Η ΓΑΛΛΙΔΑ ΔΑΣΚΑΛΑ είναι ένα ταξίδι και μια αναζήτηση της αληθινής ζωής

galida-daskala
Share Button
 του Κώστα Τραχανά (Συγγραφέας)

«…Λάγνες είναι όσο ποτέ οι γυναίκες, μα ασθενικότατοι οι άντρες, αφού ο Σείριος τους ξεραίνει το κεφάλι και τα γόνατα, κι είναι το δέρμα μαραμένο από την κάψα» (Ησίοδος, Έργα και ημέρες).

Η λησμονιά μας συντροφεύει τόσο παράξενα στη διάρκεια της ζωής μας. Κάποτε ο καιρός μας την στερεί, αρνούμενος στη μνήμη μας τη σχόλη. Κολλημένοι μες στην οδύνη μας προχωρούμε κατάφορτοι, σαν ακινητοποιημένοι στον χρόνο. Άλλοτε πάλι, κι ενώ θα θέλαμε τόσο πολύ να διατηρήσουμε εντός μας μια εικόνα, ένα αγαπημένο πρόσωπο, ένα άρωμα, μια κουβέντα, η λησμονιά μας τα υφαρπάζει ανεπαισθήτως. Υπάρχουν θησαυροί που χάνονται έτσι δια παντός κι έχουμε άδικο να ισχυριζόμαστε τόσο συχνά «ποτέ δεν θα ξεχάσω». Ποιος το γνωρίζει αυτό;

Σχεδόν δεν τον ακούει πια τον τόνο της φωνής της Μπριζίτ, ο Άγης, τα δάχτυλά του δεν γνωρίζουν πια την αφή του δέρματός της και θα ήταν ανήμπορος να σχεδιάσει το ωραίο της χαμόγελο, που σχηματιζόταν τακτικά και στο δικό του πρόσωπο. Γραπώνεται από τις φευγαλέες στιγμές, που αποκαθιστά η μνήμη του, πρέπει όμως να παραδεχτεί ότι όλο και πιο πολύ του τις αρνιέται. Όσο για την οδύνη, δεν υποχώρησε καθόλου. Η παραμικρότερη λεπτομέρεια εκείνης της καλοκαιρινής εβδομάδας του 1961, μοιάζει να έχει εγγραφεί όχι στη μνήμη του, αλλά στο σώμα του….

Το βιβλίο «Η Γαλλίδα δασκάλα», του συμπατριώτη μας Ντίνου Γιώτη, μιλάει για μια ομάδα παιδιών του  Αρτινού κάμπου με το παραμικρό ύψωμα, που θυμίζει ότι τα τοπία των παιδικών μας χρόνων περιορίζονται σε μια γραμμή, στον ορίζοντα….

Στο βιβλίο του Ντίνου Γιώτη διαβάζουμε ένα ωραίο παραμύθι της παιδικής μας ηλικίας. Για τη παιδική φιλία που δεν ξεριζώθηκε, για τα  παιδιά που κοιτάνε τα άστρα, για τις λάγνες γυναίκες, για τους πρώτους πραγματικούς ή φανταστικούς έρωτες μας  και για την εποχή των κυνικών καυμάτων.

Ο «χλωρός παράδεισος» των παιδικών χρόνων με άρωμα πορτοκαλιάς και αγριολούλουδα του καλοκαιριού-ίνουλες, καμπανούλες, μενεξέδες και ανεμώνες- καθρεφτιζόταν, εκεί, με τα παραμυθένια λόγια, στα μαύρα μάτια του μικρού  Άγη, που έλαμπαν σαν τον Σείριο, του Μεγάλου Κυνός, το πιο λαμπρό αστέρι του ουρανού….

Είναι εικόνες που επί δεκαετίες είχαν περάσει στη δικαιοδοσία της μνήμης. Μέχρι που πενήντα χρόνια μετά, έρχεται ο καιρός ώστε να γίνουν οριστικά σκιές. Αγγίζει τεκμήρια του παρελθόντος, που «ως όναρ» διαλύθηκαν. Η πρώτη ερωτική επαφή υπήρξε το κυρίαρχο γεγονός της ζωής του Άγη, που στην πραγματικότητα δεν βγήκε ποτέ μέσα από αυτήν. Πρόκειται για μια στάση. Τα σχέδια για μακρινά ταξίδια και αποδράσεις ήταν ως επί το πλείστον ασκήσεις του νου. Η πρώτη ερωτική επαφή δεν φθείρεται. Γιατί είναι φτιαγμένη από το υλικό που είναι φτιαγμένες οι λέξεις, η φαντασία, η επίνοια, το ύφος, η γνώση, η συγκίνηση, η αθωότητα.

