H Κώστια Κοντολέων γράφει για το νέο βιβλίο της Μάρως Κερασιώτη, ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΠΙΣΤΙΑΣ

apistias
Share Button

«Κάθε αυγή στριφογυρίζω στη μήτρα της μάνας μου», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου της η Μάρω Κερασιώτη.

Κι όμως, αρχίζει το μυθιστόρημά της σ’ έναν οίκο ευγηρίας. Στον τόπο που σηματοδοτεί το τέλος της διαδρομής, μιας διαδρομής που έχει ως αφετηρία την εμβρυακή υπόσταση του ανθρώπου κι ως τέρμα της τον θάνατό του. Μια διαδρομή που μένει να αποδειχθεί το μάκρος της, η χρονική της διάρκεια, το αν θα είναι πλούσια ή όχι σε γεγονότα, γαλήνια και ήρεμη ή πολυτάραχη, με σκαμπανεβάσματα και ασκήσεις επιβίωσης, με αδιαπραγμάτευτη προσήλωση στην πίστη ή με ανεμπόδιστη ροπή προς την απιστία.

Η ζωή της Διδώς Ματθαίου, της ηρωίδας του μυθιστορήματος Σχέσεις απιστίας της Μάρως Κερασιώτη, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Μεγαλωμένη αυστηρά από τη μάνα της, την Ηλέκτρα, όπου τα «πρέπει» και τα «μη» είναι συνεχώς παρόντα και ευνουχιστικά για τη μικρή Διδώ και την ακολουθούν από την παιδική της ηλικία στην ενήλικη ζωή της, και παρόλο που είναι πια και η ίδια παντρεμένη και μητέρα τριών παιδιών, εξακολουθεί να κουβαλάει το βάρος της αλλοπρόσαλλης σχέσης της με τη μητέρα της. Η τακτική των μεταξύ τους αποστάσεων θα κρατήσει σχεδόν σε όλη τους τη ζωή.

Το μονίμως εξοστρακισμένο χάδι και ο πάντα απών καλός λόγος θα διαμορφώσουν αρνητικά τον χαρακτήρα της Διδώς. Ο ευνουχισμός που έχει υποστεί από τη μάνα της θα της στερήσει τη δυνατότητα να δει από άλλη συναισθηματική και ρεαλιστική οπτική τον λαβύρινθο των σχέσεών τους και να πάρει τις σωστές αποφάσεις που θα τη βοηθήσουν να βγει από αυτόν, μόνη της, χωρίς τη βοήθεια ενός Θησέα ή ενός από μηχανής θεού.

Η ανάγκη της για αγάπη, τρυφερότητα, κατανόηση θα στρέψει τη Διδώ στο υποκατάστατο της μητέρας της, τη Νάνα, στη μοναδική αδερφή της Ηλέκτρας, σ’ αυτήν που τα «μη» και τα «πρέπει» είναι άγνωστες λέξεις και, πολύ περισσότερο, έννοιες. Αλλά είναι απόλυτα γνωστές και υιοθετημένες οι λέξεις «αγάπη» και «τρυφερότητα». Η Νάνα υπήρξε για τη Διδώ η γιάτρισσα που μόνο με το χαμόγελό της γιάτρευε τις μικρές δυστυχίες της και ενίοτε κάποιες μεγαλύτερες. Γιατρειές καλόδεχτες εκεί όπου οι εύκολες λύσεις ήταν συχνά εμποδισμένες και τα εμπόδια ανυπέρβλητα.

Τώρα, όμως, που η ζωή της Διδώς έχει πάρει την κάτω βόλτα στη σχέση της με τον άντρα της, ακολουθώντας μια φθίνουσα και μη αναστρέψιμη πορεία, η Νάνα δεν μπορεί πια να τη βοηθήσει, αφού έχει ξεκινήσει ήδη το ταξίδι της για το επέκεινα.

Και η Διδώ πρέπει πια να πολεμήσει μόνη της, να βγάλει από πάνω της σαν πολυκαιρισμένο ρούχο τα «πρέπει» και τα «μη» που στιγμάτισαν έως τώρα τη ζωή της και να επιχειρήσει επιτέλους την ηρωική έξοδο, την έξοδο από έναν γάμο συνώνυμο της απιστίας και του ψέματος.

Και σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο είναι που θα κάνουν εισβολή στη ζωή της αλλεπάλληλες ανατροπές και αποκαλύψεις, όπου οι απιστίες και τα ψέματα θα πάψουν να είναι προνόμιο του άντρα της, του Σταύρου Ματθαίου, γνωστού ποινικολόγου και βουλευτή, αλλά θα τα δει να διαχέονται και σε άλλους ανθρώπους, όπου τα μυστικά που έως τότε τους κάλυπταν θα έρθουν να σαρώσουν σαν ντόμινο τις βεβαιότητες της Διδώς για πρόσωπα αγαπημένα και κυρίως για πρόσωπα υπεράνω υποψίας. Κι όταν πια οι αποκαλύψεις γίνουν σαρωτικές, θα δοθούν και οι απαντήσεις, αργά ίσως, αλλά θα δοθούν, ώστε να γεφυρώσουν το αγεφύρωτο έως τότε χάσμα στις σχέσεις μάνας και κόρης, να ελευθερώσουν τη δεύτερη από τις όποιες άχρηστες και αδιέξοδες σκέψεις, από τις αναιτιολόγητες ενοχές και τις αδύναμες στην ουσία τους δεσμεύσεις που υπήρξαν τροχοπέδη στη ζωή της.

Και τότε οι σχέσεις απιστίας των άλλων θα την οδηγήσουν στη δική της σχέση απιστίας, που θα γίνει η αφορμή για την απόδρασή της από μια ζωή βαλτωμένη στα ψέματα και στις έωλες κοινωνικές συμβάσεις.

Η Διδώ θα διεκδικήσει επιτέλους το όνειρο για τον εαυτό της, για τον εαυτό της και μόνο, και αφού οι όποιες γέφυρες με το παρελθόν είναι πια γκρεμισμένες και η επιστροφή σ’ αυτό αδύνατη, θα διαλέξει τώρα τον μοναδικό δρόμο που της ανοίγεται, τον δρόμο που οδηγεί στο μέλλον και στο αύριο, τον δρόμο που θα ανατρέψει τη λαϊκή σοφία πως «Όλα τα καλά πράγματα κρατούν λίγο», επειδή εκείνη, η Διδώ, είναι αποφασισμένη να τα κάνει να κρατήσουν πολύ. Ίσως και για πάντα.

Η Μάρω Κερασιώτη, άξια θεραπαινίδα του λόγου. Με το καινούργιο της βιβλίο μάς βάζει μπροστά σε διλήμματα των οποίων, ολοφάνερα, αργεί σκόπιμα να μας δώσει τις απαντήσεις, για να μπορέσει να βυθίσει με άνεση το μαχαίρι έως το κόκαλο, για να μας κάνει συνένοχους αλλά και συμμέτοχους σ’ αυτό το θέατρο του παραλόγου των σχέσεων, όπου με δικαιολογίες που δεν πείθουν κανέναν παραμένουμε δέσμιοι σε αδιέξοδες καταστάσεις, για να μας παρασύρει στο τέλος σε μιαν ανατροπή καλοδεχούμενη και εξαρχής δρομολογημένη.

Ο λόγος της μεταβάλλεται συνεχώς σε όλο το μυθιστόρημα, από ασθματικός και άκρως συναισθηματικός γίνεται σαρκαστικός, όπως, για παράδειγμα, στην περιγραφή του ειδυλλίου Χάρυβδης και Κεκέ, και κάποιες φορές ακόμα και συγκινησιακός, στην περιγραφή της ατέλειωτης γέννας της αγαπημένες της σκύλας, ώστε να παίρνει ανάσες ο αναγνώστης προτού πέσει και πάλι στα δύσκολα.

Οι τελευταίες διακόσιες σελίδες, όμως, απογειώνουν το μυθιστόρημα και το ανεβάζουν σ’ αυτό που ορίζεται ως η πεμπτουσία του έρωτα, συμπαρασύροντας τον αναγνώστη στην απόλυτη ταύτισή του με το ερωτευμένο ζευγάρι, για να ζήσει μαζί του τη γιορτή της γλώσσας του σώματος, να διαγράψει όλα τα παρελθόντα και να χαιρετήσει τα μέλλοντα.

Share Button

The Author

Κώστια Κοντολέων

Η ΚΩΣΤΙΑ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Το ΦΕΥΓΩ είναι το τέταρτο μυθιστόρημά της. Έχει μεταφράσει περισσότερα από πενήντα βιβλία, μεταξύ των οποίων έργα των: Τζόις Κάρολ Όουτς, Φίλιπ Πούλμαν, Τόμας Σάβατζ, Ρόαλντ Νταλ, Μάρκους Ζούσακ, Ρόμπερτ Κόρμιερ, Πένελοπ Φιτζέραλντ, Ρ. Κ. Νάραγιαν, Μάγια Αγγέλου, Μέλβιν Μπέρτζες κ.ά. Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία· ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης 1992 και η διπλή αναγραφή της στον Τιμητικό Πίνακα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για τη Νεότητα (ΙΒΒΥ).