O Μένιος Σακελλαρόπουλος γράφει για το νέο του μυθιστόρημα Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

o-xoros-ton-sumbolon
Share Button

«Ήτανε μια φορά, μάτια μου…» όπως έψαλλε κάποτε ο αρχάγγελος της Κρήτης, ο Νίκος Ξυλούρης, κάνοντας τους στίχους του Κώστα Φέρρη να δακρύζουν και να χορεύουν σαν εκστασιασμένες νεράιδες…

Μόλις είχαν κυκλοφορήσει τα Δεκατρία κεριά στο σκοτάδι, κι εκεί που είχε ζεσταθεί και φωτιστεί η ψυχή μου, ήρθαν η παγωνιά και το σκοτάδι εξαιτίας μιας τρομερής επαγγελματικής μου περιπέτειας που προκάλεσε ανοιχτές πληγές κι αιμορραγία.

Είναι δύσκολο –τραγικό δηλαδή– σε κάθε άνθρωπο να του βγάζουν ξαφνικά την πρίζα και να νιώθει τη γη να φεύγει κάτω από τα πόδια του βλέποντας χάος αμέτρητο.

«Η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει…» ήταν το σμίλεμα του θείου Μάνου (Ελευθερίου), που την ίδια χρονιά (1974) έγραψε αυτό που ένιωσα σαράντα (και) χρόνια αργότερα: «Σε καρτερούν μαστιγωτές και συμπληγάδες…»

Πορευόμουν ανάμεσα σε συμπληγάδες, μαστιγωμένος, όπως κι εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι, αφού η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει.

Κι η πρώτη σκέψη εκεί, στα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα, ήταν ότι έπρεπε να γυρίσει από την Πάτρα ο γιος μου, ο Γιώργος, που είχε ξεκινήσει το τρίτο έτος στο Μαθηματικό.

Φαρμακωμένος ο καιρός παραμόνευε, και πίεζε ασφυκτικά, αφού όπως λένε κι οι… διεθνείς, το concept δεν έβγαινε.

Κι έτρεχε το φαρμάκι, αφού αυτός ο εφιάλτης μου είχε ήδη συμβεί σε αρκετούς φίλους μου, που μάζεψαν τα παιδιά τους από τα πανεπιστήμια. Άλλοι πάλι δεν κατάφεραν να τα στείλουν καν σε άλλη πόλη. Ναι, εφιαλτικό…

Εκείνη τη νύχτα, με το «ρολόι σταματημένο και ρημαγμένο σ’ άδειο σπιτικό», εκεί που έκανα τον λογιστή στο μπαλκόνι μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα έπειτα από καιρό, μου ήρθε στο μυαλό η ιστορία του βιβλίου αυτού και σφίχτηκε το στομάχι μου.

Ξέρω πολλούς Μανόληδες που έχασαν τη δουλειά τους σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς, που έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι, βυθισμένοι σε ένα βαθύ σκοτάδι. Ξέρω μανάδες που έφτυσαν αίμα για να τελειώσουν τα παιδιά τους τις σπουδές, που έγδαραν τα νύχια τους για να τα φέρουν βόλτα. Ξέρω όμως και παιδιά που πάλεψαν σαν θηρία για να τα καταφέρουν, για ν’ αναστήσουν τα όνειρά τους, για να κρατήσουν αναμμένο το κερί της ελπίδας. Παιδιά που σπούδασαν δουλεύοντας, που ακόνισαν ακόμα περισσότερο το μυαλό και την ψυχή τους, που γαντζώθηκαν στα πτερύγια του καρχαρία. Δεν ήταν, ούτε είναι εύκολο.

Έτσι ξεκίνησε τούτο το βιβλίο, μέσα σε ζοφερές σκέψεις, που θέριευαν ώρα με την ώρα. Το χάραμα –πικροχάραμα– η ιδέα είχε ολοκληρωθεί στο μυαλό μου. Τη συζήτησα με έναν καθηγητή από τους λεγόμενους φάρους, τον Κώστα Λιονάκη –Ph. D. παρακαλώ– και τον είδα ενθουσιασμένο.

Η ιδέα αφορά τη… γη μας, έτσι; Όχι το διάστημα. Γιατί τόσα παιδιά που αριστεύουν κι άλλα που μεγαλουργούν δικά μας είναι, σε τούτη τη γη…

Και οι διεθνείς διαγωνισμοί επίσης στη γη μας είναι.

Έψαξα και βρήκα παιδιά που άγγιξαν το όνειρό τους μέσα από τέτοιους διαγωνισμούς. Έτσι, βασισμένος σ’ αυτό το σενάριο, μπορούσα να συνεχίσω. Με τον κύριο καθηγητή καταλήξαμε –κατέληξε, για να ακριβολογούμε– σε τρεις ασκήσεις που έπρεπε να λύσει για να προχωρήσει ο ήρωας, ο Νικήτας Σαββάκης.

«Κινέζικα!» είπα αυθόρμητα.

«Γιατί, τα δικά σας, τα αρχαία, κινέζικα δεν είναι για μας;» μου απάντησε το ίδιο αυθόρμητα.

Εντάξει, δε θα μαλώναμε γι’ αυτό.

Βρήκαμε –βρήκε, πιο σωστά– και το θεώρημα που έλυσε ο Νικήτας.

«Βάλε κάπου ότι είναι του Στόουκς. Αν ήταν δικό μου, θα ήμουν τώρα αλλού!» μου είπε γελώντας.

Ωραία, το έβαλα. Το έχει αποδείξει ο Στόουκς.

Έχοντας μια εμμονή, μια σχέση αγάπης και λατρείας με την Κρήτη, κομμάτι της ψυχής και της ζωής μου, δεν είχα καμία αμφιβολία για την καταγωγή του ήρωα· Κρητικός, Κρητίκαρος! Κι όπως είχα γράψει το 2011 στο βιβλίο μου Δυο μαύρα πουκάμισα, είναι η χώρα των μαυροντυμένων αρχαγγέλων, όπου η δύναμη του ζάλου τους φτάνει ως τον ουρανό…

Η λύση εύκολη· Όθωνας Χριστουλάκης, Ρέθυμνο, φίλος καρδιάς και ψυχής από τότε, με τα Δυο μαύρα πουκάμισα. Και για πάντα! Κουβέντα στην κουβέντα, με τη ρακή να βοηθάει και τα αδιανόητα φαγητά του να ευφραίνουν τα πάντα, μου υπέδειξε το χωριό του ήρωά μου.

«Μυριοκέφαλα, ασυζητητί! Θα σε μαγέψει αυτός ο τόπος, σε ξέρω, είναι αυτό που ψάχνεις…»

Απόβαση στην Κρήτη για να γνωρίσω το χωριό του Νικήτα μου. Και μόλις ανέβηκα εκεί στα ψηλά, ναι, το ξανάπα:

Κρήτη μου, όμορφο νησί,
κλειδί του Παραδείσου,
θεριό ανήμερο εσύ,
βγες να σε χαιρετήσουν.

Κρατάς δεξιά μιαν ήπειρο,
αριστερά μιαν άλλη,
τους παίζεις τη βροντόλυρα,
για να χορέψουν πάλι.

Όταν σε βλέπω στέκομαι,
το μπόι χαμηλώνω,
το βούισμά σου γεύομαι,
κι απ’ τις φωνές σου λιώνω…

Η Παναγιά η Αντιφωνήτρια, η Τήνος της Κρήτης, στέκεται εκεί στα Μυριοκέφαλα από τον ενδέκατο αιώνα κι είναι ποτισμένη με τα δάκρυα των μυριάδων που πήγαν να την προσκυνήσουν, περπατώντας ακόμα και σαράντα χιλιόμετρα! Εκείνη και τον Βαϊοφόρο Χριστό, και λίγο πιο πάνω το μικρό εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη.

Μίλησα με τους ανθρώπους, αφουγκράστηκα τους καημούς και τα βάσανά τους, πήγα και στο νεκροταφείο τους, εκεί όπου βρίσκονται τα «μαρτυρικά οστά» από το ναυάγιο της Φαλκονέρας τον Δεκέμβρη του 1966.

Κι ύστερα ήρθε η σειρά των φοιτητών, οι δικοί τους καημοί ως προς τα όνειρά τους, αλλά και οι καημοί των γονιών για να τα φέρουν βόλτα. «…Άνθρωποι τρίζουν κι ακονίζουν τα σαγόνια / πηδούν και τρέχουν και σε φτάνουν στα μισά…» Στα μισά της διάλυσης των ονείρων του έφτασε κι ο Νικήτας, γιατί η ζωή δεν είναι πάντα ωραία, όπως λέει ο Μπενίνι.

Κι ύστερα, οι πολύτιμες συζητήσεις με την κυρία Πόπη Παπαδάκη για το πώς μεγάλωσαν αγόρια και κορίτσια εκεί στα σπιτικά. Η Κρήτη είναι πάντα Κρήτη… Όταν ο Μανόλης Σαββάκης χαστουκίζει την κόρη του Θεώνη, ξέρει γιατί το κάνει. Και πεθαίνει για τα παιδιά του.

Μετά, όταν όλα πήραν τον δρόμο τους για τον Νικήτα, ήρθε η βοήθεια του γιου μου Γιώργου για το κομμάτι των μεταπτυχιακών, κι αυτά τα μαθήματα ναι, είναι… κινέζικα, Γιώργο μου, η Παναγιά μαζί σου…

Για το τελευταίο κομμάτι, χρειάστηκαν ατέλειωτες –πραγματικά ατέλειωτες– ώρες έρευνας για το Κέιμπριτζ, τον τρόπο λειτουργίας και τις τελετές του, ακόμα και για τις παμπ και τα εστιατόρια σ’ αυτή την ονειρεμένη πόλη, εκεί όπου περπάτησαν και οι Pink Floyd, όχι αστεία! Α, και πριν απ’ αυτούς, ο Δαρβίνος, ο Νεύτωνας!

Όταν φτάσαμε με τον Νικήτα στη Νορβηγική Ακαδημία Επιστημών και Γραμμάτων στο Όσλο, την περίφημη Det Norske Videnskaps-Akademi, όλα ήταν μαγικά.

Κι αφού αυτό το ταξίδι απέκτησε μαγεία, έτσι όπως διαμορφώθηκε στο τέλος, ήταν αδύνατο να λείπει ο έτερος αρχάγγελος της Κρήτης, ο Χαράλαμπος Γαργανουράκης. Τον θυμάμαι με το κατάμαυρο παχύ μουστάκι του, τη φωνή-χείμαρρο και τη μαγική λύρα του να ζωγραφίζει τις ψυχές μας.

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα.
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα.

Και σου μιλώ σ’ αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ’ αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια.

Έτσι αρχάγγελος παραμένει, ασπρισμένος πια, ν’ αναπολεί κι αυτός τα χαμένα λόγια και τα χρόνια.

Αλλά κατά μια άλλη εκδοχή, αυτή του Μανώλη Ρασούλη, «Τίποτα δεν πάει χαμένο / στη χαμένη σου ζωή, / τ’ όνειρό σου ανασταίνω / και το κάθε σου “γιατί”». Αυτό έκανε κι ο Νικήτας. Μάτωσε για να μην πάει τίποτα χαμένο και ν’ αναστήσει τα δικά του όνειρα. Μακάρι να το κάνουν όλα τα παιδιά. Δεν είναι εύκολο, έτσι όπως είναι βυθισμένα στην αβεβαιότητα και κολυμπάνε ανάμεσα στις συμπληγάδες που διαλύουν σώματα και ψυχές.

Και μακάρι ν’ αλλάξουν οι καιροί και να μη λέμε πάλι ότι… η μοίρα κι ο καιρός το ’χαν ορίσει…

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΣΥΜΒΟΛΩΝ

Το χάρισμα του Νικήτα Σαββάκη στα μαθηματικά προοιωνίζεται ένα λαμπρό μέλλον. Ωστόσο η μοίρα διαλύει την ανεμελιά και τον φέρνει αντιμέτωπο με μια σκληρή πραγματικότητα. Οι γονείς του μένουν άνεργοι κι αμέσως μετά έχουν ένα σοβαρό ατύχημα. Έτσι αναγκάζεται να διακόψει τις σπουδές του και να εγκαταλείψει τα όνειρά του. Συντετριμμένος ψυχολογικά, ξεκινάει να δουλεύει ως σερβιτόρος και, στη συνέχεια, ως μεταφορέας. Σκέφτεται πληγωμένος τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα. Παρ’ όλα αυτά, η λατρεία του στην επιστήμη του θα τον οδηγήσει να αποδεχτεί μια μεγάλη πρόκληση, που ξεπερνάει ακόμα και τα πιο τρελά όνειρα. Περνώντας από συμπληγάδες κι έχοντας τη βοήθεια της αγαπημένης του Έλενας, θα ακολουθήσει μια πορεία που θα τον οδηγήσει ψηλά.

Ένα μαγικό ταξίδι ψυχής από τον Ψηλορείτη και τα Χανιά ως το Κέιμπριτζ και το Όσλο, ένας χορός των δυσνόητων αριθμών, μια ωδή στη δύναμη και τη θέληση, κόντρα στη μοίρα και στους καιρούς.

sale_button

Share Button

The Author

Μένιος Σακελλαρόπουλος

Ο ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ δεν ασχολήθηκε με αποτρόπαια εγκλήματα, μετά τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θράκης, παρά μόνο πολύ αργότερα, στα μυθιστορήματά του. Τον είχε κερδίσει ήδη η δημοσιογραφία, την οποία ταλαιπωρεί επί τριάντα οχτώ συναπτά έτη. Ξεκίνησε μαθητής λυκείου ακόμα από το Φως, μύρισε το μελάνι στις εφημερίδες Βραδυνή, Έθνος, Ελεύθερος Τύπος, Αθλητική, Sportime, Derby, στα περιοδικά Εικόνες, Nitro, Active, Επίκαιρα, βούτηξε στα ερτζιανά (ΕΡΑ, Sport FM, Sentra FM, SPORT 24) κι από το 1992 είναι στο Mega Channel. Έκανε τρεις φορές τον γύρο της Ευρώπης, φτάνοντας ως τη Νότια Αφρική, με εκατοντάδες ρεπορτάζ και χιλιάδες βίντεο, όλα με ένα δικό του χρώμα. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΑ και του ΠΣΑΤ, από τον οποίο έχει βραβευτεί τέσσερις φορές για τηλεοπτικά θέματα. Παραμένει έφηβος και εκρηκτικός, συνεχίζει να ονειρεύεται, να χαμογελάει, να σαρκάζει και να αυτοσαρκάζεται, και πιστεύει στην… άσπρη μέρα. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν τα βιβλία του ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ και ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΚΕΡΙΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.