πνευμόνια της. Κατά βάθος δεν ήθελε να ισιώσει τα πόδια της. Την ανάγκαζε η αίσθηση του αγριμιού που κινδυνεύει, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, και τη συγκρατούσε η απειλή της αιώνιας τιμωρίας για την καταδικαστέα από την Εκκλησία πράξη της αυτοχειρίας.

Ωστόσο κανένα τέχνασμα, καμιά αυτοτιμωρία, όσο σκληρή κι αν ήταν, δεν τη βοήθησε να τον εξοστρακίσει απ’ τη σκέψη της. Είχε γίνει ένα μ’ αυτόν. Σαν να την έβαψε με κόκκινο μελάνι για να ξεχωρίζει και να τη βλέπει από παντού. Να την εξουσιάζει από απόσταση.

Εντέλει συμβιβάστηκε κι αποδέχτηκε τον ρόλο του εξουσιαζόμενου. Δέχτηκε να τον υπηρετήσει, να αφεθεί στην απόλυτη εξουσία του. Γιατί νόμιζε πως μόνο έτσι θα λυτρωνόταν. Γι’ αυτό την επόμενη εικόνα στην οποία αποτύπωσε το πρόσωπό του δεν την κατέστρεψε. Απεναντίας, ξεδίπλωσε όλο το ταλέντο της. Της έδωσε ζωή απ’ τη ζωή της. Θαρρείς ανάσα, φωνή, αφή.

Την ολοκλήρωσε όπως θα έκανε με μια πραγματική αγιογραφία. Έλειπε μονάχα το φωτοστέφανο. Τη στίλβωσε, κάρφωσε στο πίσω μέρος τον μικρό γάντζο, την έκρυψε κάτω από το ράσο της για να τη μεταφέρει απ’ το εργαστήρι στο κελί της κι εκεί την κρέμα- σε στο εικονοστάσι. Πλέον προσευχόταν στην εικόνα του. Σ’ αυτόν έκανε μετάνοιες. Εκεί, κάτω απ’ το εικονοστάσι, περνούσε όλες τις ώρες που δε συμμετείχε στις εργασίες της Μονής ή δεν παρακολουθούσε τις θείες λειτουργίες, τις παρακλήσεις και τις δοξολογίες.

Ηρέμησε. Με έκπληξη διαπίστωσε το γαλήνεμα της ψυχής της. Ισορρόπησε το μέσα της με τον έξω κοινοβιακό κόσμο. Έπαψε να εκνευρίζεται, να αυτοτιμωρείται και το πρόσωπό της ακτινοβολούσε. Ούτε τον έβλεπε μπροστά της σε κάθε βήμα. Όπου υπήρχαν εικόνες του Χριστού, έβλεπε τον Χριστό. Καταπιάνονταν με αγιογραφίες και πια ζωγράφιζε αγίους, την Παναγία, οσίους. Μόνο που ανυπομονούσε να επιστρέψει στο κελί της. Να βρεθεί μαζί του. Να του εκδηλώσει τη λατρεία και την αφοσίωσή της.

Τον πρώτο καιρό δεν απέφυγε τις ενοχές. Αισθανόταν ότι προδίδει τον Θεό. Ότι ήταν αμαρτωλή και διέπραττε μέγιστη ασέβεια. Όμως όταν πήγαινε στο τέμπλο της εκκλησίας και πλέον δεν παράλλαζαν τα πρόσωπα των αγίων, ησύχαζαν μέσα της οι ερινύες. Μετατρέπονταν σε γλυκές σειρήνες, οι οποίες υποστήριζαν ότι κατάφερε με την πράξη της να αγγίξει το ιερό απλησίαστο.

Έτσι αποτίναξε τους δισταγμούς της. Όπως τινάζεις τα μυρμήγκια που καμιά φορά ανεβαίνουν στο μανίκι σου. Δεν ένιωθε πια αμαρτωλή και κολασμένη. Μόνο έναν φόβο είχε. Μην μπει στο κελί της η ηγουμένη ή κάποια από τις μοναχές και αποκαλυφθεί η ιεροσυλία της, η ειδωλολατρία της.

Προκειμένου να περιορίσει τον κίνδυνο, λάβαινε προ- φυλάξεις κάθε φορά που εγκατέλειπε το κελί της. Αποκαθήλωνε απ’ το εικονοστάσι την εικόνα του αγαπημένου της και την έκρυβε ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα. Εκεί τη φύλαγε και μετά τη βραδινή προσευχή, για ν’ αποκλείσει τυχόν νυχτερινή εφόρμηση. Την έπαιρνε στο κρεβάτι της και κοιμόταν μαζί της. Ολόγυμνη, μη βεβηλώσει το ράσο της. Θα τη χαρακτήριζε κανείς σαν δυο ζωές σε μια ύπαρξη. Ωστόσο με σύνορα μεταξύ τους.

