Η ψυχολόγος Θέκλα Πετρίδου γράφει για τη μητρότητα και τι σημαίνει να είσαι συνειδητός γονιός

xaroumenh-mama
Share Button

Η ψυχολόγος Θέκλα Πετρίδου, με μια απρόσμενη, πρακτική, αισιόδοξη και απελευθερωτική γραφή, διατυπώνει με λέξεις όλα αυτά που πραγματικά νιώθουμε οι γονείς, αλλά φοβόμαστε να εκφράσουμε.

📖 Διαβάζουμε απόσπασμα από το βιβλίο ΧΑΡΟΥΜΕΝΗ ΜΑΜΑ=ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ:

Συλίκου, 16 Αυγούστου

2016 ΘΥΜΑΜΑΙ ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΜΕΡΑ, πριν από 19 χρόνια, σαν να ήταν σήμερα. Ήμουν μόλις 22 χρόνων και νόμιζα πως τα γνώριζα όλα. Είχα πάρει, έναν μήνα νωρίτερα, το πτυχίο μου από το Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ και νόμιζα πως ήμουν ψυχολόγος. Αλλά όχι. Χρειάστηκαν χρόνια και χρόνια εμπειριών, λαθών και παθών, και ειδικά αυτό το δύσκολο ταξίδι που ξεκίνησε εκείνη την Τετάρτη, 1.45 π.μ., 13 Αυγούστου 1997, για να κερδίσω εκείνο τον τίτλο, αλλά όταν είσαι νέος, πιστεύεις πως όλα είναι εύκολα και πως είσαι πολύ δυνατός – στην περίπτωσή μας, πολύ δυνατή. Η σούπερ μαμά.

Τι αστείο! Πόσες φορές αργότερα ζύγισα τα χρόνια του μαρτυρίου μου με τα χρόνια του πρωτότοκου παιδιού μου, του Λάζαρου. 5 χρόνων ο Λάζαρος; 5 χρόνια μαρτύριο. 10 χρόνων ο Λάζαρος; Πέρασαν 10 χρόνια από τότε που έχασα την ελευθερία και τον αυτοέλεγχό μου. 18 χρόνων ο Λάζαρος; Πότε πρόλαβε και άρχισε να μου αρέσει αυτό το αγόρι; 19 χρόνων ο γιος μου; Τον θαυμάζω, τον αγαπώ 19 χρόνια περισσότερα από την πρώτη στιγμή και χαλαλίζω το ταξίδι και τα βάσανα. Χαλάλι του.

Και χαλάλι της. Επειδή μια άλλη Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2000, στις 8.15 μ.μ., έφερα στη ζωή την κόρη μου, Κυριακή.

Άρα δύο τα βασανάκια μου. Και δύο οι δάσκαλοί μου ως προς το πώς να γίνω καλύτερος άνθρωπος και να τιμωρηθώ δεόντως για το ότι πίστεψα πως τα ήξερα όλα και θα γινόμουν η καλύτερη μάνα.

Κι έτσι, σήμερα, 20 χρόνια αφότου ξεκίνησα το ταξίδι της γονεϊκότητας, κάθομαι να γράψω ένα βιβλίο για κάτι που, χωρίς να το περιμένω στην πορεία, φαίνεται πως το κατάφερα καλά. Έτσι λένε τα ίδια τα παιδιά τις στιγμές που δεν είναι θυμωμένα μαζί μου. Αυτό λένε και ο αδερφός μου και η νύφη μου, αυστηροί κριτές, όπως και οι γονείς μου, που σε κάποια φάση πίστεψαν ότι θα κατέστρεφα εντελώς τα παιδιά με τις παράξενες ιδέες μου. Τα ίδια λέει και η συνάδελφος δόκτωρ Αριστονίκη Θεοδοσίου, ειδική και για θέματα παιδιών, την οποία συμβουλεύομαι συχνά.

Δεν είμαι ψυχολόγος ειδική σε θέματα παιδιών. Ο τομέας που επέλεξα στο πανεπιστήμιο ήταν αυτός της Κοινωνικής και Κλινικής Ψυχολογίας. Γι’ αυτό, γράφω ως μισο-αδαής. Ως ένας «αδαής επιστήμονας» (naive scientist), ως μια γυναίκα που, όταν επιτέλους έγινε μάνα, ξέχασε όλα όσα ήξερε ή νόμιζε πως ήξε- ρε και χρειάστηκε να αυτενεργήσει, να αυτοσχεδιάσει, να αποτύχει οικτρά, να κλάψει, να μετανιώσει, να ενθουσιαστεί ξανά και γενικώς να χρησιμοποιήσει διάφορες νοητικές και συναισθηματικές δεξιότητες για να τα βγάλει πέρα. Επίσης, να αποκτήσει νέες υπαρξιακές αξίες, να ξεπεράσει ενοχές και φόβους και, το πιο θαυμαστό απ’ όλα, να καταλάβει και να συγχωρήσει τους δικούς της γονείς για τα όσα βαριά τούς καταλόγιζε, και παλιότερα, για το δικό της μεγάλωμα.

Είστε έτοιμοι;

Θα σας μιλήσω σε μια γλώσσα που ίσως δεν περιμένατε. Μπορεί και να σας σοκάρω.

  • Χωρίς ντροπή και φόβο. Επειδή αυτά τα δύο σε κάνουν άχρηστο γονιό.
  • Χωρίς περηφάνια και έπαρση, καθώς, έτσι, το έχασες, πάει το παιχνίδι.
  • Χωρίς δογματισμό και κλισέ, επειδή κάθε παιδί που γεννιέται είναι μια ειδική περίπτωση.

Χωρίς εξειδίκευση. Είμαι μια απλή, κοινή ψυχολόγος, που έμαθα παθαίνοντας και μεγαλώνοντας δύο παιδιά. Τα οποία σήμερα είναι δύο χαρούμενοι έφηβοι, που δεν είναι δεμένοι από το βρακοζώνι μου, όπως λέμε στα κυπριακά. Που έχουν ρίζες και φτερά («καρακλισέ», το γνωρίζω, αλλά δεν υπάρχει ακριβέστερη περιγραφή). Έτσι ακριβώς όπως ευχόμουν και περίμενα τα τελευταία χρόνια.

Λόγω της ιδιωτικότητας της ζωής των παιδιών μου –εγώ τη δική μου την κάνω ανέκαθεν βούκινο– δε θα αναφερθώ σε συγκεκριμένα περιστατικά της δικής τους παιδικής και εφηβικής ηλικίας. Θα χρησιμοποιήσω παραδείγματα, όπως και στα προηγούμενα βιβλία μου, από τις ιστορίες των πελατών μου με αλλαγμένα ονόματα, ημερομηνίες και στοιχεία, ώστε να μην μπορεί να γίνει αντιληπτό για ποιον μιλάω. Θα πω και καμιά ιστορία από τις δικές μας, αλλά από αυτές που θα έλεγα σ’ ένα τραπέζι, και οι άνθρωποι θα συνέχιζαν να μου μιλούν μετά.

Επειδή θέλω να μου μιλούν τα παιδιά μου. Και η σχέση μας ανά πάσα στιγμή είναι υπό αμφισβήτηση. Κάθε στιγμή με απορρίπτουν και μου λένε: «Δε θα σου ξαναμιλήσω».

Επειδή έχουμε σχέση ζωντανή. Και στις ζωντανές σχέσεις οι άνθρωποι επικοινωνούν, αισθάνονται, νιώθουν και αναθεωρούν συνεχώς. Μεγαλώνουν.

Και μέσα από τη σχέση αυτή μεγάλωσαν όχι μόνο ο Λάζαρος και η Κυριακή, αλλά κι εγώ, η μαμά τους.

Ξεκινάμε…

Διαβάστε το πρώτο κεφάλαιο ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΣ ΓΟΝΙΟΣ

Συνειδητός γονιός

Share Button

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΣ ΓΟΝΙΟΣ;

Εσείς γιατί θέλετε να γίνετε γονείς;
Ή γιατί επιλέξατε να γίνετε γονείς;
Εγώ γιατί έγινα γονιός;
Σαν το ζώον.

Σοβαρά. Μεγάλωνα με την επιθυμία να γίνω μαμά. Ήταν ένα στοιχείο το οποίο προφανώς μου εμφύσησε η ποπ κουλτούρα, η οικογενειακή παράδοση και η θρησκευτική μου διαπαιδαγώγηση. Πως ήταν πολύ σπουδαίο χαρακτηριστικό για μια γυναίκα να αποκτήσει τον τίτλο της μάνας. Το ήθελα πιο πολύ και από το να γίνω ερωμένη. Ήθελα να γίνω μάνα.

Γι’ αυτό τον λόγο και προχώρησα άκριτα, ανώριμα, άγουρα, αβασάνιστα στον πρώτο μου γάμο τον Αύγουστο του 1996, ενώ κατά βάθος γνώριζα πως με τον πρώτο μου σύζυγο, και μετέπειτα πατέρα των παιδιών μου, δεν ταιριάζαμε. Ήθελα, όμως, τόσο πολύ να γίνω μάνα, ώστε δεν το ρίσκαρα να περιμένω περισσότερο. Έτσι, το καλοκαίρι πριν από το τέταρτο έτος στο πανεπιστήμιο, με το έτσι θέλω και χωρίς να υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, παντρεύτηκα, με απώτερο σκοπό να κάνω παιδιά.

Θα με χαρακτήριζα λυσσασμένη, και σίγουρα δεν ήταν το βιολογικό ρολόι που χτυπούσε στα 21 μου. Ήταν πείσμα και μεγαλομανία. Νόμιζα πως ήμουν μεγάλη και πως μπορούσα να καταφέρω να γίνω μαμά και πως, κάνοντας παιδιά, θα γέμιζα τα εσωτερικά συναισθηματικά μου κενά. Και είχα πολλά. Ως παιδί, μεγάλωσα μοναχικά και με δυσκολία κοινωνικοποίησης. Ήμουν παράξενο παιδί, και λόγω αυξημένης αντίληψης αλλά και λόγω διαπαιδαγώγησης και περίεργων ιστορικών και κοινωνικών συνθηκών. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Πάφο στην Κύπρο. Ήρθα στον κόσμο την Κυριακή του Πάσχα, 4 Μαΐου 1975, 9 μήνες ακριβώς μετά την τουρκική εισβολή στο νησί. Οι γονείς μου παντρεύτηκαν 28 Ιουλίου 1974, και η σύλληψή μου συνέβη μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής. Και σε αντίθεση με τα παιδιά μου, γεννήθηκα υπερώριμη, μετά τις 40 εβδομάδες. Με μια κατακόρυφη καισαρική τότε στο νοσοκομείο της Πάφου. Μετά τη γέννα, η μάνα μου κόντεψε να πεθάνει από μόλυνση στο ουροποιητικό και στα νεφρά, εγώ γεννήθηκα με μακριά νύχια και μαλλιά, και ο γιατρός διαβεβαίωνε πως δεν μπορούσα να γεννηθώ φυσιολογικά, επειδή καθόμουν, λέει, στην κοιλιά της μάνας μου σε στάση γιόγκα.

Ίσως προαισθανόμουν τι θα συναντούσα μετά και δεν τολμούσα να αποχωρήσω από την ασφάλεια της μήτρας, δεν ξέρω.

Για να μην τα πολυλογώ, ήμουν ένα παράξενο παιδί, που ξάφνιαζε τους γύρω του με τις μεγαλίστικες κουβέντες του, την ευφυΐα, τη θρασύτητά του, την κοινωνική του αδεξιότητα και την αγαρμποσύνη του. Ήταν αρκετά δύσκολο να είμαι εγώ και ακόμα δυσκολότερο για τους συνομηλίκους μου να με κάνουν παρέα. Για τους γονείς μου ούτε που τολμώ να φανταστώ…

Στα 3 μου χρόνια βίωσα τη γέννηση του μοναδικού μου αδερφού ως ένα θαυμάσιο χαρμόσυνο γεγονός, που έδωσε πολλή χαρά στην παιδική μου ζωή. Ήταν ένα κατάξανθο χαριτωμένο αγοράκι, ένα μωρό το οποίο φρόντιζα σαν να ήταν δικό μου, παρά το γεγονός ότι ήμουν μόλις 3 ετών. Οι γονείς μου παρατηρούσαν ότι δε ζήλευα, αλλά, αντιθέτως, ήμουν πολύ προστατευτική με το μωρό. Σαν να ήταν δικό μου. Και όντως, με τον αδερφό μου περάσαμε συγκλονιστικά παιδικά χρόνια. Με πολλή αγάπη, τρέλα, καβγάδες, διαφωνίες, ξύλο μεταξύ μας, αλλά και επικοινωνία. Ήταν κι αυτός ευφυής, ευφυέστερος από εμένα, γι’ αυτό και είναι επιτυχημένος ορθοπεδικός χειρουργός σήμερα, και μπορούσε να καταλάβει αυτά που έλεγα. Εγώ, πάλι, όχι όσα έλεγε εκείνος.

Έτσι, για εμένα, το να γεννηθεί ένα παιδί σήμαινε χαρά, ευτυχία και έκτοτε περίμενα πώς και πώς να γεννήσω και η ίδια παιδιά, που θα μου έφερναν χαρά.

Φυσικά, όσον αφορά τον αδερφό μου, τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες του μεγαλώματός του τα τραβούσαν οι γονείς μου, οι οποίοι ήταν τότε 33 ετών η μάνα μου και 29 ο πατέρας μου, ενώ εγώ στα 3 μου απλώς χαιρόμουν με το μωρό. Μέσα μου κρατούσα αυτή την ειδυλλιακή εικόνα, πως, μεγαλώνοντας, θα έκανα μωρά και θα ένιωθα πολλή χαρά.

— Τα μωρά είναι χαρά.
— Τα μωρά σε γεμίζουν συναισθηματικά.
— Αποκτά νόημα η ζωή σου με το να γίνεις μάνα.

Ηλίθιες ρομαντικές απόψεις, καθόλου βασισμένες στον ρεαλισμό, οι οποίες, φυσικά, με έσπρωξαν να γίνω μάνα με λανθασμένα κίνητρα και σε πολύ νεαρή και ανώριμη ηλικία. Ακόμα δεν είχα ανακαλύψει τον εαυτό μου. Πώς θα μπορούσα να ανακαλύψω το νόημα της ζωής και να προσπαθήσω να το μεταδώσω σ’ έναν νέο άνθρωπο που θα έπαιρνα την ευθύνη να φέρω στον κόσμο;

Επειδή είναι ευθύνη το να γίνεσαι γονιός.

Και συνειδητός γονιός σημαίνει αυτόν που έχει συνειδητοποιήσει όχι μόνο την ευθύνη του, αλλά και το δικό του νόημα ζωής, με βάση το οποίο θα σεβαστεί και θα διαπαιδαγωγήσει το παιδί του.

Γιατί γεννιόμαστε σ’ αυτήν τη ζωή;
• Ποιος ο λόγος να ζούμε;
• Ποιος ο λόγος να ταλαιπωρούμαστε;
• Πού πάμε;
• Τι είναι ζωή;
• Τι είναι άνθρωπος;
• Τι είναι ανθρώπινο γένος;
• Γιατί να θέλω να διαιωνίσω το ανθρώπινο γένος;
• Ποια πνευματικά και συναισθηματικά αγαθά είμαι σε θέση να παράσχω στα παιδιά μου πέραν, βεβαίως, των απαραίτητων υλικών και πρακτικών αγαθών;

Πρόκειται για ερωτήσεις που θέλω τα παιδιά μου και οι άνθρωποι που αγαπώ και δουλεύω μαζί τους να θέσουν στον εαυτό τους προτού γίνουν γονείς. Κι αν μπορούν να τις απαντήσουν ικανοποιητικά για τους ίδιους, μόνο τότε να το επιχειρήσουν. Κατά τη γνώμη μου, πάντα.

Τη γνώμη μιας άμυαλης που 20 χρόνια νωρίτερα επιχείρησε να γίνει μάνα χωρίς να είναι συνειδητοποιημένη.

Και που πάλεψε με νύχια και με δόντια για να γίνει όσο το δυνατόν πιο συνειδητός γονιός, να βλάπτει όλο και λιγότερο τα παιδιά της. Ηθελημένα ή άθελα. Ειδικά άθελά της. Καθώς τη μεγαλύτερη ζημιά την κάνουμε άθελά μας…

Αλλά όταν γνωρίζουμε, όταν μαθαίνουμε, όταν εκπαιδευόμαστε ψυχολογικά («ψυχοεκπαίδευση», αυτό λέει μια αγαπημένη φίλη που ζει στη Νορβηγία πως επιχειρώ να πραγματοποιήσω μέσω της δουλειάς μου), όταν ψυχοεκπαιδευόμαστε, λοιπόν, γινόμαστε γνώστες της δικής μας ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης, των δικών μας κινήτρων και της δικής μας θέσης στη σχέση μας με τα παιδιά μας.

Επειδή αυτό που προκαλεί μεγαλύτερο φόβο στο να είσαι γονιός είναι πως ασκείς εξουσία και έλεγχο σ’ έναν άλλο άνθρωπο, ο οποίος, λόγω ηλικίας, σωματικής και ψυχοσυναισθηματικής ανάπτυξης, δεν έχει τα μέσα να αμυνθεί όταν εσύ καταχράσαι αυτή την εξουσία.

Τα παιδιά μας ΔΕ μας ανήκουν.
Δεν είναι κτήματά μας.
Δεν μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, να ασελγούμε πάνω στην ψυχή τους χωρίς τύψεις και ενοχές, χωρίς συνέπειες.

Μου έλεγε προ ημερών ένας κύριος στο γραφείο, ο οποίος μετά τα 40 του άρχισε να ανακαλύπτει τον εαυτό του και την εξαρτητική σχέση υποταγής που είχε πρώτα με τη μητέρα του και στη συνέχεια με τη σύζυγό του, πως η ψυχολογική βία είναι χειρότερη και από το ξύλο και τη σωματική βία γενικότερα! Και μου το έλεγε σαν κάτι καινούργιο, επειδή για εκείνον ήταν καινούργιο. Τώρα το αντιλαμβάνεται πως τόσα χρόνια η θέλησή του ήταν υπόδουλη στις αυταρχικές και χειριστικές συμπεριφορές των γυναικών της ζωής του. Αυτός ο κύριος χρειάζεται βοήθεια ώστε να ωριμάσει ψυχοσυναισθηματικά, να μεγαλώσει επιτέλους και να αντιληφθεί πως η μαμά ή ο μπαμπάς ή όποιος άλλος ασκεί εξουσία πάνω του δεν είναι Θεός και αλάνθαστος.

Ναι, τα παιδιά μας έως την εφηβεία μάς βλέπουν σαν επί γης θεούς. Αλάνθαστους, μεγάλους, σπουδαίους. Και στην εφηβεία παθαίνουν «ταράκουλο» και γι’ αυτό τον λόγο. Επειδή αποκτούν την αντιληπτική ικανότητα να δουν ότι δεν είμαστε παρά ατελείς μικροί άνθρωποι, αυτοί οι γονείς οι οποίοι προηγουμένως υπήρξαμε γι’ αυτά το απόλυτο πρότυπο.

Το παιδί σου, πριν από τα 12, δεν μπορεί να αντιληφθεί πόσο λίγος είσαι. (Στην ηλικία των 12 χρόνων συντελείται η πλήρης ανάπτυξη του εγκεφάλου στον άνθρωπο. Από τα 12 χρόνια, τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν τις ίδιες αντιληπτικές ικανότητες με τους ενήλικες.)

Εσύ, όμως, μπορείς. Μπορείς να γνωρίζεις τις ανθρώπινες αδυναμίες σου και τα όριά σου. Μπορείς να έχεις αυτογνωσία. Να αντιλαμβάνεσαι πως δεν είσαι τέλειος. Ότι κάνεις και λάθη κι ότι δε γνωρίζεις πάντα το σωστό. Μπορείς. Και είναι πολύ πιο εύκολο να το αποδεχτείς. Και για εσένα και για τους γύρω σου.

Το ερώτημα, όμως, είναι:

— Θέλεις; Αντέχεις;

Αντέχεις να δεις τον εαυτό σου γυμνό; Μπορείς να ζητήσεις βοήθεια για τα θέματά σου; Ρισκάρεις να βγεις από το γυάλινο σπίτι στο οποίο ζεις;

Είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Και το γνωρίζω και από προσωπική εμπειρία. Σπούδασα Ψυχολογία. Δούλεψα και 2 χρόνια και μετά έριξα τα μούτρα μου κάτω, ταπεινώθηκα και παραδέχτηκα πως αντιμετωπίζω συναισθηματικά και ψυχολογικά θέματα και πήγα κατά πρώτη φορά σε ψυχολόγο.

Στα 24 μου. Ήταν λίγους μήνες προτού μείνω έγκυος στην Κυριακή. Το θυμάμαι σαν να ήταν χτες. Αποφάσισα για πρώτη φορά πως δεν αντέχω άλλο τον εαυτό μου και το εσωτερικό μου κενό και πως ούτε τα παιδιά ούτε ο γάμος ούτε τα υλικά αγαθά με έκαναν ευτυχισμένη. Αντιθέτως, με πίεζαν περισσότερο, με αποτέλεσμα να μην αντέχω καθόλου τους εσωτερικούς μου δαίμονες, κι έτσι αποφάσισα να αρχίσω για πρώτη φορά ψυχοθεραπεία.

Κι επειδή ήμουν γκράντε κομπλεξική, διάλεξα να πάω σε μια ψυχολόγο στη Λευκωσία, αν και ζούσα στην Πάφο εκείνο το διάστημα, προκειμένου να μη λένε για εμένα κάτι του τύπου: «Πώς γίνεται να είναι ψυχολόγος η ίδια και να πηγαίνει στην ψυχολόγο;»

Εκείνη την πρώτη μέρα προσφέρθηκε ο πατέρας μου να με πάει με το αυτοκίνητο στη Λευκωσία. Ο πρώην σύζυγός μου βρισκόταν τότε στην Αγγλία για συνέχιση των σπουδών του, κι εγώ έμενα με τον γιο μου στους γονείς μου, αφότου κατασκοτωθήκαμε στο Μάντσεστερ και με άφησε στην Κύπρο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, επειδή τόσο εγώ όσο και το παιδί ήμαστε ενοχλητικοί και δεν τον αφήναμε να διαβάσει. Φυσικά και ήμαστε ενοχλητικοί. Ή φοιτητής θα είσαι ή σύζυγος και πατέρας.

Είχα άδεια οδήγησης από τα 18 μου και μπορούσα κάλλιστα να πάω μόνη μου, αλλά ο πατέρας μου επέμενε να με πάει ο ίδιος. Προφανώς διαισθανόταν ότι αυτή μου η κίνηση θα σήμαινε την αρχή της μεταστροφής μου, από ένα φαινομενικά πειθήνιο και καλό κορίτσι του κατηχητικού σε μια επαναστάτρια γυναίκα με δικές της νέες απόψεις, που δε θα ανέχεται πλέον καμία καταπίεση.

Έτσι λοιπόν, με πήγε, κι όταν ήρθε να με πάρει από το ραντεβού, δε θα ξεχάσω τη θεαματική στροφή που έκανε μπροστά στο γραφείο της ψυχολόγου και τα λάστιχα του αυτοκινήτου του, που στρίγκλισαν. Κάθισα μέσα, λοιπόν, και άρχισαν οι ερωτήσεις: «Τι είπατε με την ψυχολόγο; Τι σου είπε; Τι έγινε;» Εγώ επειδή δεν ήθελα να τον στενοχωρήσω –του είχα ανέκαθεν μεγάλη αδυναμία– το έριξα στον ύπνο, για να μην είμαι αναγκασμένη να του απαντώ. Και ξύπνησα περίπου μία ώρα μετά την πρώτη σύγκρουση. Το αυτοκίνητό μας συγκρούστηκε πλάγια με ένα αυτοκίνητο τύπου βαν, το οποίο ρίξαμε στο χαντάκι, και την ώρα που άνοιξα τα μάτια μου, είδα μπροστά μου να έρχεται καταπάνω μας ένα ημιφορτηγό. Είχε αποκοιμηθεί και ο πατέρας μου, ο οποίος, προς ελάφρυνση της θέσης του, ήταν κρυολογημένος κι έπαιρνε αντισταμινικά, που του έφερναν υπνηλία. Και τι κάνει ο ευλογημένος; Βάζει το χέρι του στην κοιλιά μου για να με προστατέψει, αλλά στρίβει το τιμόνι ενστικτωδώς δεξιά, οπότε όλη τη δύναμη του χτυπήματος τη δέχτηκε η δική μου πλευρά (στην Κύπρο οδηγούμε στα αριστερά), και γλίτωσα στο τσακ. Με δύο σκισίματα στο παντελόνι μου στα γόνατα, ενώ το αυτοκίνητο καταστράφηκε ολοσχερώς. Όπως ήταν φυσικό, κατουρήθηκα πάνω μου από τον φόβο μου, κι ώσπου να βρω τουαλέτα για να σιγουρευτώ πως δεν ήταν αίμα από εσωτερική αιμορραγία, αλλά ούρα τα υγρά που έβρεξαν το παντελόνι μου, του φώναζα: «Με κατέστρεψες, δε θα μπορώ να κάνω άλλο παιδί!» Επειδή ήμουν ακόμα λυσσασμένη να κάνω και δεύτερο και τρίτο και –γιατί όχι;– τέταρτο παιδί. Θυμάμαι τότε πως πήγαμε με τα πόδια σ’ ένα αγροτόσπιτο λίγο πιο πέρα από τον αυτοκινητόδρομο και κάναμε διάρρηξη, κανονικά, προκειμένου να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα. Στη συνέχεια, μέσα στο ασθενοφόρο που ήρθε να μας μεταφέρει στο Νοσοκομείο Πάφου, θυμάμαι πως έβλεπα τον πατέρα μου να κάθεται μαζεμένος και τότε σκέφτηκα: Είναι κι αυτός ένας απλός άνθρωπος! Δεν μπορεί να με προστατέψει από τίποτα. Όταν προσπαθεί να με προστατέψει, άθελά του μπορεί να μου προκαλέσει κακό, ακόμα και τον θάνατο. Κι εκείνη τη μέρα έπεσε ο πρώτος τοίχος, με αποτέλεσμα να ανοίξω τα μάτια μου και να αρχίσω να βλέπω τον πατέρα μου όπως πραγματικά ήταν. Ο μπαμπάς δε σε προστατεύει από τα πάντα. Η μαμά δεν είναι σωτήρας. Όσο και να σε αγαπούν και να επιμένουν ότι θέλουν το καλό σου, με την προστασία τους μπορεί όχι μόνο να σε πνίξουν μεταφορικά, αλλά ακόμα και να σε σκοτώσουν…

Όσο για τα δικά μου παιδιά, δε θα ήθελα να το ανακαλύψουν μόνα τους και σε μια τόσο μεγάλη ηλικία πως η μάνα τους δεν είναι τέλεια. Προσπάθησα συνειδητά να τους αποκαλύπτω συχνά τις αδυναμίες μου, να παραδέχομαι τα λάθη μου και να δέχομαι την αδυσώπητη κριτική τους. Συνειδητά. Επειδή μέσα μου επαναστατούσα. Δίνεις τόσα σ’ αυτά τα μικρά και μετά σηκώνουν και κεφάλι;

Η φράση που επαναλάμβανα σαν μάντρα στο μυαλό μου ήταν: Εσύ επέλεξες να τα γεννήσεις και να τα φέρεις σ’ αυτό τον δύσκολο κόσμο. Δε σου ζήτησαν εκείνα να γίνεις μάνα τους. Εσύ επέλεξες. Τράβα τώρα. Ανάλαβε τις ευθύνες σου. Δε σου φταίνε τα παιδιά αν εσύ τα γέννησες προτού χαρείς τη ζωή και τώρα ασφυκτιάς. Σκάσε, λοιπόν, και κολύμπα…

Και κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τον συνειδητό γονιό. Ως κάποιον που συνειδητοποιεί πόσο δύσκολο καθήκον έχει αναλάβει, κι επειδή το ανέλαβε από μόνος του, το αντέχει και προσπαθεί να είναι ο ενήλικας σ’ αυτήν τη σχέση με τα παιδιά του.

Περισσότερα στα επόμενα κεφάλαια…

Share Button
Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!