Κάθε ευτυχισμένη παιδική μνήμη ενός κόσμου ανοιχτού, αισθησιακού, συντροφικού, γεμάτου αγγίγματα και υποσχέσεις αιώνιας αγάπης, γίνεται αργότερα πρόσφυγας στο στρατόπεδο, που είναι η υποχρεωτική μετάβαση στον ενήλικο κόσμο. Γίνεται πρόσφυγας στην πόλη της πραγματικότητας, πρόσφυγας στις διαμονές της απώλειας…

Πώς μια όμορφη γυναίκα μπορεί να αναστατώσει τους άνδρες ενός χωριού της Άρτας, στη δεκαετία του ΄60; Μπορεί ο Σείριος να τρελάνει τους άντρες του χωριού;

Τι αναζητούσε ο Άγης στο τοπίο των παιδικών του χρόνων έπειτα από μισό αιώνα; Γιατί επέστρεφε στο γενέθλιο τόπο του; Τι τον έσπρωξε σε αυτό το ταξίδι της επιστροφής; Που πήγε η παιδική του ηλικία ; Γιατί προσπαθεί να κοιτάξει μέσα από μια ραγισματιά του χρόνου, το παρελθόν του; Τι ήταν αυτό που χαράχτηκε ανεξίτηλα στη μνήμη του;

Τι έγινε εκείνο να βράδυ  του καλοκαιριού του 1961; Ποιος ήταν ο συγγραφέας του βιβλίου  «Γυνή Πυγοστόλος», που βασιζόταν στη συμβουλή του μισογύνη Ησίοδου «Μηδέ γυνή σε νόον πυγοστόλος εξαπατάτω»;

Εκείνο το καλοκαίρι του 1961 ,ήταν για τον μικρό κεντρικό ήρωα του βιβλίου, τον Άγη και τους αδελφικούς του φίλους (οι δίδυμοι, Κοσμάς και Δαμιανός και ο  Φάνης), μια μαγική παρένθεση. Ήταν τότε που παιδιά με κοντά παντελόνια, λευκό φανελάκι με τιράντες και λαστιχένια πέδιλα, ανεβαίνουνε σε ένα κρυφό καταφύγιο, πάνω στο δεντρόσπιτο, στην γέρικη φτελιά, που οδηγούσανε το φανταστικό τους διαστημόπλοιο σε άλλους γαλαξίες, που ψάχνανε κάποιο φωτεινό αστέρι στον ουρανό, που μετράγανε… τα άστρα, που θαυμάζανε σε παλιά περιοδικά τις σέξι πόζες της Μπριζίτ Μπαρντό, που σκαρφαλώνουνε στην κορυφή μιας ψηλής λεύκας και αφήνονται στο λίκνισμα του αέρα, που κάνανε βουτιές σε έναν βαθύ όβρο του ορμητικού Άραχθου, που  κολυμπούσαν γυμνοί σε μια μαγική μυστική λιμνούλα, με καταπράσινα νούφαρα, στο μέσον του απέραντο πορτοκαλεώνα, που το σκάζανε αξημέρωτα από τα σπίτια τους, με τα ποδήλατα Velamos και κάνανε λαχανιασμένα και ιδρωμένα, ορθοπεταλιές, που τριγυρίζανε  μέσα στους μπαξέδες και ξαπλώνανε στο υγρό χορτάρι και πλημμύριζαν οι αισθήσεις τους από την ευωδιά των λεμονανθών και το βούισμα των μελισσών, που τρώγανε ψωμί ζυμωμένο από τις μανάδες και τις γιαγιάδες τους, στην μοναδική λεκάνη που διέθετε το σπιτικό τους, που  στην ίδια τσίγκινη λεκάνη, γεμάτη με νερό, βουτάγανε τη σαμπρέλα του παμπάλαιου ποδηλάτου, για να βρούνε την τρύπα από όπου έχανε αέρα, που ψαρεύανε στο ποτάμι με αυτοσχέδιες πετονιές, που παίζανε τόσα παιχνίδια, που σκαρφαλώνανε τον μαντρότοιχο του παλιού πέτρινου αρχοντικού, για να κλέψουν φρούτα, που καπνίζανε γόπες, από τσιγάρα άφιλτρα « Έθνος», που χαζεύανε αυτούς που οδηγούσανε κατακόκκινη γυαλιστερή Floretta, που επειδή τους έκοβε η πείνα έτρωγαν λαίμαργα σαγκουίνια, με τον κόκκινο σαν αίμα χυμό τους να κυλάει στα σαγόνια και στα ρούχα τους, που γεύονταν το πρώτο τους φιλί, που βοηθούσανε μια όμορφη γυναίκα να λουστεί κάτω από μια κατακόκκινη αντλία, που είχαν την κοινή φαντασίωση για τη Γαλλίδα δασκάλα να κάνει γυμνή μπάνιο, που τα γόνατά τους παραλύουν και το στομάχι τους σφίγγεται από την πείνα, από την κάψα του καλοκαιριού και από τον έρωτά τους για τη Γαλλίδα δασκάλα, που ακούνε και δεν μπορούν να πιστέψουν φανταστικές ιστορίες του χωριού, που λένε ότι η ομορφιά της δασκάλας ήταν τέτοια, που όταν μπαίνει γυμνή στο νερό, τα αηδόνια στα γύρω δέντρα σταματούν… το κελάηδημα και ο επιστάτης του κτήματος που την είδε έχασε… το φως του, που ακούνε από τους γεροντότερους ιστορίες με δαίμονες και στοιχειά, που διαβάζουνε περιοδικά: Μικρός Κάου-μπόυ, Μικρός Σερίφης, Γκαούρ-Ταρζάν, Μάσκα, Μυστήριο, Φλας Γκόρντον, Κλασσικά Εικονογραφημένα και που τελικά  βγάζουν την γλώσσα  τους στον χρόνο…..

Μπριζίτ, η πέτρα του σκανδάλου. Η Γαλλίδα δασκάλα Μπριζίτ, ήταν μια εικοσάχρονη πανέμορφη  κοπέλα, με καστανόξανθα μαλλιά, με μεγάλα πράσινα μάτια και λευκό δέρμα. Η Μπριζίτ ήταν γραμματέας της εταιρείας του αρτινού μεγαλοκτηματία Βάιου Παπάζογλου στην Αθήνα και δασκάλα Γαλλικών του παιδιού του. Δέχτηκε να έρθει στο χτήμα του Βάιου στην Άρτα, για μερικές εβδομάδες του καλοκαιριού, για να διδάξει γαλλικά, στο γιο του, Βλάση. Ο Βάιος την έκανε δασκάλα του παιδιού του, για να την έχει κοντά του και τα καλοκαίρια. Είχε χάσει το μυαλό του με την Μπριζίτ. Ήταν τρελά ερωτευμένος. Δεν υπολόγιζε καθόλου την γυναίκα του, την Λευκοθέα, ούτε το γιό του, αλλά ούτε και την κατακραυγή της τοπικής κοινωνίας.

Έξυπνη, θεληματική, δυνατή, υπερβολικά όμορφη, η Μπριζίτ, με ένα κορμί υπέροχο, αλαβάστρινο, χυμώδες, μπορούσε να διαλέξει μια άλλη ζωή, από αυτήν που της πρόσφερε ο Αρτινός γαιοκτήμονας, όμως αρεσκόταν στον ρόλο της υποταγμένης ερωμένης, γιατί αγαπούσε υπερβολικά το χρήμα. Ήθελε επίσης να την ερωτεύονται όλοι οι άνδρες. Το κορμί της Γαλλίδας δασκάλας εκπλήρωνε τις επιθυμίες όλων των ανδρών του μικρού χωριού. Οι σαρκικές επιθυμίες τους, τάραζαν κάποιες νύχτες, στα φτωχικά σπιτικά τους. Όλα τα αρσενικά του χωριού θέλουν να την εντυπωσιάσουν και να την κερδίσουν. Στη θέα της όμορφης γυναίκας μπερδεύουν τα λόγια τους και τις σκέψεις τους.