Πλέον ξυπνούσε ευδιάθετη. Τόσο ευδιάθετη, που δεν πέρασε απαρατήρητη η αλλαγή από τις υπόλοιπες μοναχές. Ούτε από την ηγουμένη, η οποία την πλησίασε μια μέρα και της είπε με μειλίχιο ύφος: «Είδες! Τώρα που πέρασε η περίοδος της προσαρμογής βρήκες τη γαλήνη».

Προς στιγμήν τής γεννήθηκαν ενοχές. Όμως εξαφανίστηκαν λίγο αργότερα, όταν στάθηκε κάτω από την εικόνα εκείνου και εξομολογήθηκε. Είχε την καθαρτήριο δεξαμενή της. Το λευκαντικό της ψυχής της.

Το πλέον παράδοξο ήταν πως κανένα ίχνος νοσταλγίας δεν την έδενε με την προηγούμενη ζωή της. Μήτε της έλειπε καθόλου η σαρκική επαφή. Ακόμη κι αν μπορούσε να ξαναφέρει κοντά της τον αγαπημένο της με σάρκα και οστά, το πιθανότερο δε θα της προκαλούσε την ίδια συγκίνηση. Όλα είχαν υποκατασταθεί από την εικόνα του. Από το μυστήριο της προσωπικής της λατρείας. Ωσάν να κόπηκε ξαφνικά ο ομφάλιος λώρος με τις γενετήσιες ορμές της και κάθε άλλη ανάγκη συνεύρεσης με κείνον. Τον είχε αντικαταστήσει μια εικόνα.

Η εικόνα του την εξουσίαζε, αλλά και η ίδια την εξουσίαζε με τον τρόπο της. Δεν μπορούσε να της φύγει, όριζε τη θέση της και ήταν έτοιμη ν’ ακούσει ανά πάσα στιγμή τις προσευχές και τις εξομολογήσεις της. Διά μέσου της εικόνας όριζε κι εκείνον. Θα υπήρχε όπως ήθελε η ίδια να υπάρχει. Όπου θα τον τοποθετούσε.

Οι φιλόσοφοι ή οι ψυχολόγοι ενδεχομένως θα τη συνέκριναν με την εξουσιαζόμενη μνήμη και την εξουσία της μνήμης πάνω σε ό,τι την εξουσιάζει. Εξουσίες που σμίγουν σαν τα ποτάμια, γίνονται ένα τα νερά τους και πλέον είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις ποια ανήκουν πού.

Μπλέκονταν τα νερά των ποταμών μέσα της, αλλά η ίδια δεν ένιωθε πως ήταν βυθισμένη σ’ αυτά. Της αρκούσε ο βυθός που της χάρισε η εικόνα του. Ο προσωπικός της βυθός. Ωστόσο, επέτρεπε πότε πότε στον εαυτό της να βυθίζεται και μαζί με τον ήλιο, καθώς αυτός μαγευόταν απ’ τα νερά του Ιονίου και χαμήλωνε μέχρι να χαθεί στα γυάλινα πηγάδια τους. Θαρρείς να ψάξει το δαχτυλίδι του Θησέα. Βυθιζόταν κι η καλογριά μαζί του κι ας ήταν τούτο αντρική δουλειά.

Ένα απόγευμα την τράβηξε ο ήλιος ως το καμπαναριό της Μονής. Ανέβηκε τα σκαλιά, αγνάντευε ολόγυρα και τη συνεπήραν οι γλυκασμοί της φύσης. Τη μάγεψαν και λησμόνησε ως και αυτόν τον μεγάλο της έρωτα. Είχε λησμονήσει πρωτύτερα και να κατεβάσει την εικόνα του απ’ το εικονοστάσι του κελιού της.

