Χρυσηίδα Δημουλίδου:«H ζωή είναι μια δοκιμασία γεμάτη παγίδες»

oi-daimones-den-exoun-onoma
Share Button

Το να γράψεις ένα αστυνομικό και παράλληλα κοινωνικού περιεχομένου μυθιστόρημα θεωρώ πως είναι το δυσκολότερο είδος συγγραφής. Ειλικρινά θαυμάζω απεριόριστα εκείνους τους δημιουργούς που μπορούν και γράφουν μόνο τέτοια βιβλία. Έχοντας εκδώσει ήδη δύο αστυνομικά, Το φιλί του Δράκου και ο Λύκος της Μοναξιάς, πίστευα πως δε θα μπορούσα να γράψω άλλο.

Ποτέ μη λες ποτέ.

Είχα ήδη ξεκινήσει μια άλλη ιστορία και βρισκόμουν στη 200ή σελίδα, όταν ένα βράδυ, στα καλά καθούμενα, τα ορμητικά νερά ενός άγριου ποταμού ξέβρασαν μπροστά μου ένα δεκατριάχρονο κορίτσι. Εκείνο το κορίτσι που μπήκε σπίτι μου είπε πως τη λένε Δροσιά και μου ζήτησε να γράψω όλα αυτά που θα διαβάσετε. Έχω ξαναπεί πως οι ήρωες είναι εκείνοι που με βρίσκουν και χτυπούν την πόρτα μου σε ανύποπτο χρόνο κι όχι εγώ. Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πολύπλοκη, με πολλά πισωγυρίσματα, από το παρόν στο παρελθόν και αντιστρόφως, μια αγαπημένη μου τεχνική, ίσως η δυσκολότερη, γιατί πρέπει να κρατάς τον αναγνώστη πάντα σε εγρήγορση, με κομμένη ανάσα και κυρίως να μην μπερδεύεται.

Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος έχει διάφορες τεχνικές αφήγησης, πέρα από την ιστορία που πρέπει να σου διηγηθεί. Γενικότερα θα έλεγα πως μοιάζει με έναν χορευτή που ενώ λικνίζεται αργά, αίφνης τινάζεται ψηλά, στροβιλίζεται με ταχύτητα, κάνει σάλτα τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίνεις να τον παρακολουθήσεις και συνάμα σου κόβει την ανάσα με την επιδεξιότητά του. Στα αστυνομικά όμως μοιάζει με μοδίστρα. Κάθε κομμάτι υφάσματος (κεφαλαίου) πρέπει να κοπεί σωστά, να ραφτεί έντεχνα, χωρίς στραβές ραφές, τραβήγματα, να κουμπώσει σωστά το ένα με το άλλο και τα διαφορετικά κομμάτια υφασμάτων να μετατραπούν σε ένα τέλεια καλοραμμένο ρούχο.

Ένας συγγραφέας βιώνει όλες τις καταστάσεις των ηρώων του, συμπάσχει μαζί τους, κλαίει ή γελάει, χαίρεται ή λυπάται, μα συγχρόνως τιμωρεί, δικαιώνει και ίσως λυτρώνεται και ο ίδιος από τα πάθη του ή τις ερινύες που τον καταδιώκουν. Αυτά συμβαίνουν στα κοινωνικού περιεχομένου μυθιστορήματα. Στο αστυνομικό όμως με μυστήριο, θύματα και θύτες, υπάρχει η εξής διαφορά. Ο συγγραφέας πρέπει να μπει μέσα σε ένα διεστραμμένο μυαλό, μια σκοτεινή ψυχή και να κινηθεί μέσω εκείνης υποχθόνια και ύπουλα, αν υπάρχουν δολοφονίες να νιώσει ηδονή καθώς εκτελεί το θύμα του ενώ ταυτόχρονα να είναι και το ίδιο το θύμα που υποφέρει, να αισθανθεί τον τρόμο του, το αδιέξοδο, την παγωμένη ανάσα του θανάτου. Και μετά σαν δολοφόνος πρέπει να σκεφτεί πώς θα διαφύγει, πώς θα τους κοροϊδέψει όλους, πώς θα κάνει το τέλειο έγκλημα. Και σαν αστυνομικός πώς θα δράσει και τι κινήσεις θα κάνει. Και όλα αυτά χωρίς να κάνει λάθη, χωρίς να χάσει την παραμικρή λεπτομέρεια.