Δεν μπορούν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω της ο Άγης, ο Φάνης, οι Δίδυμοι, ο Σταύρος, ο Βάϊος και φαντασιώνονται διάφορα. Ερωτεύτηκε η Μπριζίτ και τον μηχανουργό του χωριού, τον  Σταύρο, που της έστελνε ανορθόγραφα ερωτικά γράμματα. Αν και μεγαλύτερη, μυεί στον έρωτα και τον δωδεκάχρονο Άγη… Υπάρχει μια στιγμή που η φαντασία εκδικείται την πραγματικότητα, τα φαντάσματα, έστω για λίγο γαληνεύουν. Υπάρχει μια στιγμή που γεύεται κανείς την παρηγοριά, με την ψυχή και με το σώμα, πραϋντική ως το μεδούλι των κοκάλων.

Ώσπου ένα βράδυ…

Ο Άγης μεγάλωσε και έγινε επιμελητής εκδόσεων σε έναν εκδοτικό οίκο, που τυπώνει έργα ζωγράφων. Ο Άγης, πλησιάζει πια  τα εξήντα. Απομακρύνθηκε πολύ από την παιδική ηλικία. Ήταν σαν να έλεγε αντίο σε ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού του, για πάντα. Όλα πια  του φαίνονται τόσο μακρινά… Η μνήμη των ερωτικών εκείνων στιγμών, που η φωνή της δασκάλας τον χάιδευε αποτελεσματικότερα απ΄ότι τα δάχτυλά της, αφυπνίζει ένα σωρό ενθυμήσεις μέσα του….

Ο Άγης θυμάται ότι η Μπριζίτ ήταν μια γυναίκα μεγαλύτερή του. Ήθελε να την αγαπήσει. Είχε αποφασίσει να την αγαπήσει. Είχε ο ένας ανάγκη τον άλλον, θέλανε να ζήσουνε. Αφηνόταν στην αγκαλιά της άνευ όρων, έγινε η μούσα του, ήταν  αυτή που τον μύησε στον έρωτα. Ήταν η γυναίκα που φαντασιωνόταν το καλοκαίρι των παιδικών του χρόνων, η πρώτη γυναίκα που άγγιξε, η γυναίκα που τον οδήγησε στον πρώτο οργασμό της ζωής του, που ξάπλωσε λίγα  βράδια δίπλα του, που χανόταν μαζί της σε ανεξερεύνητα μονοπάτια λαγνείας. Επιθυμούσε το κορμί της. Η επιθυμία να είναι μαζί της, όσο πιο κοντά της γίνεται, δεν έφυγε ποτέ από μέσα του. Εκμηδενισμένος από σώμα σε σώμα. Αγάπησε την δασκάλα με όλη τη δύναμή του, την αγάπησε με όλο του το κορμί .Και όμως του δόθηκε τόσο λίγο. Η ζωή του άλλαξε για πάντα, τον αναστάτωσε σε βαθμό ιλίγγου και τελικά έκανε τον μικρό Άγη, να ερωτευτεί τη Γαλλίδα δασκάλα, τόσο βίαια και τόσο βαθιά, που δεν συνήλθε ποτέ στη ζωή του.

Την είχε ανάγκη, ήταν η τύχη του, δεν ήταν ο γοητευτικός πρίγκιπας της,  θα της διασφάλιζε όμως το μέλλον που ονειρευόταν .Ήταν η μόνη γυναίκα που θα τον βοηθούσε να καταφέρει να πετύχει στη ζωή του. Η Γαλλίδα δασκάλα θα γινόταν η γυναίκα του. Σε αντάλλαγμα εκείνος θα  της έδινε την ευκαιρία της ζωής της, μιας ζωής από μέλι και γάλα….