Βασιλεύοντας ο ήλιος, επέστρεφε με μια αχτίδα του να στολίζει το βλέμμα της. Όμως, αντικρίζοντας την ηγουμένη, πάγωσε. Έβγαινε απ’ το κελί της και δίχως άλλο θα ’χε δει την εικόνα του αγαπημένου της. Πανικοβλήθηκε κι έτρεμε ολόκληρη, αδυνατώντας να κάμει έστω ένα βήμα. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος της κι ούτε μια λογική σκέψη δε συνταίριαζε ο νους της. Τη διαφέντευε ο φόβος. Αλλά ούτε την πηγή του φόβου μπορούσε να εντοπίσει. Ήταν γιατί αποκαλύφθηκε το μυστικό της; Γιατί θα τη στιγμάτιζαν και ίσως την έδιωχναν απ’ το μοναστήρι; Μήπως επειδή κινδύνευε να βρεθεί ξανά στον κόσμο όπου κάποτε έζησε με κείνον; Μήπως όλα μαζί; Ή ήταν αυτή η ανεξήγητη γαλήνη στο πρόσωπο της ηγουμένης;

Η ηγουμένη έφτασε σχεδόν στα δυο μέτρα και τίποτα ανησυχητικό δε μαρτυρούσε το πρόσωπό της. Σαν να μην αντιλήφθηκε καν την παρουσία της μοναχής. Μήπως δεν είχε δει την εικόνα; Μια μικρή φλόγα άρχισε να τη ζεσταίνει. Μάλλον αυτό συνέβη. Δεν είχε προσέξει την εικόνα στο εικονοστάσι της.

Η ηγουμένη στάθηκε απέναντί της.
«Φαίνεσαι ταραγμένη», της είπε.
Δεν απάντησε, μόνο έσκυψε το κεφάλι.
«Φαίνεσαι σαν να κρύβεις κάτι».

Ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Προφανώς η αποκάλυψη είχε συντελεστεί και θα έδινε λόγο για την πράξη της. Όσο για το μειλίχιο ύφος της ηγουμένης, ήταν γιατί εδώ διέφεραν οι πρακτικές. Δεν άρμοζαν οι φωνές και ο θυμός. Όλα θα γίνονταν ήσυχα. Όφειλε κι η ίδια να δεχτεί με στωικότητα την τιμωρία της.

«Όμως δεν πρέπει ν’ ανησυχείς», πρόσθεσε η ηγουμένη.
Χάθηκε πάλι σε δύσβατους λόγγους η σκέψη της. Πουθενά δεν έβλεπε μονοπάτι.
«Έλα μαζί μου».

Δεν αντέδρασε. Πήγαινε πίσω της όπως η σκιά. Την ακολουθούσε λες και δεν είχε κορμί, μόνο ράσο.

Η γερόντισσα στράφηκε και την έπιασε απ’ το χέρι. Την οδήγησε στο πρώτο κελί, ύστερα σε δεύτερο, σε τρίτο… Συνολικά διάβηκαν από δώδεκα κελιά και παντού της έδειχνε το προσωπικό εικονοστάσι των καλογριών. Εμβρόντητη διαπίστωσε ότι και οι δώδεκα είχαν τοποθετήσει εκεί τις εικόνες των πρώην αγαπημένων τους. Θωρούσε και δεν το πίστευε. Με αλλόκοτο όνειρο της φαινόταν. Διεστραμμένο.

Προτού προλάβει να συνέλθει, την οδήγησε στη δεύτερη πτέρυγα κι έπειτα στην τρίτη και τελευταία. Στη δεύτερη πτέρυγα οι εικόνες των παλιών εραστών αποτυπώνονταν με πιο αχνά χρώματα. Σαν να χάνονταν σιγά σιγά τα πρόσωπα. Να λησμονιούνταν. Στην τρίτη είχαν αντικατασταθεί με κανονικά εικονίσματα.

Χαρά και θλίψη, φωτιά και νερό, μάχονταν στην ψυχή της. Απαλύνονταν οι ενοχές και οι φόβοι της με τον κατακερματισμό της αμαρτίας, αλλά ταυτόχρονα πονούσε καθώς διαπίστωνε ότι με τον χρόνο εξαφανίζονταν τα λατρεμένα πρόσωπα. Δεν ήθελε να της συμβεί το ίδιο. Να πιστέψει ότι κάποτε θα φτάσει στην τρίτη πτέρυγα. Ότι θα πάψει να λατρεύει το πρόσωπο εκείνου. Όχι, ούτε να το διανοηθεί.

Της ερχόταν να ουρλιάξει. Να βγάλει φωνή, όση όλες μαζί οι φωνές των ανθρώπων. Να κομματιαστεί, θαρρείς και τον έχανε μόλις τώρα. Να της τον έπαιρναν όπως το μωρό απ’ το βυζί για να το σφάξουν.

Γιατί αβγατίζει ο πόνος όταν είσαι πονεμένος και σου λένε πως θα ξεχάσεις. Γιατί τότε δε θέλεις να ξεχάσεις. Γιατί πονάς και νιώθεις πως θα πονάς για πάντα. Γιατί αν δε νιώθεις ότι θα πονάς για πάντα, τότε δεν είναι αληθινός ο πόνος. Κι αφού ο πόνος και η αγάπη πάνε αντάμα, αν δε νιώθεις ότι θ’ αγαπάς για πάντα, τότε δεν αγαπάς αληθινά. Αλλά κι αν σβήσει στο μέλλον η αγάπη σου, δε θέλεις να το ξέρεις από πριν. Αγάπη με ημερομηνία λήξης δεν υπάρχει, τουλάχιστον από τα πριν γραμμένη. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει καν η αρχή.

Έτσι στοχαζόταν κι έτσι ένιωθε η μοναχή. Δίχως να είναι σε θέση να ζυγίσει πότε ήταν πιο βαθύς ο πόνος. Όταν έχασε τον αγαπημένο της ή τώρα που η ηγουμένη υπονόησε πως σιγά σιγά θα τον ξεχάσει.

Την είδε που βασανιζόταν η ηγουμένη, την ξανάπιασε απ’ το χέρι, την τράβηξε απαλά ως το δικό της κελί κι εκεί της έδειξε το εικονοστάσι της. Έστεκε ψηλά, ανάμεσα σε άλλα εικονίσματα, ένας νέος, καβαλάρης σε σταχτί άλογο. Όχι ο Αϊ-Γιώργης. Τούτος ήταν ο αγαπημένος της γερόντισσας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν.

Η μοναχή κοίταζε μια τον καβαλάρη, μια την ηγουμένη, ώσπου την άκουσε να λέει: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ!»

Έτσι της είπε κι έσταζε, σαν απ’ το αναμμένο καντήλι, γλυκιά η φωνή της. Γλυκιά φωτιά που ημέρεψε τα μέσα της. Αέρας, που ’πλεκε το φεγγάρι στα μαλλιά της.

Άφησε να κυλήσουν δυο δάκρυα, καυτά, θαρρείς βγαλμένα απ’ τη λάβα του έρωτα. Ύστερα έσκυψε, φίλησε το χέρι της ηγουμένης κι αναστημένη βγήκε κλείνοντας την πόρτα. Προχωρούσε στον διάδρομο κι είχε μια εκτυφλωτική λάμψη στα μάτια. Μια πίστη απίστευτη. Για ποιον; Για τον αγαπημένο της; Για την εικόνα του αγαπημένου της; Πίστη και δέος για όσους μένουν πιστοί για πάντα;

Στο κελί η ηγουμένη πάτησε με προσοχή στο τρίπατο ξύλινο σκαμνί. Άπλωσε τα χέρια και κατέβασε την εικόνα του καβαλάρη. Στη θέση της τοποθέτησε εκείνη του Χριστού. Έπειτα πήγε ως την άλλη γωνία. Άνοιξε ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο και αναποδογύρισε την αγιογραφία του καβαλάρη πάνω σε μια στοίβα από σκονισμένες εικόνες κοσμικών προσώπων. Τούτες ανήκαν κάποτε στις καλογριές της τρίτης πτέρυγας. Έκλεισε το καπάκι και, όπως ίσιωνε αργά αργά το κορμί της, μονολόγησε:
«Πού ξέρεις, μπορεί να βρεθεί μια μέρα και κάποια που δε θα ξεχάσει ποτέ».

Το βιβλίο ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ περιλαμβάνει 19 διηγήματα και μια παραλογή, με καλπάζουσα και φουρτουνιασμένη γλώσσα, για τον έρωτα, τον γενέθλιο τόπο ως παντοτινή πατρίδα, τις αποχρώσεις των ονείρων, την εξουσία της φήμης, την τραγικότητα της μοναξιάς, την κοινωνική μειονεξία, τους «επικίνδυνους» ποιητές, το βάπτισμα στο αίμα της τέχνης, τα θηρία που μας τρώνε ψυχή, νου και κορμί, τη θεία φύση και τη γυναίκα-ζωή.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Το μυθιστόρημα ξεκινά στην Τραπεζούντα τον Ιούνιο του 1915. Ο Αʹ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται, οι περισσότεροι άντρες του Ελληνισμού του Πόντου από 18 έως 45 χρόνων στενάζουν στα τάγματα εργασίας (Αμελέ Ταμπουρού), απ’ όπου ελάχιστοι βγαίνουν ζωντανοί, ενώ οι χωροφύλακες καταδιώκουν τους φυγόστρατους και τους συγγενείς τους. (περισσότερα…)


