Ο Γιάννης Καλπούζος γράφει για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου

Serra-psichogios-768x460
Share Button

Εκπλήσσομαι ακούγοντας από επίσημα ελληνικά στόματα να υποστηρίζουν ότι δε συντελέστηκε γενοκτονία στον Πόντο, όταν αρκετοί Τούρκοι ιστορικοί και άνθρωποι των γραμμάτων την αποδέχονται στα συγγράμματά τους και όταν όλα όσα κατά τον Ο.Η.Ε. συνιστούν γενοκτονία έχουν συμβεί στον Πόντο.

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου πρέπει να αναγνωριστεί παγκοσμίως για να καταγραφεί η ιστορική αλήθεια, για να μην ξανασυμβούν τα ίδια, για να τιμηθεί η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών και για να συμφιλιωθούν οι ίδιοι οι Τούρκοι με την ιστορία τους και να γκρεμίσουν στην Κερασούντα το άγαλμα του Τοπάλ Οσμάν, του μεγαλύτερου μακελάρη του ελληνισμού του Πόντου. Εάν, βεβαίως, στόχος μας είναι να υψώσουμε το μίσος απέναντι στον τουρκικό λαό, τότε τραβάμε σε λάθος πορεία.

Θα πρέπει να εργαστούμε για την αναγνώριση και να αφήσουμε στην άκρη τις συνθηματικού χαρακτήρα διαμαρτυρίες με τις ανούσιες κραυγές, οι οποίες σβήνουν την επόμενη στιγμή. Εκείνο που θα ωφελούσε θα ήταν να ακολουθήσουμε το παράδειγμα των Εβραίων σε σχέση με το Ολοκαύτωμα. Επιχορηγήσεις σε μελετητές, φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες για τη συγκέντρωση στοιχείων, καθώς και διοργάνωση διεθνών επιστημονικών συνεδρίων και δημιουργία πανεπιστημιακών εδρών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αντικείμενο τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Επίσης, συνεργασία με τους Αρμενίους, τους Ασσύριους και το δημοκρατικό κίνημα της Τουρκίας.

Πέραν αυτών, τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ύψωσαν το κεφάλι ύστερα από αλλεπάλληλους κατατρεγμούς, πρέπει να αποτελέσουν σημείο αναφοράς και φωτεινό παράδειγμα-πρότυπο για τους σημερινούς Έλληνες. Ιστορικό σηματωρό, για να κατορθώσουμε να δούμε το παρόν και το μέλλον με αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση.

Απόσπασμα από το βιβλίο ΣΕΡΡΑ. Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ

Ο Γαληνός προσπάθησε να τον αποτρέψει, όμως με τον μπό­γο στα χέρια να τον βαραίνει δεν τα κατάφερε. Αναγκάστη­κε στο τέλος να τον ρίξει καταγής και να τρέξει ξοπίσω του.

Τη στιγμή που τον πρόφτασε πετάχτηκαν ουρλιάζοντας από τέσσερα σημεία οι άντρες του Γελίμ Ογλού με προτετα­μένα τα όπλα τους. Τελευταίος φάνηκε στην πόρτα του σπι­τιού ο Χαμζά Χαφίζ.

«Ψάξτε για τον άλλον!» πρόσταξε, και τρεις άντρες του κινήθηκαν κατά το ποτάμι.

Ο Όμηρος είχε γαντζωθεί τρομοκρατημένος στα πόδια του πατέρα του. Ο Χαμζά Χαφίζ πλησίασε και χωρίς καμιά προειδοποίηση κοπάνησε με το κοντάκι του όπλου τον Γα­ληνό κατάμουτρα. Όλα θόλωσαν γύρω του κι έπεσε αιμό­φυρτος στο χώμα.

Τον κουβάλησαν στο ανώγειο, ερεύνησαν στα ρούχα του κι ανακάλυψαν όσα χρήματα βαστούσε. Έφεραν και τον μπό­γο που πέταξε στον δρόμο και τον άδειασαν στη μέση της κάμαρας. Έπειτα, γνωρίζοντας ο Χαμζά Χαφίζ απ’ την επο­χή της σφαγής των Αρμενίων ότι πολλοί εξορισμένοι κατά­πιναν χρυσές λίρες, εξανάγκασε τον Γαληνό να πιει ολόκλη­ρο μπουκάλι καθαρτικό. Τον έσπρωξαν σε μια γωνιά και σε λίγο χαχάνιζαν βλέποντάς τον να μην μπορεί να συγκρατή­σει την ακατάσχετη διάρροια.

Αντίκρυ του ο Όμηρος και τα τρία κορίτσια απ’ τη Σάντα είχαν μαζευτεί κουβάρι και κοιτούσαν ωσάν φοβισμένα που­λιά. Ήταν θολές ακόμη οι εικόνες του απ’ το δυνατό χτύπη­μα. Θολός και ο νους του.

genoktonia2017jpg

Σηκώθηκε κι ο Φεχμί, ένα ανθρωπόμορφο τέρας που όποιος τον θωρούσε αναρωτιόταν πώς γέννησε η φύση τόσο δύσμορ­φο πλάσμα, και σκάλιζε με το δάχτυλο τα ρευστά κόπρανα στο πάτωμα. Μην εντοπίζοντας καμιά χρυσή λίρα βάλθηκε να ουρλιάζει και να γρονθοκοπεί τον Γαληνό, ώσπου του φώναξε ο Χαμζά Χαφίζ να σταματήσει και τον έσυρε στα πόδια του.

«Τώρα που ξεκόπρισες, γκιαούρη, μολόγα! Εσύ έστειλες τα έγγραφα και τις φωτογραφίες στη Διοίκηση ή ο Ρούρικ;»

«Εγώ δεν έδωκα τίποτε. Αλλά ούτε ποιος το ’καμε ξεύ­ρω», αποκρίθηκε ο Γαληνός, κι έβγαιναν οι λέξεις απ’ τα πρησμένα του χείλια μισές κι ανέσωστες.

Ο Χαμζά Χαφίζ ένευσε στον Φεχμί. Εκείνος, ξεσκούφω­τος κι αναμαλλιάρης, άδραξε απ’ τα πόδια ένα κορίτσι και το σήκωσε τ’ ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω. Το κο­ρίτσι, θαρρείς δίχως ζωή μέσα του, κρεμόταν όπως το άδειο τσουβάλι. Πάσχιζε μονάχα με τις απαλάμες να κρύψει τη γύ­μνια του, μια και βρακί δε φορούσε, ενώ στους κάποτε ολόα­σπρους μηρούς της απλώνονταν μεγάλα μελανά σημάδια.

«Τούτη τη λένε Σόνα!» φώναξε ο Χαμζά Χαφίζ.

Ο θηριώδης Φεχμί άρχισε να ταλαντεύει το σώμα της Σό­νας ολοένα και πιο έντονα, λες και βαστούσε κουνέλι. Όταν η αιώρηση ξεπέρασε τους ώμους του, έκαμε απότομα δυο βή­ματα δεξιά κι άφησε να σκάσει το κεφάλι της στη γωνία του τζακιού. Μήτε «οχ» δεν πρόλαβε να βγάλει. Ακούστηκε μο­νάχα ο φρικιαστικός ήχος, καθώς έσπαζε το κρανίο της, και αντάμα το ρέκασμα του Γαληνού και τα κλάματα των υπόλοι­πων παιδιών. Τινάχτηκαν τριγύρω και μπόλικα αίματα, ενώ στη συνέχεια ο Φεχμί εκσφενδόνισε στην άλλη άκρη του δω­ματίου το κορμάκι της. Ήταν δεν ήταν εννιά χρόνων η Σόνα.

«Μήπως τώρα θυμήθηκες, Φιλονίδη;» κάγχασε ο Χαμ­ζά Χαφίζ.

Ο Γαληνός είχε χάσει την παροιμιώδη αταραξία του, αν και τα χτυπήματα στο πρόσωπό του δεν επέτρεπαν να φα­νούν τα συναισθήματά του.

«Δε γνωρίζω, ίσως να το έκαμε ο Ρούρικ», ψέλλισε, με τα μάτια στραμμένα στον Όμηρο.

«Το ξεκαθάρισα και στον Ρούρικ, εγώ είμαι μαύρο βου­βάλι, το πιο εκδικητικό ζώο. Θα πάρεις στον λαιμό σου και τις υπόλοιπες και τον γιο σου. Μαρτύρα ποιος έστειλε τα έγ­γραφα και τις φωτογραφίες!»

«Θαρρώ ο Ρούρικ. Αλλά δεν το ξέρω με σιγουριά. Άλλω­στε πνίγηκε μαζί με τους Ρώσους της επιτροπής των μπολσε­βίκων. Έτσι μαθεύτηκε. Δείξε έλεος, εφέντη! Σε τι σου ’φται­ξαν τα παιδιά;»

Απ’ έξω ήχησαν τρεις τέσσερις πυροβολισμοί. Ανακάλυ­ψαν τον Πάντζιο, σκέφτηκε μες στην παραζάλη του ο Γαλη­νός. Διατηρούσε την απατηλή ελπίδα ότι με κάποιο τρόπο θα μπορούσε να παρέμβει και να σωθούν.

«Εσύ δεν έκρυβες την Ταλίν;» ήρθε η νέα ερώτηση του Χαμζά Χαφίζ και συγχρόνως ο Φεχμί άρπαζε ακόμη ένα κο­ρίτσι. «Πες μου πού την έκρυβες, ποιοι σε βοήθησαν και πού βρίσκεται».

«Για όνομα του Θεού, σπλαχνίσου τα δύστυχα τα παιδιά! Η Ταλίν μετανάστευσε στη Ρωσία το 1918 και δεν επικοινω­νήσαμε από τότε».

«Αυτή εκεί τη λένε Μέλη», αρκέστηκε να πει ο Χαμζά Χαφίζ.

Η Μέλη σπάραζε στο κλάμα και μαχόταν να ξεφύγει. Ο Φεχμί την αναποδογύρισε χασκογελώντας κι επανέλαβε τη φρικιαστική σκηνή, τσακίζοντας αυτή τη φορά το κεφάλι του κοριτσιού στον τοίχο.

Οι άντρες του Χαμζά Χαφίζ κάθονταν σταυροπόδι, κά­πνιζαν, έσβηναν τ’ αποτσίγαρα στο πάτωμα και παρακο­λουθούσαν ανέκφραστοι. Ο Όμηρος είχε σφιχταγκαλιαστεί με το τρίτο κορίτσι και κλαψούριζαν. Όσον αφορά τον Γα­ληνό, νόμιζε ότι έσπασε το δικό του κεφάλι. Κατατρομοκρα­τημένος πήρε να εξιστορεί πώς βρέθηκε η Ταλίν στον δρόμο του, ότι την έκρυψε κατόπιν σε σπίτι που νοίκιασε και πολ­λά από όσα συνέβησαν μέχρι να μεταναστεύσει στη Ρωσία, χωρίς ν’ αποκαλύψει ποιοι τον στήριξαν.

Ο Χαμζά Χαφίζ παρέμεινε σιωπηλός. Σηκώθηκε, πήγε κο­ντά στο παράθυρο, κάτι έβγαλε απ’ τον σάκο του και τον ζύ­γωσε, κρατώντας ένα πήλινο δοχείο κι ένα κουτάλι. Βούτη­ξε το κουτάλι στο περιεχόμενο του δοχείου και το έφερε στο στόμα του Γαληνού, ενώ ο Φεχμί τον έπιασε απ’ το σαγόνι και του σφράγισε τη μύτη. Θέλοντας και μη άνοιξε το στόμα ν’ αναπνεύσει και ο Χαμζά Χαφίζ τού μπούκωσε το κουτάλι.

Γλυκιά γεύση μελιού έκαμε τη γλώσσα του να σπαρτα­ρήσει, καθώς τούτη υπάκουε στις αποξαρχής κόσμου καμω­μένες αισθήσεις. Πονούσε φριχτά, ξεσκιζόταν η ψυχή του, κι η γλώσσα να γλυκαίνεται. Αταίριαστο κι αλλόκοτο του φά­νταζε. Συνάμα αναρωτιόταν σε τι αποσκοπούσαν.

Ακολούθησαν αλλεπάλληλες κουταλιές. Θα ’χε καταπιεί ίσαμε είκοσι, όταν κατανόησε τον δόλο του Χαμζά Χαφίζ. Τον τάιζε με παλαλόν ή ζαντόν μελ, ήτοι τρελό μέλι. Το λαλού­σαν οι Τούρκοι ντελί μπαλ και οι αρχαίοι Έλληνες μαινόμε­νο, επειδή όποιος το έτρωγε ζαλιζόταν και συμπεριφερόταν σαν μεθυσμένος. Σε, δε, μεγάλες ποσότητες είχε θανατηφό­ρο δράση. Απ’ αυτό το μέλι κατανάλωσαν και οι Μύριοι του Ξενοφώντα στο όρος Θήχης κι είχαν όμοια συμπτώματα.

genoktonia_ellinwn_pontiwn

Σύντομα ένιωσε να ιδρώνει και να περιέρχεται σε κατά­σταση μέθης. Μάταια πάλευε να επιβληθεί στο σώμα με τη λογική. Ολίγον κατ’ ολίγον ο εγκέφαλος απώλεσε τη δύνα­μή του και διαστρεβλώθηκαν οι λειτουργίες του. Άρχισε τό­τε ο Χαμζά Χαφίζ να ρωτά τα ίδια κι επιπλέον ποιος σκό­τωσε τον αδελφό του, τον τσελεμπί Αχμέτ.

Ο Γαληνός αποκρινόταν δίχως να ελέγχει τις κουβέντες του. Θαρρείς και ξεπηδούσαν από ξένο στόμα ή απύθμενο πηγάδι. Απονενοημένη και παρασάνταλη μάχη συντελούνταν εντός του. Από τη μια αντιμετώπιζε ως αδελφικό φίλο τον Χαμζά Χαφίζ, κι ήθελε όλα να του τα εξομολογηθεί, κι από την άλλη πάσχιζε ν’ αντιπαλέψει την παρόρμηση που του δη­μιουργούσε η μέθη. Ο τρελαμένος νους του χόρευε απάνω σε είκοσι επτά φωτιές, όσα και τα χρόνια του. Γεννούσε εικόνες απ’ την παιδική του ηλικία, έσμιγαν σ’ ένα παράταιρο αντά­μωμα βαφτίσια, γάμοι, κηδείες, τραγικά μαντάτα, γλέντια και κλάματα, σκαρφάλωνε στις κατοπινές εποχές, βυθιζόταν κι αναδυόταν σ’ έναν κόσμο δικό του, μα και ξένο συγχρόνως.

Μες στη φλόγωση και στον σκοτεινό του πυρετό επιχει­ρούσε να προστατεύσει τον Γιαγκούμπ και τον Φεϊζέλ Κιουλ­κάν, αποκρύβοντας τα ονόματά τους, χωρίς να είναι σε θέ­ση ν’ αντιληφθεί αν το πετυχαίνει. Απεναντίας, το κατάλαβε όταν ξεστόμισε το όνομα του εξαδέλφου της Ταλίν, του Βαρ­τάν, όπως κι ότι εκείνη ταξίδεψε στο Σουχούμ. Εκμυστη­ρεύτηκε κι ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, σκηνές που έζη­σαν οι δυο τους και πόσα άλλα. Σάμπως να τα ιστορεί στον πιο καλό του φίλο. Ωστόσο διατηρούσε ακόμη ή επανερχό­ταν πού και πού μια στάλα απ’ τα λογικά του και, νογώ­ντας τι έκαμνε και σε ποιον άνοιγε την καρδιά του, ξεσπού­σε σε γοερά κλάματα.

Όμως ολοένα αδυνάτιζαν οι αντιστάσεις του, ώσπου το πα­λαλόν μελ δηλητηρίασε κάθε κύτταρό του. Θόλωσε το βλέμ­μα του, η ζάλη γυρόφερνε τα πράγματα και πότε έδειχνε να θωρεί από χοντρό μυωπικό γυαλί και πότε να ’ναι ανεβα­σμένος στο κατάρτι πλοίου, να το χτυπούν μανιασμένα κύ­ματα και να κλυδωνίζεται.

Πήρε και να ξεσπά σε βροντερά χαχανητά. Όπως τη στιγ­μή που ο Φεχμί άρπαξε το τρίτο κορίτσι. Τσάκισε το κεφά­λι του στον τοίχο, κι ο Γαληνός γελούσε.

«Είδες τι κέφι φέρνει ο θάνατος;» χλεύασε ο Χαμζά Χα­φίζ. «Σε περιμένει κι άλλη γλύκα, πιο δυνατή».

Βάλθηκε ο Γαληνός και να χορεύει ωσάν καλικάντζαρος πέρα δώθε στην κάμαρα. Ύστερα ο Φεχμί έπιασε απ’ τα πό­δια τον Όμηρο και τον γύρισε ανάποδα. Τον έβλεπε να τα­λαντεύει τον γιο του και χαχάνιζε. Όμως ξαφνικά κόπηκε το γέλιο του. Κάτι, χωρίς ν’ αντιλαμβάνεται τι, τον οδήγησε να βγει απ’ το δωμάτιο και κατέληξε στην αυλή.

Κανείς δεν τον εμπόδισε, ούτε τον κυνήγησε. Τράβηξε τρε­κλίζοντας κατά το ποτάμι, μα στα τριάντα σαράντα μέτρα έπεσε μονοκόμματος καταγής στον κήπο του Γιάννε.

© φωτογραφίας: Δανάη Πίρτση για το Lavart.gr

Share Button

The Author

Γιάννης Καλπούζος

Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ γεννήθηκε στο χωριό Μελάτες της Άρτας το 1960. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, στίχους σε 70 τραγούδια, διηγήματα και μυθιστορήματα. Με την ποιητική συλλογή Έρωτας νυν και αεί ήταν υποψήφιος στη βραχεία λίστα για το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008, ενώ το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου (Ε.ΚΕ.ΒΙ.) για το μυθιστόρημά του ΙΜΑΡΕΤ. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορούν επίσης τα μυθιστορήματά του Ο,ΤΙ ΑΓΑΠΩ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΣΟΥ, ΣΑΟΣ. ΠΑΝΤΟΜΙΜΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ, ΙΜΑΡΕΤ: ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΡΟΛΟΓΙΟΥ, ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ, ΣΕΡΡΑ. Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ καθώς και τα νεανικά μυθιστορήματα ΙΜΑΡΕΤ 1 – ΟΙ ΔΥΟ ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΙΣΜΑΗΛ και ΙΜΑΡΕΤ 2 - ΦΑΡΣΕΣ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΟΝΕΙΡΑ.