Όταν γνώρισα τον Τζεφ Κίνι

DSC_5637
Share Button

Είχα ακούσει για το Ημερολόγιο ενός Σπασίκλα πριν καν πέσει στα χέρια μου το βιβλίο. Για την ακρίβεια, γνώριζα τη μεγάλη επιτυχία του και την τάση που είχε δημιουργήσει. Ήταν σαν σημείο αναφοράς για κάτι που ερχόταν ή είχε έρθει ήδη στον κόσμο του παιδικού βιβλίου. Αντίστοιχα βιβλία είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων ακολουθώντας στα βήματά του ενώ εγώ ακόμα δεν είχα καταφέρει να διαβάσω ούτε ένα από τα βιβλία της σειράς. Όσο περνούσε ο καιρός και το αποτύπωμα του Σπασίκλα μεγάλωνε, το τέρας της περιέργειας που ζει μέσα μου φώναζε δυνατά να αγοράσω το βιβλίο. Έτσι κι έκανα, μην μπορώντας να αντισταθώ στην τόση πληροφορία. «Για να δω», είπα, «τι σόι βιβλίο είναι αυτό και κάνει τόσο θόρυβο». Αγόρασα λοιπόν το πρώτο της σειράς και άρχισα να το διαβάζω.

Θυμάμαι ότι γέλασα από τις πρώτες σελίδες, καθώς συναντούσα ένα ιδιαίτερο χιούμορ το οποίο, αν και δεν αποτύπωνε την ελληνική σχολική κουλτούρα, είχε μέσα του στοιχεία που μου θύμιζαν το πρίσμα με το οποίο έβλεπα τους συμμαθητές μου και ‒σε κάποια σημεία‒ το οικογενειακό περιβάλλον. Με λίγα λόγια, είχε καταφέρει να με γυρίσει πίσω σε μια ηλικία που συνήθως ξεχνάμε. Αυτό που θυμάμαι να με έχει κερδίσει στο κείμενο δεν ήταν ούτε το λογοτεχνικό του προφίλ ούτε η τεχνική του στην πλοκή και στη δράση. Ήταν κάτι που απαιτεί ταλέντο και πολύ σεβασμό: ο τρόπος γραφής του. Οι πιο πολλοί ομότεχνοί μου τις περισσότερες φορές τον κατέκριναν και τον λοιδορούσαν. Εγώ, όμως, νιώθω θαυμασμό, επειδή κατανοώ πόσο δύσκολο ήταν και πόση μελέτη απαιτούσε από κάποιον που απέχει πολύ από αυτή την ηλικία το να καταφέρει να γράφει με το χέρι ενός εντεκάχρονου.

Πραγματικά, οι λέξεις, το συντακτικό, οι ατάκες, ακόμα και ο ρυθμός του κειμένου έκρυβε πίσω του πρωτοφανή συνέπεια και απόλυτο «δόσιμο» σ’ αυτό που ο δημιουργός του έφτιαχνε. Ήταν λες και τα ίδια τα παιδιά αυτής της ηλικίας έγραφαν αυτό το ημερολόγιο. Είναι γεγονός ότι στην τέχνη του λόγου και της συγγραφής είναι προφανής η δημιουργία χαρακτήρων εκ του μηδενός. Παρ’ όλα αυτά, η δημιουργία γραφής για τη συγκεκριμένη ηλικία είναι κάτι πολύ δύσκολο.

jeff_kinney_1

Έχουμε ξεχάσει ως ενήλικες τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαμε τότε. Έχουμε γεμίσει ενοχές για τα προεφηβικά μας χρόνια, κι έτσι οι λέξεις μάς προδίδουν. Θέλει πολλή μελέτη και δουλειά ώστε να «μιλήσεις» με αυτό τον τρόπο. Και φυσικά πρέπει να θυμηθείς πώς ένιωθες και πώς αντιδρούσες απέναντι σε πράγματα που ως ενήλικας στην καλύτερη περίπτωση έχεις «συγχωρέσει».

Αυτή για μένα ήταν η πρώτη καλή εντύπωση που μου έκανε το κείμενο του Σπασίκλα. Η ειλικρίνεια, η τεχνική και η συνέπεια σ’ αυτήν τη δύσκολη «επιστροφή». Μια επιστροφή, όμως, που δεν ήταν επικεντρωμένη στο πρόσωπο και στα βιώματα του συγγραφέα. Δεν αποτύπωνε τη δική του εμπειρία ως μαθητή γυμνασίου, δε δανειζόταν βιώματα, δεν έκλεβε από κάπου αλλού. Δημιουργούσε έναν ήρωα του σήμερα, με τη γλώσσα και τις ανάγκες του σήμερα, σαν να είχε την ικανότητα, με κάποιον μαγικό τρόπο, να μικραίνει ηλικιακά τον ενήλικο εαυτό του και να ζει στα σχολικά προαύλια. Δημιουργούσε μιαν αρχή, κι αυτή ήταν η προσφορά του στον υπόλοιπο κόσμο.

Έτσι, συμπάθησα τον Σπασίκλα και άρχισα να καταλαβαίνω τον λόγο της τεράστιας επιτυχίας του. Προσωπικά πιστεύω –κάτι που μπορεί να έρθει σε αντίθεση με την κοινή άποψη– πως όταν η τέχνη, και στην προκείμενη περίπτωση ένα βιβλίο, έχει επιτυχία, πάει να πει πως απευθύνεται σε πολλούς. Και δεν υπάρχει κάτι πιο όμορφο από την επιτυχία του να ταυτίζεται τόσος κόσμος με τους ήρωές σου. Κι αν κάποιος λοιδορεί αυτή την επιτυχία, είναι σαν να λοιδορεί τους ανθρώπους που για κάποιον λόγο την ακολουθούν. Συνεπώς, για να υπάρχει η επιτυχία, κάτι έχεις κάνει καλά. Απλώς αυτό το «καλά» δεν είναι ίδιο για όλους, κι εδώ που τα λέμε, αν ήταν ίδιο, δε θα υπήρχε ανάμεσά μας η διαφορετικότητα.

DSC_5447

Αφού λοιπόν κατέληξα εν μέρει στον λόγο αυτής της επιτυχίας, έμενε να γνωρίσω τον άνθρωπο πίσω από τα νούμερα και τις πωλήσεις. Τον άνθρωπο που δημιούργησε αυτή την παγκόσμια τάση. Κι επειδή το σύμπαν ακούει, δέχτηκα μια πρόταση που όχι μόνο την υποδέχτηκα θετικά, αλλά τη χαιρέτισα με τιμή και σεβασμό. Οι Εκδόσεις Ψυχογιός μού ζήτησαν να παρουσιάσω τον Τζεφ Κίνι στις 2 Δεκεμβρίου, όταν θα ερχόταν για πρώτη φορά στη χώρα μας στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας. Ξέρω πολύ καλά, και λόγω της εμπλοκής μου στον χώρο του θεάματος, ότι τα πιο μεγάλα ονόματα ή παραστάσεις έρχονται στην Ελλάδα είτε με τη μισή παραγωγή είτε κατά την πτώση της καριέρας τους. Το γεγονός λοιπόν ότι στη μικρή μας χώρα θα ερχόταν ένας συγγραφέας που έχει πουλήσει παραπάνω από εκατόν σαράντα εκατομμύρια βιβλία σε όλο τον πλανήτη το λες και μεγάλο γεγονός για την κοινότητα του συγκεκριμένου είδους. Έτσι, είπα το ναι και άρχισα να μελετάω όλο το έργο του.

Δεν είχα ιδέα πώς θα είναι ως άνθρωπος. Πίστευα πως ενδεχομένως, με τόση απήχηση, να είναι κάπως πιο απόμακρος και σνομπ. Για την ακρίβεια, ήμουν σίγουρος πως ούτε που θα τον έβλεπα από κοντά. Θα έκανα εγώ τη δουλειά μου επί σκηνής, κι εκείνος με τη συνοδεία του θα έκανε τη δική του.

DSC_5699

Λοιπόν, έπεσα εντελώς έξω και σας πληροφορώ πως ο Τζεφ και η ομάδα του ήταν πιο απλοί και προσεγγίσιμοι από πολλούς γνωστούς μας σ’ αυτό τον μικρό χώρο.

Έφτασε με το βαν, κι όλοι έτρεξαν να τον φωτογραφίσουν. Κατέβηκε χαμογελώντας στη μέση της Εμμανουήλ Μπενάκη, σαν να κατέβαινε από το ταξί, κι έφτασε στο τραπεζάκι που του είχαμε κρατήσει. Με χαιρέτησε, και πριν καν προλάβω να του πω μια κουβέντα, με ευχαρίστησε με ειλικρίνεια για την τιμή που του κάνω να τον παρουσιάσω. Πλάκα μού κάνεις, σκέφτηκα να πω, αλλά του αποκρίθηκα απλώς πως η τιμή είναι όλη δική μου. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες ανάμεσα σε φωτογραφίες και φλας, μια στιχομυθία εκ των οποίων ήταν η εξής: «Πόσα βιβλία σου έχουν εκδοθεί;» με ρώτησε. «Δώδεκα ήδη, συν δύο που θα κυκλοφορήσουν τους επόμενους μήνες», του απάντησα. «Α, όσα κι εγώ», μου αποκρίθηκε με φυσικότητα.s1393_resize

Φυσικά γέλασα και του επισήμανα πως μπορεί να έχω βγάλει δώδεκα βιβλία, αλλά η διαφορά μας είναι τεράστια όσον αφορά την αγορά. Τότε μου είπε σοβαρός να μη δίνω σημασία στα νούμερα και με ρώτησε για τον πληθυσμό της χώρας. Εκείνη τη στιγμή ένα αγοράκι, όχι μεγαλύτερο από εννιά χρόνων, κατάφερε να περάσει στο σημείο όπου καθόμασταν και τον πλησίασε λαχανιασμένο. Του είχε κοπεί η φωνή, και τα μάτια του είχα γουρλώσει σαν να έβλεπε κάποιον θεό. Προφανώς, έτσι τον έβλεπε εκείνη τη στιγμή, γι’ αυτό είχε κι αυτή την αντίδραση. Ο Τζεφ σηκώθηκε και χαιρέτησε το παιδί με πολλή ευγένεια και σεβασμό. Το αγοράκι σχεδόν βούρκωσε, τον χαιρέτησε κι έφυγε. Ήταν ένα παιδάκι, δίχως κανένα ίχνος συμφέροντος ή υστεροβουλίας απέναντι στον συγγραφέα. Μια ειλικρινής στάση, χωρίς τίποτα περισσότερο. Τότε σκέφτηκα αυτούς που έλεγαν αρνητικά πράγματα θίγοντας τη γραφή του Σπασίκλα. Αν είχαν αυτό το παιδί μπροστά τους, τι θα του έλεγαν; αναρωτήθηκα. Πως είναι χαζό; Πως είναι λίγο; Και ύστερα θυμήθηκα τον αριθμό των παιδιών σε όλο τον πλανήτη που διάβαζαν τον Σπασίκλα. Εντάξει, δε θα τα κάνει φιλόσοφους, αλλά τους προσφέρει ευχαρίστηση. Τα κάνει να δουν το βιβλίο ως παρέα και όχι σαν τον κακό δάσκαλο. Είναι μια καλή αρχή και προπαντός μια έντιμη συμφωνία ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη.

DSC_5613

Αμέσως μετά βγήκα στη σκηνή. Έκανα την εναρκτήρια παρουσίασή του, χαζεύοντας τα εκατοντάδες άτομα που είχαν κλείσει τον δρόμο. Έως τη Πανεπιστημίου έφτανε ο κόσμος, και βλέποντάς το αυτό, του χαμογέλασα με νόημα. Ανέβηκε στη σκηνή με συστολή και άρχισε να λέει, ως καλός εισηγητής, πώς έφτασε ως εδώ. Δεν κούρασε, δε φλυάρησε. Ήταν σαφής, συγκεκριμένος και ακόμα μία φορά έντιμος απέναντι στο κοινό του. Φαίνομαι υπερβολικός με τη χρήση της λέξης «έντιμος», αλλά πιστέψτε με, έχω δει πολλούς δημιουργούς-καλλιτέχνες που κοροϊδεύουν στην κυριολεξία το κοινό τους.

jeff-kinney4

Όταν τελείωσε, με κάλεσε ξανά στη σκήνη και με ευχαρίστησε. Μου ευχήθηκε τα καλύτερα για τη νέα μου σειρά, τους Ανωήρωες, και μου έκανε της εξής ερώτηση: «Εσύ, Γιώργο, από τι εμπνέεσαι για να γράψεις;» Κι εγώ του απάντησα: «Από τις ατέλειες των ανθρώπων». Του έδωσα το βιβλίο των Ανωηρώων και με ευχαρίστησε ξανά, δίνοντάς μου ραντεβού στην Αμερική. Ζήτησα από τον κόσμο να τον χειροκροτήσει και κατέβηκε από τη σκηνή. Επόμενος σταθμός οι υπογραφές των βιβλίων του. Κάθισε στην καρέκλα, φόρεσε το καλύτερό του χαμόγελο και άρχισε να υπογράφει και να βγάζει φωτογραφίες.

Έβαλε παραπάνω από εφτακόσιες υπογραφές σε περίπου δυόμισι ώρες, με τον κόσμο να περιμένει υπομονετικά τη σειρά του. Δυόμισι ώρες υπέγραφε και χαμογελούσε στα παιδιά. Τότε μου ήρθαν πάλι στον νου άλλοι καλλιτέχνες, αλλά πιο πολύ σκέφτηκα όλους όσοι μιλούσαν για κείνον με άδικα λόγια. Θα ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβουν ότι αυτό που πραγματικά αξίζει είναι να κάνεις πραγματικότητα το όνειρό σου, επηρεάζοντας με αυτό κι άλλους ανθρώπους. Και ο Τζεφ είχε καταφέρει να τηρήσει αυτήν τη συμφωνία. Εκείνος είχε δημιουργήσει τον Σπασίκλα με σκοπό να τον δώσει στο κοινό του. Και το κοινό του του επέστρεφε με τον τρόπο του αυτή την προσφορά.

DSC_5743

Νιώθω τυχερός που γνώρισα τον Τζεφ και την ομάδα του, όχι μόνο για όσα διαπίστωσα, αλλά κι επειδή ένιωσα ξανά λίγο φως. Είχα αρχίσει να συνηθίζω τη μικρότητα των ημερών, κι αυτό το σκοτάδι δε μου ταιριάζει καθόλου.

Share Button

The Author

Γιώργος Δ. Λεμπέσης

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ γεννήθηκε στην Αθήνα το 1981. Σπούδασε Μουσική Τεχνολογία και Μουσική Βιομηχανία, καθώς και Διοίκηση Πολιτιστικών Μονάδων. Παράλληλα με τις σπουδές του εργάστηκε ως μουσικός παραγωγός σε γνωστό ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας. Από το 2003 έως το 2011 εργάστηκε ως διευθυντής παραγωγής σε μεγάλη εταιρεία παραγωγής. Έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 400 παραγωγές, τόσο στη χώρα μας όσο και στο εξωτερικό. Ορόσημο στην καριέρα του αποτέλεσε η δημιουργία του πρώτου παιδικού φεστιβάλ στην Ελλάδα (Town for Kids, 2008 & 2009). Το 2010, ένα ακυκλοφόρητο διήγημά του, με τίτλο 4 ΣΕΛΙΔΕΣ, απέσπασε το βραβείο πρωτότυπης ιστορίας και κοινού στο 5ο Φεστιβάλ Παραμυθιών που διοργάνωσε το Μικρό Πολυτεχνείο. Toν Μάιο του 2011 δημιούργησε τη δική του εταιρεία εκτέλεσης παραγωγών, την Gold Producta Handling. Το μυθιστόρημά του ΨΑΡΟΣΟΥΠΑ ανέβηκε στο θέατρο για τρεις συνεχείς χρονιές σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης η εικονογραφημένη εκδοχή του, με τίτλο ΨΑΡΟΣΟΥΠΙΤΣΑ, καθώς επίσης το Θ’ ΑΥΓΟ, το ΨΑΡΟΣΟΥΠΑ 2: ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ «ΤΑΠΑ», μαζί με το ΨΑΡΟΣΟΥΠΙΤΣΑ 2, το ΨΑΡΟΣΟΥΠΑ 3: ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΑΚΟΥ και τα: ΒΥΘΟΥΓΕΝΝΑ, ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΑΛΦΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΚΑΘΟΥΜΕΝΑ και ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΒΥΘΟΣΧΟΛΕΙΟ.