Πού βασίστηκε το βιβλίο «Η Αποικία της Λήθης»;

A row boat moored on a pebble beach
Share Button

Πριν από κάποια χρόνια έγινε ένας μεγάλος σεισμός στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, όπου βρίσκεται και το χωριό του παππού μου. Άρον άρον παρατήσαμε με τη μάνα μου δουλειές και υποχρεώσεις στην Αθήνα και ανηφορίσαμε προς τα πατρογονικά εδάφη. Το καινούριο σπίτι – όσο καινούριο μπορεί να χαρακτηριστεί ένα οίκημα με ημερομηνία κατασκευής το 1952 – αυτό που έχτισε ο παππούς μου με ότι μπορούσε να βάζει στην άκρη από τον πενιχρό μισθό του καθηγητή, στεκόταν εκεί άθικτο και περήφανο, «κοιτάζοντας» ειρωνικά θαρρείς το παλιό. Το σπίτι της προγιαγιάς μου δηλαδή, που έχοντας επιβιώσει από δύο παγκοσμίους πολέμους κι έναν εμφύλιο, τώρα είχε καταρρεύσει.

Ποτέ δεν τολμούσαμε σαν παιδιά να περάσουμε το κατώφλι του κι ας βρισκόταν μόλις λίγο πιο κει, στην άκρη του μεγάλου οικοπέδου που αποτελούσε το καλοκαιρινό μας βασίλειο, στη σκιά του καινούριου σπιτιού. Και δεν ήταν τόσο τα φίδια ή οι σκορπιοί που φώλιαζαν εκεί αυτό που μας τρόμαζε περισσότερο. Ήταν τα έπιπλα με την παχιά στρώση σκόνης, ο μεγάλος καθρέφτης σκεπασμένος με ένα λευκό σεντόνι, η έντονη μυρωδιά κλεισούρας και σαπίλας ανάκατη με ναφθαλίνη και παλιοκαιρίσια αρώματα, η αναπόφευκτη αίσθηση πως η απώλεια, ο θάνατος και η ματαίωση, έννοιες τόσο ξένες στα παιδικά μας τότε μυαλά, ήταν τελικά πολύ πιο αληθινές από όσο νομίζαμε. Μετουσιώνονταν μάλιστα και έπαιρναν σάρκα και οστά μέσα σε αυτούς τους τέσσερις τοίχους.

Κρατώντας σχεδόν την αναπνοή μου είχα διαβεί και τώρα το κατώφλι του, σπρώχνοντας με το πόδι σοβάδες και τούβλα που είχαν καταρρεύσει, γυαλικά που είχαν θρυμματιστεί. Το σπίτι ήταν τρίχωρο. Από την εξώπορτα έμπαινες κατευθείαν στο μικροσκοπικό σαλόνι, αριστερά ήταν η κουζίνα και δεξιά η επίσης κλειστοφοβική κρεβατοκάμαρα. Κουζίνα και υπνοδωμάτιο δεν υπήρχαν πια, τα πεσμένα ντουβάρια τα είχαν μετατρέψει σε μια άμορφη μάζα. Το σαλόνι έστεκε ακόμα, όχι για πολύ όμως, όπως μαρτυρούσαν οι ανησυχητικοί ήχοι σε κάθε μας βήμα. Έσφιξα το ιδρωμένο χέρι της μάνας μου και άκουσα σχεδόν την καρδιά της να χτυπά.

«Ας σώσουμε ό,τι μπορούμε», είπε εκείνη μόνο.

Ανοίξαμε τα ντουλάπια του μεγάλου ξύλινου μπουφέ που έτριξαν απόκοσμα και αρχίσαμε να μεταφέρουμε σιγά σιγά, ευλαβικά σχεδόν, το περιεχόμενο τους στην αυλή. Παλιές πορσελάνες, τραπεζομάντηλα και σεντόνια νικημένα από τον σκόρο, ταλαιπωρημένα βιβλία και κορνίζες. Κορνίζες με κιτρινισμένες από το χρόνο φωτογραφίες. Τις πήρα όλες αγκαλιά και τις έβγαλα έξω, στο φως του ηλίου. Άρχισα να τις στήνω προσεχτικά στο χώμα κι ας ήταν χάσιμο χρόνου, κι ας φοβόμασταν μη μας πάρει η νύχτα. Χρειαζόμασταν ένα διάλειμμα, οφείλαμε έναν επικήδειο στο ερείπιο πίσω μας, στους ανθρώπους που το είχαν κατοικήσει. Πρόσωπα άλλων εποχών, άγνωστα σε μένα τα περισσότερα, άρχισαν να παρελαύνουν εκεί μπροστά στα μάτια μας σε διάφορες σημαντικές φάσεις της ζωής τους. Γάμοι, βαφτίσια, οικογενειακά πορτρέτα. Εγώ κοιτούσα τα πάντα προσεχτικά και η μητέρα μου προσπαθούσε να θυμηθεί, να μου πει όσες περισσότερες ιστορίες μπορούσε. Κι εκεί, ανάμεσα στις μάλλον κοινότυπες σκηνές, μια φωτογραφία μου πάγωσε το αίμα. Μια νύφη, χαμογελαστή, πανέμορφη σαν οπτασία στο λευκό της νυφικό να κρατά από τον μπράτσο κάποιον. Κάποιον που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις. Η μορφή του ήταν μουτζουρωμένη με μαύρο, ανεξίτηλο μελάνι.