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Η μυθοπλασία του Ιμαρέτ διαδραματίζεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία χάνει συνεχώς εδάφη, ενώ με το Τανζιμάτ του 1839 και το Χατιχουμαγιούν του 1856 (σουλτανικά φιρμάνια) έχουν γίνει σημαντικές μεταρρυθμίσεις στην κατεύθυνση της ισονομίας των πολιτών και της παροχής ελευθεριών στους χριστιανούς. Την ίδια περίοδο, και μέχρι το 1881, τα σύνορα του ελληνικού κράτους βρίσκονται στη γραμμή Παγασητικού-Αμβρακικού κόλπου, κι ακόμη δεν έχουν απελευθερωθεί η Θεσσαλία και η Ήπειρος. Η Άρτα, η οποία υποτάχθηκε στους Οθωμανούς το 1449, βρίσκεται κοντά στα σύνορα με φυσικό όριο, προς την Αιτωλοακαρνανία και την ελεύθερη Ελλάδα, τον μικρό ποταμό Άννινο.

Στις 15 Ιανουάριου 1854 εξεγείρονται οι κάτοικοι του Ραδοβυζίου και των Τζουμέρκων (περιοχές της επαρχίας Άρτας και συγχρόνως βουνά της οροσειράς της Πίνδου), ενώ στη συνέχεια η επανάσταση εξαπλώνεται σε όλη την Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Δυτική Μακεδονία. Ντόπιοι πρόκριτοι και οπλαρχηγοί ηγούνται της επανάστασης στην Άρτα κι ενισχύονται με μικρά τμήματα υπό τον υπολοχαγό του Ελληνικού Στρατού Σπύρο Καραϊσκάκη (γιος του Γεώργιου), τον Δημήτριο Γρίβα και άλλους. Διεξάγονται μάχες στα ορεινά, οι επαναστάτες καταλαμβάνουν τα λιμάνια του Αμβρακικού κόλπου κι έως τις 24 Ιανουαρίου ελέγχουν όλη την ύπαιθρο μέχρι τις εκβολές του Αράχθου, πλην μερικών χωριών του κάμπου και της πόλης όπου οχυρώνεται ο Οθωμανικός Στρατός. Οι επαναστάτες συγκροτούν στρατηγείο στο Πέτα και κυκλώνουν την πόλη. Ακολουθούν νέες περιφερειακές μάχες και επιτίθενται στην Άρτα, καταλαμβάνοντας για λίγες ώρες την πόλη εκτός από το κάστρο. Ο επαναστατικός αγώνας κρατά μέχρι τον Απρίλιο με συγκρούσεις και διαστήματα απραξίας. Οι Οθωμανοί ενισχύονται με τμήματα στρατού, διχόνοιες ξεσπούν ανάμεσα στους Έλληνες οπλαρχηγούς και πολλοί αποχωρούν, ώσπου στις 13 Απριλίου 6.000 Οθωμανοί στρατιώτες επιτίθενται στους 600 εναπομείναντες αντάρτες στο Πέτα. Οι Έλληνες ηττώνται και η επανάσταση εκπνέει.

Δεύτερο επαναστατικό κίνημα ξεσπά στο Ραδοβύζι και στα Τζουμέρκα τον Δεκέμβριο του 1866.
Οι πολεμικές συγκρούσεις περιορίζονται στα ορεινά, ενώ στην πόλη της Άρτας άτακτα σώματα Αλβανών προβαίνουν, με την καθοδήγηση των οθωμανικών αρχών, σε λεηλασίες καταστημάτων και βιαιοπραγίες. Με μικρής έκτασης συμπλοκές η επανάσταση διαρκεί μέχρι το καλοκαίρι του 1867, οπότε και σβήνει.

Moutzali_Arta_10

Τον Ιανουάριο του 1878 εξεγείρονται και πάλι οι κάτοικοι του Ραδοβυζίου και των Τζουμέρκων. Διεξάγονται μάχες στη γέφυρα της Πλάκας, στο Δημαριό και, η πλέον πολύνεκρη, στο Κλείτσοβο (σήμερα Κλειδί). Παρά τις νικηφόρες μάχες των Ελλήνων, κι όπως καμιά βοήθεια δεν έρχεται πλέον απ’ την ελεύθερη Ελλάδα μετά τη μάχη στο Κλείτσοβο, η επανάσταση εξασθενεί. Ωστόσο, εκτιμάται ότι συνέβαλε να ληφθεί η απόφαση που καταγράφηκε στο 13ο πρωτόκολλο της 5ης Ιουλίου 1878 κατά το συνέδριο των μεγάλων δυνάμεων στο Βερολίνο. Σύμφωνα με αυτή καλούσαν τον σουλτάνο να διαπραγματευτεί και να συμφωνήσει με την Ελλάδα για τη διευθέτηση των συνόρων στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία.

Ύστερα από συνεχείς αναβολές των συνομιλιών και σκόπιμες καθυστερήσεις από πλευράς της οθωμανικής ηγεσίας υπογράφεται στις 24 Μαΐου 1881 στην Κωνσταντινούπολη η σύμβαση που προέβλεπε την παραχώρηση στην Ελλάδα της Θεσσαλίας και μέρος της Ηπείρου, δηλαδή της περιοχής της Άρτας ανατολικά του Αράχθου.

Στις 24 Ιουνίου 1881 ο Ελληνικός Στρατός εισέρχεται στην πόλη της Άρτας, έπειτα από 432 χρόνια Οθωμανοκρατίας, ενώ τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους την επισκέπτεται ο βασιλιάς Γεώργιος Α’.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Στους χαλεπούς  καιρούς που διανύουμε ως έθνος αλλά και ως ανθρωπότητα, όπου βρίθουν το μίσος, ο ρατσισμός, η τρομοκρατία, ο φανατισμός, η ξενοφοβία και η γκετοποίηση των συνανθρώπων μας ανάλογα με το χρώμα, τη θρησκεία ή τη χώρα προέλευσής τους, το βιβλίο αυτό του εξαίρετου και αγαπημένου λογοτέχνη Γιάννη Καλπούζου έρχεται να γεφυρώσει προαιώνια και αγεφύρωτα ‘χάσματα’ μεταξύ των διαφορετικών πολιτισμών. Επιδιώκει να συμφιλιώσει τους ‘διχασμένους’, μπερδεμένους  και αναποφάσιστους εφήβους, παροτρύνοντάς τους να εστιάζουν περισσότερο στις ομοιότητες παρά στις διαφορές, στην αγάπη παρά στο μίσος, στην ανεκτικότητα παρά στην απόρριψη, στην συμφιλίωση παρά στην αντιπαλότητα και την έχθρα. Πολλά συγχαρητήρια στον συγγραφέα και στις εκδόσεις Ψυχογιός για ένα υπέροχο εφηβικό ανάγνωσμα το οποίο αξίζει να διαβαστεί από όλους και δίκαια πρέπει να κατέχει μία περίοπτη θέση δίπλα στα αριστουργήματα της παγκόσμιας κλασσικής παιδικής  και εφηβικής  λογοτεχνίας.

(Κλειώ Τσαλαπάτη, απόσπασμα κριτικής για την ειδική έκδοση του ΙΜΑΡΕΤ για εφήβους, blog «Φίλοι Της Λογοτεχνίας») (περισσότερα…)


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Η συγκίνηση, η ομορφιά, ο ενθουσιασμός, το παράπονο, οι μεγάλες αντιθέσεις, τα χρώματα, οι μυρουδιές, η άναρχη οικοδομική άλωση, η καλαισθησία, το κακόγουστο, οι ζεστοί και φιλόξενοι άνθρωποι, όλα σμίγουν με έναν παράξενο και γοητευτικό τρόπο στην Πόλη. Το καταστάλαγμα είναι ότι σε κερδίζει απόλυτα και, φεύγοντας, τη νοσταλγείς αθεράπευτα.

Οι πρώτες δύο μέρες πέρασαν στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο Μπουγιούκ Τσεκμετζέ, μία ώρα από το κέντρο της Κωνσταντινούπολης με τα λεωφορεία-μετρό (metro bus). Μέγα πλήθος κατέκλυζε τον τεράστιο εκθεσιακό χώρο, με τις νέες και τους νέους να αποτελούν την πλειονότητα, ενώ πάμπολλες ήταν και οι οικογένειες μεταξύ των επισκεπτών. Αξιοπρόσεκτο γεγονός οι επωνυμίες πολλών τουρκικών εκδοτικών οίκων: «Πήγασος», «Έψιλον», «Όλυμπος», «Άλφα», «Άρτεμις», «Ίκαρος», «Δαίδαλος», «Καλυψώ», «Ωμέγα» κτλ. Έτερο αξιοπερίεργο γεγονός οι χιλιάδες των αναγνωστών που έσπευδαν για υπογραφές σε ορισμένους συγγραφείς (με αδιαφιλονίκητη πρώτη σε δημοφιλία την Αμερικανίδα Σάρα Τζίο). Μπορεί να περίμεναν στις ουρές τέσσερις και πέντε ώρες ώσπου να τους υπογράψει το νέο της βιβλίο.

poli_kalpouzos7Σε ό,τι με αφορά, έζησα συγκινητικές στιγμές όταν αρκετοί Τούρκοι αναγνώστες με επισκέφθηκαν
στο περίπτερο του εκδοτικού οίκου Pena για συζήτηση και υπογραφές του μυθιστορήματος Ιμαρέτ, που κυκλοφορεί στα τουρκικά. Πολλοί ήρθαν έπειτα από πρόσκληση και παρακίνηση Ελλήνων φίλων τους. Συγκινητική και η στιγμή όταν με επισκέφθηκαν πέντε άτομα από τον σύλλογο ανταλλαγέντων μουσουλμάνων από τα Βαλκάνια και συζητήσαμε επί μακρόν. Ως επιστέγασμα κρατάω τη φράση μιας αναγνώστριας: «Ευτυχώς, υπάρχουν κάποιοι στην Ελλάδα που μας αγαπάνε».

Η συνέχεια, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Βιβλίου, ήταν η ομιλία μου στην αίθουσα Καραντενίζ (Μαύρη Θάλασσα), με θέμα: «Ιστορικό μυθιστόρημα, γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων». Η ομιλία έγινε στα ελληνικά, και μετέφραζε ο Χαρούν Ομέρ Ταρχάν. Ξεκινήσαμε με ένα τραγούδι, το Αμάν Μέμο, που αναφέρεται και στο Ιμαρέτ, ενώ η εκδήλωση, την οποία παρακολούθησαν περί τα 400 άτομα, έκλεισε πάλι με τραγούδια σε τουρκικούς και ελληνικούς στίχους. Στο μουσικό μέρος, με αφιλοκερδή συμμετοχή, η Μεχτάπ Ντεμίρ, η Κατερίνα Παπαδοπούλου, ο Γιώργος Μαρινάκης και ο Χρήστος Ψωμιάδης. Όλοι εξαιρετικοί! Συγχρόνως, μαζί με τα τραγούδια προβάλλονταν εικόνες από την παλιά Άρτα, ενώ διαβάσαμε και αποσπάσματα από το Ιμαρέτ και στις δύο γλώσσες.


poli_kalpouzos6Η επόμενη μέρα
με βρήκε στο Σταυροδρόμι ή Πέραν ή Μπέγιογλου, προσκεκλημένο από το Ζωγράφειο Λύκειο. Ο Γιάννης Δεμιρτζόγλου, ο διευθυντής του ιστορικού ελληνικού σχολείου, όπως κι όλοι οι καθηγητές αποδείχθηκαν μια ζεστή αγκαλιά, η οποία μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ όταν μίλησα στους μαθητές και στη συνέχεια ανοίξαμε έναν όμορφο και δημιουργικό διάλογο. Η συγκίνησή μου χτύπησε κόκκινο. Βεβαίως σιγόκαιγε και το παράπονο, μιας και πλέον στο σχολείο φοιτούν μόνο 40-45 μαθητές (δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο).


Την Τρίτη
με περίμενε μια εξίσου συγκινητική μέρα, καθώς ήμουν καλεσμένος στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στο Φανάρι. Η πρωτοβουλία ανήκε στον φιλόλογο Γιάννη Γιγουρτσή, ο οποίος ζει εδώ και 8 χρόνια στην Πόλη. Πρόκειται για ένα σχολείο που αποτελεί τη συνέχεια της Μεγάλης Βυζαντινής Σχολής και λειτούργησε στην Ξηροκρήνη (Κουρούτσεσμε) και στο Φανάρι σχεδόν καθ’ όλη τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ύστερα, παρέα με τη φίλη Κατερίνα Παπαδοπούλου, φτάσαμε ως το καφέ Pierre Loti, πέρα από το Εγιούπ, στην αρχή του Κεράτιου Κόλπου, και στο ομώνυμο ύψωμα. Η ομίχλη που σκέπαζε την Πόλη μετρίαζε εν μέρει την ομορφιά του τοπίου. Κατόπιν επισκεφθήκαμε το Καπαλί Τσαρσί, το Μισίρ Τσαρσί και τον Γαλατά, περπατήσαμε στη Μεγάλη Οδό του Πέραν (τη σημερινή Ιστικλάλ) κτλ.

Είχα πέντε χρόνια να επισκεφθώ την Πόλη, αλλά ένιωθα σαν να ήμουν εκεί μόλις πριν από μία εβδομάδα.

Γενικές διαπιστώσεις:

‒ Οι μαντίλες και οι φερετζέδες αυξήθηκαν κατά πολύ σε σχέση με το προηγούμενο ταξίδι μου στην Πόλη το 2010, στο πλαίσιο της έρευνάς μου για το μυθιστόρημα Άγιοι και δαίμονες, το οποίο, παρεμπιπτόντως, επανακυκλοφορεί στις 19 Νοέμβρη από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.

‒ Στο μετρό και στα λεωφορεία συναντάει κανείς αρκετούς να διαβάζουν, ενώ τα νεαρά παιδιά σηκώνονται αμέσως από τις θέσεις τους μόλις μπει ηλικιωμένος.

‒ Μέσα από τις συζητήσεις με φίλους αλλά και τη γενικότερη παρατήρηση προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα των μεγάλων αντιθέσεων ως προς την οικονομική κατάσταση του πληθυσμού. Υπάρχουν οι ζάπλουτοι, η μεσαία τάξη δε διάγει και την καλύτερη εποχή της, και οι εργαζόμενοι περνούν πολύ δύσκολα. Το μέσο μεροκάματο κυμαίνεται περί τα 20 ευρώ, υπάλληλοι, δάσκαλοι και καθηγητές λαμβάνουν περί τα 900 ευρώ τον μήνα, τα ενοίκια είναι δυσανάλογα υψηλά (έως και 500 ευρώ το δυάρι σε μη προνομιούχες περιοχές), οι τιμές των προϊόντων δε συμβαδίζουν με τις χαμηλές αμοιβές. Πολλοί εργάζονται σε δύο δουλειές προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανάγκες της επιβίωσης ή συνοικούν και μοιράζονται το ενοίκιο.poli_kalpouzos3_1

‒ Αντικρίζει κανείς παντού τουρκικές σημαίες (ήταν και η επέτειος του θανάτου του Κεμάλ Ατατούρκ), η ανοικοδόμηση βρίσκεται σε έξαρση, η κίνηση στους δρόμους αποτελεί μεγάλο βραχνά, το κάπνισμα απαγορεύεται σε όλους τους κλειστούς χώρους. Έχω την εντύπωση ότι τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν πάρα πολύ οι ανοιχτοί χώροι εστίασης και των καφέ.

‒ Οι νέοι οικονομικοί μετανάστες από την Ελλάδα (παραπάνω από 500, κι όλοι νέοι), σπανίως συγχρωτίζονται με τους εναπομείναντες Έλληνες της Πόλης, τους Ρωμιούς (περίπου 2.000, με τους περισσότερους ηλικιωμένους).

‒ Στην Κωνσταντινούπολη λειτουργούν 3 ελληνικά σχολεία, Ζωγράφειο, Πατριαρχική Μεγάλη του Γένους Σχολή και Ζάππειο, όπου φοιτούν τα λιγοστά ελληνόπουλα της Πόλης και παιδιά τουρκόφωνων ορθόδοξων χριστιανών από την περιοχή της Αντιόχειας. Τα τελευταία (αποτελούν και την πλειονότητα) μιλούν μεταξύ τους τουρκικά, ενώ αρκετά από αυτά δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν προφορικά στην ελληνική γλώσσα. Στα εν λόγω σχολεία διδάσκεται μέρος των μαθημάτων στα ελληνικά και μέρος στα τουρκικά (όπως η ιστορία), ενώ οι διευθυντές είναι Έλληνες και υποχρεωτικά οι υποδιευθυντές Τούρκοι.

 

‒ Ως άνθρωποι οι Τούρκοι είναι ζεστοί και φιλόξενοι, λιγότερο φωνακλάδες απ’ ό,τι οι Έλληνες και οδηγούν επικίνδυνα χωρίς να προσέχουν τους πεζούς. Πολλές φορές, παρατηρώντας τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες, νιώθεις ότι ζεις στην αντίστοιχη δεκαετία του 1970-1980 στην Ελλάδα, αν και, στρέφοντας παρέκει το βλέμμα σου, αντικρίζεις ό,τι πιο σύγχρονο υπάρχει.

Τέσσερις μέρες στην Πόλη και με τόσο πολλές υποχρεώσεις είναι πολύ λίγες, ακόμα κι αν φαντάζουν μέσα σου σαν μήνες. Όσοι την έχουν επισκεφθεί ελπίζουν να πραγματοποιήσουν σύντομα το επόμενο ταξίδι, όπως κι εγώ.


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.

Το Σάος αποτελεί μικρογραφία του κόσμου μας. Μια σφραγίδα της εποχής μας. Ερευνά την αθέατη πλευρά του ανθρώπου, αυτή που μεταλλάσσεται κάτω από συνθήκες φόβου, τρόμου, πανικού, αλλά και γενικότερα δύσκολες καταστάσεις κι όχι μόνο. Καυτηριάζει τα ισχύοντα κοινωνικά πρότυπα, τη στάση ζωής μας, τη διάσταση λόγων και πράξεων.

(περισσότερα…)


The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.