Φρικιαστικοί ζωγραφικοί πίνακες, ένα παλιό  δίπατο πέτρινο  αρχοντικό, ένας κρυμμένος παράδεισος, μια ιστορική πόλη, η Άρτα, με το λόφο με τα πεύκα, τον χρυσό πορτοκαλεώνα, το ιστορικό της γεφύρι και το ορμητικό ποτάμι της,μια γαλάζια λίμνη, μια απόμακρη γυναίκα, ένας βίαιος μεγαλοκτηματίας, αθώα παιδιά, ερωτευμένα δωδεκάχρονα, σατανικές ερωμένες, σαρκικές επιθυμίες, μοιραία και κρυμμένα μυστικά, θαμμένα συναισθήματα και ανομολόγητες επιθυμίες, κρυμμένοι πόθοι, φαντάσματα στοιχειωμένων κοριτσιών, ανέκφραστοι και σιωπηλοί έρωτες, μια δίκη, μια ψευδομαρτυρία, μια αποπλάνηση ανηλίκου, ένας φόνος και ελιές, πεύκα, κυπαρίσσια, πλατάνια, ιτιές, λυγαριές, πορτοκαλιές, λεμονιές, κιτρολεμονιές, νερατζιές, κυδωνιές,  μανταρινιές, αχλαδιές, κερασιές, καρυδιές, πλατάνια, χαμομήλια, χρυσά γαϊδουράγκαθα, ροζ ορτανσίες, πάλλευκες γαρδένιες, μοβ μπουκαμβίλιες, κότσυφες, λευκές κουκουβάγιες,  χωριάτικο ζυμωμένο ψωμί, φρέσκα αυγά από το κοτέτσι,  γάλα από τις κατσίκες, μέλι από το μελίσσι, χυμό από στυμμένα πορτοκάλια, βαθιά γαβάθα γάλα με τριμμένο ψωμί, όλα αυτά αποτελούν ένα πολυσύνθετο μωσαϊκό, μνήμες και εικόνες, από στιγμές και σκηνές της ζωής περασμένης και ξεχασμένης, ιστορίες που αφήνουν μια γλυκιά γεύση στο στόμα, σαν τις καραμέλες βουτύρου της παιδικής μας ηλικίας…

Το βιβλίο «Η Γαλλίδα δασκάλα » είναι ένας ύμνος στον χαμένο παράδεισο της παιδικής ηλικίας και στο μαγικό χαλί  της παιδικής αθωότητας, ένας ύμνος σε παλιούς καιρούς και δρόμους ξεχασμένους, ένας ύμνος στον έρωτα (Ο Έρωτας. Τόσο εύκολος, τόσο δύσκολος, τόσο απρογραμμάτιστος), ένας ύμνος σε αυτούς που αγαπήσαμε πάντα, αιώνια και πέρα από το χρόνο, ένας ύμνος στους έρωτες που έχουμε στερηθεί, ένας ύμνος σε ό,τι αγαπήσαμε και δεν κακοφόρμισε και δεν χάθηκε και έγινε φάρμακο να μας γιατρεύει και νερό να μας ξεδιψάει…

Το βιβλίο αυτό είναι ένα ταξίδι και μια αναζήτηση της αληθινής  ζωής. Αυτό το ταξίδι είναι ένα ταξίδι προς τα πίσω, ίσως προς τα εκεί από όπου ξεκίνησες, σε μικρότερη ηλικία, σε άλλο τόπο, στην αρχική σου επιθυμία και ανάγκη, προς τη δημιουργικότητα, την φιλία, την οικογένεια, την αγνή και την απλή ζωή, την πηγή της χαράς, του αγνού και άδολου έρωτα.

Ο αναγνώστης θα αναγνωρίσει τις δικές του αγαπημένες  μνήμες, οι οποίες έμειναν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου και συνιστούν μέρος της ύπαρξής του. Το βιβλίο αυτό λειτουργεί ως παρηγορητικό αντίβαρο, ως παρηγορητική ματιά στην σύγχρονη μίζερη καθημερινότητα, προσφέροντας ένα μύθο, ένα παραμύθι, μια διέξοδο ενός ουτοπικού παραδείσου.

Το μυθιστόρημα του Ντίνου Γιώτη ισορροπεί  επιδέξια ανάμεσα στην ιστορική μνήμη και τη συγκίνηση, διαθέτοντας, πόνο, όνειρο, αγάπη, πικρία, νοσταλγία, και κυρίως ένα ευωδιαστό ηπειρώτικο «άρωμα» λέξεων και φράσεων.

Ο συγγραφέας Ντίνος Γιώτης θέλει να μας  υπενθυμίσει ότι η ζωή μας, η ύπαρξή μας θα είναι πάντα στενά συνδεδεμένη με την απώλεια, ο έρωτας με τον χρόνο και τον θάνατο, η ελευθερία με τον φόβο, ο πόθος με την απουσία, ο ίμερος (φλογερή επιθυμία)με την παρουσία του άλλου και το μεγάλωμα με τον αποχωρισμό.

Πρόκειται για αριστούργημα. Διαβάστε το.

 του Κώστα Τραχανά (Συγγραφέας)
Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!