Ξημερωθήκαμε εκείνο το βράδυ με τη μάνα μου, ξαπλωμένες στο διπλό κρεβάτι των παππούδων μου. Εκείνη μίλαγε κι εγώ άκουγα: για την αδερφή του παππού, που είχε παντρευτεί από παράφορο έρωτα παρά την αντίθετη άποψη της οικογένειας της έναν τυχοδιώκτη, γυναικά, για το πως εκείνος την είχε κολλήσει σύφιλη και την είχε εγκαταλείψει να βιώσει στα 22 της ένα θάνατο φριχτό, ατιμασμένη, μόνη και προδομένη. Και ο παππούς μου, ο μεγάλος της αδερφός, τυφλωμένος από τον πόνο και το μίσος αποφάσισε να εξαφανίσει τότε κάθε ίχνος εκείνου που είχε «σκοτώσει» την αδερφή του, ξεκινώντας με πρώτη και καλύτερη τη φωτογραφία του γάμου τους.

Όχι πολύ αργότερα επισκέφτηκα για πρώτη φορά τη Λέρο. Έμεινα καιρό, ένιωσα τη σκοτεινή έλξη της «Αποικίας», του Ψυχιατρείου της Λέρου δηλαδή, μίλησα με ανθρώπους που είχαν ζήσει τις ιστορίες του από κοντά, ανατρίχιασα όταν συνειδητοποίησα πόσοι και πόσοι είχαν θαφτεί εκεί μέσα χωρίς να έχουν κάποιο πρόβλημα, απλά για να απαλλάξουν τις οικογένειες τους από την ντροπή που τους προκαλούσαν για διάφορους λόγους. Μια ιστορία άρχισε τότε να γεννιέται μέσα μου και ως δια μαγείας η φωτογραφία με τη σβησμένη μορφή, χαραγμένη πλέον στη μνήμη μου, βρήκε τη θέση που αναζητούσε τόσα χρόνια. Θα αποτελούσε το έναυσμα ενός βιβλίου. Ενός βιβλίου που θα λάβαινε χώρα στο μαγικό αυτόν τόπο, τον τόσο παρεξηγημένο και ταλαιπωρημένο από την ίδια του την ιστορία, στη Λέρο.


Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ


9786180115611

Λέρος 1975. Ένα αρματαγωγό του Πολεμικού Ναυτικού προσεγγίζει το λιμάνι του μικρού, ακριτικού νησιού. Μέσα του, δεμένοι χειροπόδαρα, άντρες και γυναίκες, επιβάτες σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή με προορισμό την «Αποικία», όπως αποκαλούν οι ντόπιοι το ίδρυμα, που, παρά την αποστροφή που τους προκαλεί, τους εξασφαλίζει το ψωμί τους.

Ανάμεσα στα ανθρώπινα ράκη που καταφθάνουν στο νησί είναι και ο δεκαεξάχρονος Άλκης. Ο δικός του εγκλεισμός όμως, όπως και κάποιων άλλων που νοσηλεύονται στη Λέρο, ουδεμία σχέση έχει με κάποια ψυχική ασθένεια. Οικογενειακά μυστικά που δεν μπορούν να βγουν στο φως της συντηρητικής κοινωνίας, ανίερα ερωτικά πάθη και αναπηρίες κάθε μορφής θάβονται εκεί μια για πάντα. Άνθρωποι ξεγραμμένοι, με το κλειδί της τύχης τους πεταμένο στα αζήτητα, καλούνται να συμβιώσουν σε ένα περιβάλλον εχθρικό και τρομακτικό συνάμα.

Χρόνια αργότερα, η νεαρή Έλλη προσπαθεί απεγνωσμένα να ξεδιαλύνει το θολό παρελθόν της οικογένειάς της. Εγκλωβισμένη σε έναν κυκεώνα σκοτεινών μυστικών, αμφιταλαντεύεται μεταξύ αλήθειας και ψέματος, έρωτα και απελπισίας. Η Έλλη παλεύει να καταλάβει, να συγχωρέσει, να προχωρήσει. Μονάχα όμως η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι, μπορεί να της χαρίσει μια φυσιολογική ζωή. Γιατί είναι πολύ άσχημο να μην έχει κανείς μέλλον, είναι όμως κυριολεκτικά αφόρητο το να μην έχει παρελθόν.

Share Button

The Author

Κλαίρη Θεοδώρου

Η ΚΛΑΙΡΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ γεννήθηκε στην Ελλάδα και πέρασε τα πρώτα παιδικά της χρόνια στη Γερμανία. Ζει στην Αθήνα με τον άντρα της και τα τέσσερα σκυλιά τους και λατρεύει τα ταξίδια. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Διδακτική Ξένων Γλωσσών και την Εκπαιδευτική Αξιολόγηση. Επίσης έχει σπουδάσει φωτογραφία κι έχει εργαστεί ως φωτογράφος και συντάκτρια σε ελληνικά περιοδικά. Σήμερα εργάζεται σε σχολεία της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα ασχολείται με την καλλιτεχνική φωτογραφία, συμμετέχοντας σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της Η ΑΠΟΙΚΙΑ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ και Η ΑΓΑΠΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΕΣ.