Οι ημέρες αίγλης και δόξας της Σμύρνης πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή!

gersibook
Share Button

Αυτό το βιβλίο είναι για μένα ένα ταξίδι στα χώματα που γεννή­θηκαν και ρίζωσαν ο παππούς ο Νίκος και η γιαγιά Ελένη, ο παπ­πούς ο Λάζαρος –που δε γνώρισα– και η γιαγιά Καλλιόπη, η θεία Σάρρα, η προγιαγιά Χαρίκλεια, η θεία Χρυσή, ο θείος Κώστας.

Μεγάλωσα στους Ποδαράδες, στη Νέα Ιωνία δηλαδή, μια προ­σφυγούπολη, και ποτέ δεν αισθάνθηκα πρόσφυγας. Κιμπαριλί­κι και γλέντι. Η γιαγιά Ελένη δε μιλούσε τούρκικα. Χρυσοχέρα, τα σουτζουκάκια της δεν τα έφτασε ποτέ κανείς, δεμένη με τον παππού με αγάπη ξεχωριστή, έτσι όπως οι Σμυρνιές αγαπούν τους άντρες τους. Η γιαγιά Καλλιόπη με μεγάλωσε με τούρκι­κα τραγούδια και παραμύθια. Όταν η μάνα μου τραγούδαγε το «Iμιτλερίμ», σπάζαν τα ποτήρια. Για τούτο και η τούρκικη γλώσσα είναι οικεία, ήχος τρυφερότητας και μνήμης υπέροχων παιδικών χρόνων.

Κακό λόγο ποτέ δεν είπαν για τους Τούρκους. Μόνο η για­γιά Ελένη έλεγε καμιά φορά «ηξέχασα το παράθυρο τση κουζί­νας ανοιχτό». Στο αρχοντικό της αναφερόταν, που κάηκε, στολι­σμένο και πεντακάθαρο, μην μπει καμιά Τουρκάλα μέσα και πει πως η κυρα-Λένη δεν είναι καλή νοικοκυρά.

Σ’ αυτό το βιβλίο φύτεψα μνήμες: τα σουτζουκάκια, το χαμάμ, το ταντούρι, τον αμανέ. Κράτησα τα γλωσσικά ιδιώματα: «ησκό­τωσα τρεις λαγοί», έλεγε ο παππούς, «ηέχασαν το βιος τος», έλε­γε ο θείος Κώστας. Και τραγούδια: «Ένα σκουλήκι ψόφιο…»

Ανέφερα ιστορίες και παραμύθια, γητεμένη πάντα από εκεί­να της Χαλιμάς.

Αλλά δε μου αρέσει να μιλάω για Αλησμόνητες ή Χαμένες Πατρίδες. Δε γίνεται να κάνω μνημόσυνα για κάτι που είναι ζω­ντανό μέσα μου.

Η Γέρση βρέθηκε μπροστά μου τυχαία. Την ιστορία της Λου­κίας ήθελα να γράψω. Μα, όταν έμαθα για τούτη την αρχοντο­πούλα την ξιπασμένη με την παραμυθένια ομορφιά, μαγεύτηκα. Την ακολούθησα στα σοκάκια, στους μαχαλάδες, στο Κε, στο χα­μάμ, στους οντάδες. Της έπλεξα τα μαλλιά κι ας με μαστίγωσε.

Δεν πήγα στη Σμύρνη και δεν ξέρω αν θελήσω να πάω ποτέ.

Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για τις ημέρες αίγλης και δόξας της Σμύρνης πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή!

Ο έρωτας

Γέρση: Γεννημένη το 1900 στη Σμύρνη. Αρχοντοπούλα, κόρη του Πασαλή και της Χρυσής. Καλομαθημένη, ξιπασμένη, εγωί­στρια. Όταν ήταν μικρή, μαστίγωνε τις δούλες της για να τις κά­νει φιλενάδες. Η ομορφιά της, της σφήκας το κεντρί, κέντρισε την καρδιά του Γιώργη και του Σελίμ και τους διέλυσε. Αγνοεί το μυστικό που κουβαλάει, και όταν το κισμέτ σκάβει αβύσσους στα πόδια της, οπλίζεται με το πείσμα το σμυρναίικο.