Στο αστυνομικό μυθιστόρημα δεν πρέπει να υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα ούτε γεγονότα που έγιναν για λόγους εντυπωσιασμού ή ομιχλώδους μυστηρίου και αφήνουν πίσω τους απορίες χωρίς απαντήσεις, έστω και στην ύστατη σελίδα του βιβλίου. Οι απορίες πρέπει να έχουν λυθεί όλες και να έχουν δοθεί απαντήσεις. Τα πάντα πρέπει να είναι σκοτεινά στην αρχή, ξεκάθαρα στο τέλος. Δεν μπορείς να γράψεις, για παράδειγμα, πως όταν έγινε ένας φόνος με μαχαίρι, ο δολοφόνος βρισκόταν καλεσμένος κάπου μακριά από το σημείο του φόνου και μετά να τον ορίσεις ως θύτη με το δικαιολογητικό ότι έλειψε δέκα λεπτά, χρόνος επαρκής –για σένα φυσικά– ώστε να φύγει, να σφάξει κάποιον και ατσαλάκωτος και πεντακάθαρος να επιστρέψει πίσω. Οι χρόνοι πρέπει να συμφωνούν. Πόση είναι η απόσταση, με τι πήγε, πότε άλλαξε ρούχα, πόσο χρόνο πήρε να σκοτώσει κάποιον, πού βρήκε καθαρά ρούχα να αλλάξει και να είναι τα ίδια που φορούσε στο κάλεσμα κι αν δεν είναι, να μπορεί να το αιτιολογήσει. Δηλαδή πάνω από ώρα, όσο μελετημένα κι αν είναι τα πράγματα. Σε ένα κάλεσμα, όταν λείψεις περισσότερο από ένα τέταρτο, η απουσία σου γίνεται αισθητή, πόσο μάλλον για ώρα.

Είναι πολλά εκείνα που πρέπει να μη σου διαφύγουν και κυρίως να μην κάνει κάποιους αστυνομικούς, δικηγόρους και λάτρεις του είδους να γελάσουν με πράγματα που δε στέκουν. Γιατί συμβαίνουν κι αυτά, όπως γελώ εγώ όταν βλέπω ταινίες με αεροπλάνα και αεροσυνοδούς, αφού υπήρξα, να κάνουν πράγματα που δε γίνονται στην πραγματικότητα.

Σε όλα μου τα αστυνομικά βιβλία είχα πάντα τη βοήθεια φίλων αστυνομικών και θέλω να τους πω ένα μεγάλο ευχαριστώ για την καθοδήγηση που είχα. Μιλάμε φυσικά για τις τυπικές διαδικασίες. Έπρεπε να ξέρω τι γίνεται σε αυτή κι εκείνη την περίπτωση, έχω φτάσει μέχρι και σε ιατροδικαστή κι αν χρειαστεί, θα πάω και σε εισαγγελέα για να μου δώσει τη σωστή κατεύθυνση. Βέβαια κάποια μικρολαθάκια είναι αναπόφευκτα, ίσως επειδή δε γίνεται διαφορετικά, ένας συγγραφέας μπορεί να τραβήξει λιγάκι το σκοινί, όμως δεν μπορεί να το σπάσει και να φθάσει στην υπερβολή, που μπορεί να μετατρέψει την υπόθεση από τραγωδία σε παρωδία. Το έχω δει αυτό το έργο σε κάποια βιβλία, όχι απαραίτητα αστυνομικά, που είναι τόσο τραβηγμένα σε υπερβολές και πράξεις που δεν «κουμπώνουν», ώστε χαλάνε ακόμη και τα καλά σημεία του βιβλίου.

Για να γραφεί λοιπόν ένα τέτοιο βιβλίο, απαιτείται στρατηγική, που δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση. Στα αστυνομικά η αγωνία υπάρχει όσο δε γνωρίζεις. Αν ένας αναγνώστης κάνει το λάθος και πάει στο τέλος για να μάθει ποιος είναι ο ένοχος, έχει χάσει το 90% της μαγείας του βιβλίου. Το ίδιο βέβαια ισχύει και στον κινηματογράφο, στα τηλεοπτικά σίριαλ, στο θέατρο. Για μένα είναι τραγικό να γνωρίζω από πριν το τέλος μιας ιστορίας, ειδικά μυστηρίου, γιατί δε θα βάλω το μυαλό μου να δουλέψει, δε θα νιώσω την αδρεναλίνη να χύνεται στο αίμα μου, την ένταση που προκαλεί η ανάγνωση ενός τέτοιου μυθιστορήματος. Αν το διάβασμα κοινωνικών βιβλίων είναι η γυμναστική του μυαλού, των αστυνομικών είναι ο πρωταθλητισμός του. Βάσει στατιστικών και επιστημονικών ερευνών, η έκρηξη χημικών ουσιών στον εγκέφαλο είναι πέντε φορές μεγαλύτερη από την ανάγνωση ενός άλλου, ας πούμε κοινωνικού ενδιαφέροντος. Γι’ αυτό οι λάτρεις των αστυνομικών θεωρούνται ευφυείς άνθρωποι.

Η συγγραφή αυτού του βιβλίου γνώρισε μεγάλη και πρωτοφανή για μένα περιπέτεια. Ήταν μέσα καλοκαιριού του 2015 και είχα γράψει ήδη περίπου το 1/3 της υπόθεσης, που προχωρούσε αργά γιατί ήταν τόσο πολύπλοκη η ιστορία και με τόσο πολλούς ήρωες, που είχα μπερδευτεί κι εγώ η ίδια. Αν αναλογιστείτε ότι ο κάθε ήρωας έχει τα δικά του βιώματα και διαφορετικό χαρακτήρα και συνήθειες και στο συγκεκριμένο αυτοί είναι πολλοί, σκεφτείτε πόσο προσεκτική πρέπει να είμαι. Γι’ αυτό τη συγγραφή του κάθε βιβλίου μου συνοδεύει απαραίτητα μια λίστα με τα στοιχεία του κάθε ήρωα, πρωταγωνιστή και μη, ημερομηνίες γεννήσεων και πολλές άλλες σημειώσεις γύρω από αυτόν, που χωρίς αυτά δεν μπορώ να συνεχίσω.

Όπως σας είπα, προχωρούσα αργά μα σταθερά, ήξερα πάνω κάτω την ιστορία, όλο όμως και ξεπηδά κάποια ανατροπή που πρέπει να σε πάει μπροστά ή πίσω και να διορθώσει ενδεχομένως κάποια πράγματα, όταν μου έγινε μια πρωτοφανής ομαδική διαδικτυακή επίθεση που κυριολεκτικά με διέλυσε.

Αυτή η εισβολή στην προσωπική και την επαγγελματική μου ζωή με τόσο πρόστυχο και ύπουλο τρόπο με έκανε να καταρρεύσω. Ψυχικά, πνευματικά, σωματικά. Έπαθα αυτό που λέμε ­black out. Έκλεισα το βιβλίο που έγραφα, όλες τις σελίδες μου στα social media, τα τηλέφωνα, σταθερά και κινητά, αυτόματους τηλεφωνητές, σε σημείο που η επικοινωνία μαζί μου ήταν πλέον κατόρθωμα. Δεν ήθελα να ασχοληθώ με το βιβλίο, δεν ήθελα επικοινωνία με το κοινό, δεν ήθελα να με πλησιάσει κανείς, επιδεινώθηκε κι ένα πρόβλημα υγείας για το οποίο είχα χειρουργηθεί τον Ιούνιο που είχε περάσει. Ξαφνικά έβλεπα μόνο εχθρούς. Κλείστηκα στον εαυτό μου προσπαθώντας να βρω τις ισορροπίες μου.

Οι μέρες περνούσαν και το βιβλίο παρέμενε στο συρτάρι. Όσες προσπάθειες κι αν έκανα να συνεχίσω το μυθιστόρημα, έπεφταν στο κενό, ήταν σαν να μου είχαν δώσει κείμενα άλλου ανθρώπου και μου ζητούσαν να ολοκληρώσω εγώ μια ακαταλαβίστικη ιστορία. Έκανα άλλα πράγματα, ασχολήθηκα με το σπίτι μου, είδα πολλές ταινίες, φίλους, τακτοποίησα παλιές εκκρεμότητες.

Και μια μέρα που έβρεχε δυνατά, ξύπνησα πολύ νωρίς με μια περίεργη διάθεση. Το βιβλίο με καλούσε επιτακτικά. Το άνοιξα και άρχισα το διάβασμα από την αρχή. Όλο εκείνο το μπέρδεμα ξεκαθάρισε. Οι κομμένες νευρικές καλωδιώσεις του εγκεφάλου μου είχαν ξανακολλήσει και επικοινωνούσαν θαυμάσια. Μπορούσα πλέον να συνεχίσω, αλλά δεν είχα τον χρόνο που ήθελα. Είχα κάτι περισσότερο από μήνα περιθώριο να γραφτούν άλλες τετρακόσιες περίπου σελίδες, διαφορετικά η επιμελήτριά μου δε θα προλάβαινε, μεσολαβούσαν και οι γιορτές, ήθελε με τη σειρά της τρεις μήνες τουλάχιστον για να ολοκληρώσει την επιμέλεια, ειδικά σε ένα βιβλίο σαν κι αυτό που έχρηζε μεγάλης προσοχής. Έπεσα με τα μούτρα στη συγγραφή και σκέφτηκα πως αν δεν τα καταφέρω να το ολοκληρώσω στον χρόνο του, θα εκδοθεί αργότερα. Δεν ήθελα να αγχωθώ. Αν είχα αργοπορήσει για άλλους λόγους, δεν ήταν ανάγκη να βγει τον Μάιο, όπως κάθε χρόνο, ας έβγαινε καλοκαίρι ή φθινόπωρο.

Έγραφα ακατάπαυτα από το ξημέρωμα μέχρι αργά το βράδυ περίπου, δεκατέσσερις ώρες ημερησίως, με πολύ μικρά διαλείμματα. Το βιβλίο γράφτηκε σε χρόνο ρεκόρ, παραδόθηκε στην ώρα του, διορθώθηκε έγκαιρα από τη Μαρία Μπανούση, την επιμελήτριά μου, πολύτιμη συνεργάτιδα για μένα, που ευτυχώς με ξέρει πολύ καλά και με προλαβαίνει πριν μιλήσω. Γιατί πρέπει να γνωρίζετε πως το καλό βιβλίο, πέρα από τον καλό συγγραφέα, το κάνει και ο καλός επιμελητής και φυσικά μια ομάδα ανθρώπων που θα το φροντίσουν μετά, δεν είναι απλή υπόθεση μέχρι να φτάσει στα χέρια σας.

Το νέο μου βιβλίο  έχει μεγάλο πόνο. Όχι μόνο των ηρώων του, αλλά και τον δικό μου. Το θέμα που θίγει αυτή τη φορά είναι καινούργιο, πρωτόγνωρο για την ελληνική λογοτεχνία και σίγουρα πολύ σοκαριστικό. Φυσικά δε θα πω περί τίνος πρόκειται, αλλά θα δείτε τη μορφή μιας φρικτής πραγματικότητας από την ωμή της πλευρά και θα αντιληφθείτε πως οι δαίμονες, ναι, υπάρχουν και δεν είναι οι αμαρτωλοί άγγελοι που έφυγαν από τον Παράδεισο, αλλά τα αρχέγονα ένστικτά μας, αυτά που έχουμε όλοι μέσα μας αλλά ξέρουμε να κουμαντάρουμε λόγω παιδείας και ανθρωπισμού ή να καλύπτουμε περίτεχνα. Γιατί οι δαίμονές μας τρέφονται από εμάς κι όταν τους το επιτρέψουμε, από σπόρος θα γίνουν έμβρυα, βρέφη, τέρατα, που στο τέλος θα κατασπαράξουν εμάς τους ίδιους.

9786180116021_3D

Βλέπετε, η ζωή είναι μια δοκιμασία γεμάτη παγίδες που πρέπει να υπερπηδήσεις με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όμως ακόμη κι αν πέσεις σε μια από αυτές, να μην της επιτρέψεις να σε κρατήσει αιχμάλωτο.

Τελειώνοντας όπως πάντα, θα θερμοπαρακαλούσα τους αναγνώστες στην οποιαδήποτε αναφορά ή κριτική αυτού του βιβλίου να μη φωτογραφίσουν, αποκαλύψουν, μαρτυρήσουν, κατονομάσουν γεγονότα που φανερώνουν καταστάσεις και πράγματα. Και αυτό δεν είναι σεβασμός προς τον συγγραφέα, αλλά προς τον ίδιο τον αναγνώστη, που πληρώνει για να απολαύσει μια ιστορία μυστηρίου…

Share Button