Ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καλπούζου «Άγιοι και δαίμονες-Εις ταν Πόλιν»

Share Button

Ειδοποιηθέντες ότι ωλοκληρώθη η ενθρόνισις, οι δήμιοι έσυρον εκ του παντοπωλείου τον καθαιρεθέντα Πατριάρχην, όστις διήνυε το εβδομηκοστόν έκτον έτος της ηλικίας του. O όχλος ωρύετο. Εις τας γύρωθεν ελληνικάς κατοικίας βουβός θρήνος και οδύνη, φρίκη και τρόμος. Εις το λιθόστρωτον, ο Γρηγόριος φανερώς εξηντλημένος, ωχρός και άσαρκος εκ του γήρατος, εσέρνετο υπό των δημίων παρά επεριπάτει. Φθάσαντες εις την μεσαίαν πύλην του Πατριαρχείου, προσεπάθησαν να στήσωσιν αγχόνην επί αυτής, αλλά το ύψος της εκρίθη χαμηλόν.

Επί μίαν ώραν εμάχοντο ίνα στερεώσωσι δοκόν άνωθεν αυτής και επί του τοίχου. O Γρηγόριος ανέμενεν το οδυνηρόν τέλος σφαλίσας τους οφθαλμούς και κλίνας την κεφαλήν του επί του δεξιού του ώμου, ομοιάζων με κοιμώμενον χελιδόνιον.

Oι δήμιοι κατώρθωσαν εις το τέλος να στερεώσωσιν την δοκόν. O όχλος αδημονούσε και εξύβριζεν τον Πατριάρχην, ενώ εκείνος ούτε διά μίαν στιγμήν δεν ήλλαξε στάσιν. Μόνον όταν ο μποσταντσίμπασι, ήτοι ο αρχηγός της φρουράς του σουλτάνου, ήρχισε να απευθύνη εις αυτόν το κατηγορητήριον, εφάνη να εταράχθη ως ξυπνά τις βιαίως εκ βαθέος ύπνου. Εξεφώνησε δε τας κατηγορίας τουρκιστί και διά του δραγουμάνου του ελληνιστί, καταλήξας:

«Κακούργε, εσύ δεν είσαι που διέφθειρες τους δούλους του σουλτάνου, του καταφυγίου του κόσμου; Εσύ δεν είσαι που έσπρωξες τους απίστους υπηκόους εις την ανταρσίαν; Εσύ δεν είσαι, σκύλε βρομερέ, που έκαμες αυτές τις προδοσίες;»

Απόκρισιν δεν έλαβε. Εσήκωσε μόνον την χείρα του ο Γρηγόριος, ως να ευλόγει τα πλήθη· εκείνα των κραυγαζόντων Oθωμανών και των ολίγων Ελλήνων οι οποίοι μακρόθεν και κυρίως εκ των παραθύρων παρηκολούθουν το μαρτύριόν του.

O αφρικανός δήμιος ανήλθε εις την ξυλίνην κλίμακα. O αρνησίθρησκος Αχμέτ έσπρωξε τον Γρηγόριον διά να πλησιάση. Εις γιγαντόσωμος αχθοφόρος έσκυψεν και ο Αχμέτ τον ηνάγκασε να καθίση επί του αυχένος και των ώμων του. O αχθοφόρος εσηκώθη με τον Πατριάρχην ομοιάζοντα ως εξέχον σμικρόν μαύρον ιστίον. Τα πλήθη των Oθωμανών, έχοντα πλέον θέαν ανεμπόδιστον, ωρύοντο.

O δήμιος έθεσε εις τον λαιμόν του Πατριάρχου την αγχόνην. O αχθοφόρος γονατίσας, ηλευθερώθη εκ του ελαχίστου βάρους του ιεράρχου. Το σώμα του Γρηγορίου, ευρεθέν μετέωρον, ετραντάχθη τινάς φοράς. Κατά την εναγώνιον στιγμήν ταύτην, έπεσεν το καλημαύκιόν του και εβιάσθη ο μποσταντσίμπασι ίνα το τοποθετήση εκ νέου εις την κεφαλήν του, όπου ολίγη λευκή κόμη απέμενεν. Πλέον οι οφθαλμοί του ήσαν ολάνοιχτοι και η κεφαλή του έκλινεν προς τον δεξιόν ώμον. Εν τούτοις, εκ του στόματός του εισήρχετο ακόμη ζωηφόρος αήρ ως συριγμός και ρόγχος θανάτου.

Το μικρόν βάρος του Γρηγορίου παρέτεινεν το μαρτύριον επί πολλήν ώραν. Με την δύσιν του ηλίου και διά των τελευταίων σπασμών, ελυτρώθη επιτέλους από την βάσανον και ηλευθερώθη η ψυχή του. O μποσταντσίμπασι έθεσεν επί του στήθους του απαγχονισθέντος Πατριάρχου τον λεγόμενον γιαφτάν, ήτοι το καταδικαστικόν έγγραφον.

«O άπιστος ούτος έγινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών ταραχών… ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη προς σωφρονισμόν των άλλων».

Η μόνη αλήθεια εμπεριέχετο εις την ακροτελεύτιαν φράσιν, εφόσον όμως αντεκαθίστατο το γεγραμμένον «προς σωφρονισμόν» επί το ορθότερον «προς εκφοβισμόν».

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Πότε σαν ζωηρόχρωμη ζωγραφιά και πότε ιστορώντας τη σκληρή πραγματικότητα, ο Τζανής Κομνάς, με κύριο συνοδοιπόρο τον εκπληκτικής ομορφιάς, άσωτο, μαγικό, γενναιόδωρο, ανυπότακτο, άγιο και δαίμονα Ανθία, πορεύεται στην Κωνσταντινούπολη του 1808-1831.
Στο υφαντό της μυθοπλασίας περιπλέκονται το άρωμα Κυνηγός του Ανέμου, που ξετρελαίνει τις χανούμισσες και τις αρχόντισσες, έρωτες και περιπετειώδεις διαδρομές με αναπάντεχη εξέλιξη, αποσιωπημένες αλήθειες, ερωμένες πατριαρχών, η επανάσταση του 1821 δοσμένη από το κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι Ευρωπαίοι πρέσβεις που πουλάνε γυναικόπαιδα στους Τούρκους, οι «μακελεμένοι» Oσμανλήδες που κυκλοφορούν για να εξαγριώνονται οι μουσουλμάνοι, οι σφαγές των χριστιανών της Κωνσταντινούπολης και της Χίου από τους αποθηριωμένους Οθωμανούς, ο Πόντος, το Δραγατσάνι, η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Αλεξάνδρεια, το Μανιάκι.

Κι ακόμη: χαρέμια, φτώχεια, μεγιστάνες, σμήνη πλανόδιων πωλητών, παπάδες τσαρλατάνοι, συμμορίες των δρόμων, συντεχνίες ζητιάνων, κρυπτοχριστιανοί, πολύβουα και λαμπερά παζάρια, τεράστια καπηλειά, στις εισόδους των οποίων στέκονται ομοφυλόφιλα αγόρια και χαμάληδες να μεταφέρουν με κοφίνια τους μεθυσμένους, σκλαβοπάζαρα, βασανιστήρια, το μπουντρούμι κι η αστυνομία του Πατριαρχείου, αγιάσματα, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωτικά ξόρκια, οδαλίσκες, μαύροι και λευκοί ευνούχοι στο παλάτι του σουλτάνου, οι φανταχτερές νύχτες του Ραμαζανιού, χοροεσπερίδες, πανηγύρια των Ρωμιών, ναυτικές περιπέτειες και πόσα άλλα.
Κι όλα υπό τη σκιά του πόθου, του φόβου και του όχλου, και μέσα από το ήμερο και το άγριο, την ομορφιά και την ασχήμια, το καλό και το κακό, που μπορεί να ενυπάρχουν στον ίδιο άνθρωπο και να τον μεταμορφώνουν, ανάλογα με τις συνθήκες και τις καταστάσεις που καλείται ν’ αντιμετωπίσει σε άγιο, δαίμονα, άγιο και δαίμονα.

Share Button

The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 80 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος «Γιώργος Σεφέρης» του Πανεπιστημίου του Παλέρμο.