Γιώργης Καραδάμογλου: Με καταγωγή από τη Σύλλη Ικο­νίου, γεννημένος το 1886 στο Γιοχάνεσμπουργκ, μορφωμένος, κα­λοπερασάκιας, γυναικάς. Έχει δικό του ένα ολόκληρο αδαμαντω­ρυχείο, για τούτο και δεν υπολογίζει τον παρά. Αδερφικός φίλος με τον Σελίμ, μόνο που οι ατμοί του χαμάμ τον θαμπώσανε και δεν πρόσεξε όταν μπροστά του βρέθηκε η Γέρση.

Σελίμ: Ανιψιός του πασά, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886. Σπουδαγμένος, πιστός οπαδός του Μουσταφά Κεμάλ. Αντάλ­λαξε το αίμα του με τον Γιώργη, μόνο που το κεντρί της μικρής μάγισσας τον σακάτεψε, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την κτη­νώδη πλευρά του απελπισμένου έρωτα.

Η οικογένεια

Λάζαρος Πασαλής: Ο μπαμπάς της Γέρσης. Γεννήθηκε το 1862 στη Σύλλη, όμως καζάντισε στη Σμύρνη, όταν αξιοποίησε την προίκα της γυναικός του, της Χρυσής. Η δουλειά τον φοβά­ται, παλεύει μαζί με τους εργάτες του στα ντάμια, λάτρης κά­θε χαράς που προσφέρει ηδονή στο κορμί, λιώνει σαν βλέπει την κόρη του, αγαπά με πάθος την πατρίδα του, τη Μικρασία. Μό­νο που πήρε αψήφιστα τον έρωτα της Βουντής.

Βουντή: Ερωμένη του Λάζαρου. Γεννήθηκε το 1880. Όμορ­φη γυναίκα. Η δική της μοίρα ήταν μάλλον πιωμένη σαν τηνε μοίρανε. Αδίστακτη, λέαινα που χιμά να προστατεύσει το παιδί της. Έσπειρε θύελλες και ανέμους χωρίς να ξέρει τι θα θερίσει.

Χρυσή: Η γυναίκα του Λάζαρου, αρχοντοπούλα, γεννημένη στη Σμύρνη το 1874. Δε θα την έλεγες όμορφη, μα είχε υπέροχα, σκαλωτά μαλλιά. Ερωτεύτηκε τον Λάζαρο, αρκέστηκε στο σπά­νιο άγγιγμά του, στάθηκε στο ύψος των υποχρεώσεων που εί­χε ως αρχόντισσα. Ευτυχώς που είχε διέξοδο στα λουλούδια της και στο μυστικό ρομάντζο που ονειρευόταν να γράψει, αλλιώς θα μαράζωνε. Όταν αποφάσισε να παλέψει, οι σκιές τής έκρυ­βαν τον δρόμο.

Οι άνθρωποι του αρχοντικού

Γιακουμής: Δεξί χέρι του Λάζαρου. Αγαθός, εργατικός, πιστός στο αφεντικό του. Είναι ο άντρας της Σάρρας.

Σάρρα: Γυναίκα του Γιακουμή, μαγείρισσα του αρχοντικού. Σοβαρή, μετρημένη, ασχολιέται μονάχα με την κουζίνα της.

Κατίνα: Γεννήθηκε σαν ένα κουβαράκι διπλωμένο στα δυο. Από κορίτσι δίπλα στη Χρυσή σαν φίλη, αδερφή, υπηρέτρια. Η δύναμή της παροιμιώδης.

Ερασμία: Παχουλή, πονηρομάτα, μπορεί να είναι χήρα, μπο­ρεί και όχι. Ξέρει να ξεγαριάζει τα ασπρόρουχα, μα είναι βρο­μόστομη.

Λένη, Γιωάννα, Γραμματική: Το αρχοντικό του Πασαλή εί­ναι σαν το σπίτι τους. Η καθεμιά στο πόστο της, να το φροντί­ζουν, να το κρατούν πεντακάθαρο.

Γιασμίν και Αϊσέ: Αδερφές, υπηρέτριες της Γέρσης, κοντά στην ηλικία της κυράς τους. Τις βρήκε ο Γιακουμής στην κοιλιά ενός βουνού. Κολλημένες η μια στην άλλη, δε μιλάνε, έχουν κι αυτές τη δική τους ιστορία.

Τρύφωνας: Μικρανιψιός του Πασαλή. Γύρω στα είκοσι. Ο έρωτας τον βρίσκει απροετοίμαστο, ένα σάλι που κουβαλά άρω­μα και άγγιγμα γίνεται φυλαχτό.

Αχμεντέ: Κούρδος. Αναπνέει μόνο σαν ανασαίνει ο Πασαλής. Πιστός φύλακας του αρχοντικού, δίνει ακόμα και τη ζωή του για τον αφέντη του.

Λαλέ: Μια μικρή Τουρκάλα, καμαριέρα της Γέρσης.

 

Η Μοίρα

Ειρηνούλα: Ήθελε να βρει μέρος να φυτέψει τη σταυρουδιά της. Το πλήρωσε ακριβά.

Νικόλας: Ένα αγόρι με σιγανό μυαλό, μαγικό τρόπο να επικοι­νωνεί με τα φυτά, πάντα χαμογελαστό στον υπέροχο κόσμο του.

Λουκία: Το δειλό κορίτσι από τη Σύλλη που αγάπησε τον Γιώργη ξέροντας πως εκείνος δε θα τηνε κοίταζε ποτέ όπως κοί­ταζε τη Γέρση.

Ο περίγυρος

Πρόδρομος Κουγιουμτζής: Ξανθιώτης καπνέμπορος. Στενός φίλος του Πασαλή.

Μαρία: Μια πανέμορφη αριβίστρια, μορφωμένη, με ιδέες και τρόπο ζωής πολύ προχωρημένα για την εποχή της.

Χρήστος Καρακάσογλου: Σμυρνιός μπανκέρης.

Μίνα Καρακάσογλου: Σύζυγος του μπανκέρη, κουτσομπό­λα, περίεργη.

Εζενί και Ζορζέτ: Οι Καρακασογλίτσες. Χοντρούλες, ξιπα­σμένες, καλοζωισμένες.

Γιοχάνεσμπουργκ

Μηνάς Καραδάμογλου: Ο μπαμπάς του Γιώργη. Γεννημένος στη Σύλλη, καζάντισε στην Αφρική, γιατί στο πρώτο του θαλασ­σινό ταξίδι οι Μοίρες ζαλιστήκανε από το κούνημα του καραβιού.

Χαρίλαος: Ο μικρός γιος του Μηνά. Κομπλεξικός, ανεπρόκο­πος, στη σκιά του μεγάλου του αδερφού, του Γιώργη, άνθρωπος της εκκλησίας και του τζόγου.

Κίτσα: Η γυναίκα του Χαρίλαου. Παράτησε το χωριό της εκεί στην Πελοπόννησο όχι μόνο για να κουκουλώσει τις πομπές της, μα και για να είναι δίπλα στον Γιώργη, να πίνει το απόπιομα από το ποτήρι του, να πλαγιάζει κρυφά στο κρεβάτι του όταν εκείνος λείπει.

Ρόζι: Κόρη του Μηνά.

Share Button

The Author

Αργυρώ Μαργαρίτη

Η ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗ γεννήθηκε στη Νέα Ιωνία. Μεγάλωσε σε μια προσφυγική γειτονιά, τότε που το παιχνίδι στους δρόμους ήταν τρόπος ζωής. Σπούδασε γαλλική και ελληνική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έκανε μεταπτυχιακό στη Σορβόννη, παρακολούθησε μαθήματα γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο της Μπεσανσόν, ιστορία της τέχνης στο Γαλλικό Ινστιτούτο και συμμετείχε για δύο χρόνια στα διεθνή προγράμματα Lingua. Εργάστηκε ως εκπαιδευτικός στο Πειραματικό Λύκειο Αναβρύτων και τα τρία τελευταία χρόνια στο Ελληνικό Σχολείο των Βρυξελλών. Έχει εκδώσει πέντε βιβλία, έχει επιμεληθεί δύο ντοκιμαντέρ και έχει γράψει τηλεοπτικά σενάρια. Από τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ κυκλοφορεί επίσης το μυθιστόρημά της VINSANTO. ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΗΣ ΛΑΒΑΣ.