Επιστροφή στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων!

zafon17
Share Button

Ο κορυφαίος Ισπανός λογοτέχνης, Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, με 30 εκατ. αντίτυπα διεθνώς και 22 λογοτεχνικά βραβεία, μας μεταφέρει ξανά στην ατμοσφαιρική Βαρκελώνη και στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων!

Διαβάστε τώρα ένα απόσπασμα από το βιβλίο Ο ΛΑΒΥΡΙΝΘΟΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΩΝ – ΤΟΜΟΣ 1

Εκείνη τη νύχτα ονειρεύτηκα ότι επέστρεφα στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων. Ήμουν και πάλι δέκα χρόνων και είχα ξυπνήσει στην παλιά μου κάμαρα νιώθοντας πως η ανάμνηση του προσώπου της μητέρας μου με είχε εγκαταλείψει. Και, με τον τρόπο που καταλαβαίνει κανείς τα πράγματα στα όνειρα, ήξερα ότι το λάθος ήταν δικό μου και μόνο δικό μου, επειδή δε μου άξιζε να το θυμάμαι κι επειδή δεν είχα καταφέρει να τη δικαιώσω.

Μετά από λίγο μπήκε μέσα ο πατέρας μου, ταραγμένος απ’ τις κραυγές της αγωνίας μου. Ο πατέρας μου, που στο όνειρο ήταν ακόμα νέος και κρατούσε στα χέρια του όλες τις απαντήσεις του κόσμου, με αγκάλιαζε για να με παρηγορήσει. Έπειτα, την ώρα που τα πρώτα φώτα ζωγράφιζαν μια Βαρκελώνη από ατμό, βγήκαμε στον δρόμο. Ο πατέρας μου, για κάποιο λόγο που εγώ δεν μπορούσα να καταλάβω, με συνόδευσε μόνο ως την εξώπορτα. Εκεί μου άφησε το χέρι και μου έδωσε να καταλάβω πως επρόκειτο για ένα ταξίδι που έπρεπε να κάνω μόνος μου.

Άρχισα να προχωρώ, αλλά θυμάμαι ότι με βάραιναν τα ρούχα, τα παπούτσια, ως και το δέρμα μου ακόμα. Κάθε βήμα που έκανα απαιτούσε μεγαλύτερη προσπάθεια από το προηγούμενο. Φτάνοντας στη Ράμπλα, συνειδητοποίησα ότι η πόλη είχε μείνει να αιωρείται σε μια ατελείωτη στιγμή. Οι άνθρωποι είχαν πάψει να περπατούν και φαίνονταν παγωμένοι σαν φιγούρες σε μια παλιά φωτογραφία. Ένα περιστέρι που έκανε να πετάξει ίσα που κατάφερνε να δώσει ένα θολό χτύπημα με τα φτερά του. Κόκκοι γύρης αιωρούνταν ακίνητοι στον αέρα, σαν φως σε σκόνη. Το νερό της πηγής του Καναλέτας λαμπύριζε με φόντο το κενό και έμοιαζε με περιδέραιο από κρυστάλλινα δάκρυα.

Σιγά σιγά, σαν κάποιος που προσπαθεί να περπατήσει κάτω απ’ το νερό, κατάφερα να μπω στη μαγεία εκείνης της Βαρκελώνης που είχε σταματήσει στον χρόνο, μέχρι που έφτασα στο κατώφλι του Κοιμητηρίου των Λησμονημένων Βιβλίων. Εκεί πια, στάθηκα εξαντλημένος. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ήταν εκείνο το αόρατο φορτίο που έσερνα μαζί μου και δε μ’ άφηνε καλά καλά να κινηθώ. Έπιασα σφιχτά το ρόπτρο και χτύπησα την πόρτα, αλλά κανένας δεν ήρθε να μου ανοίξει. Χτύπησα ξανά και ξανά τη μεγάλη ξύλινη πόρτα με τις γροθιές μου. Παρ’ όλα αυτά, ο φύλακας αγνοούσε την ικεσία μου. Ξέπνοος, έπεσα, τέλος, στα γόνατα. Μόνο τότε, σαν είδα τη γητειά που είχα σύρει στο κατόπι μου, όρμησε καταπάνω μου η τρομερή βεβαιότητα ότι η πόλη και η μοίρα μου θα έμεναν για πάντα παγωμένες σ’ εκείνο το ξόρκι κι ότι ποτέ δε θα κατάφερνα να θυμηθώ το πρόσωπο της μητέρας μου.

Και τότε, τη στιγμή που είχα εγκαταλείψει πια κάθε ελπίδα, το ανακάλυψα. Ένα κομμάτι μέταλλο ήταν κρυμμένο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού της σχολικής μου στολής, που είχε πάνω του κεντημένα με γαλάζιο νήμα τα αρχικά μου. Ένα κλειδί. Αναρωτήθηκα πόσον καιρό να βρισκόταν εκεί χωρίς να το ξέρω. Το κλειδί ήταν μες στη σκουριά και σχεδόν τόσο βαρύ όσο και η συνείδησή μου. Μετά βίας κατάφερα να το σηκώσω και με τα δυο μου χέρια μέχρι την κλειδαριά. Χρειάστηκε να ξοδέψω και την τελευταία μου πνοή για να καταφέρω να το κάνω να γυρίσει. Και, πάνω που πίστεψα ότι ποτέ μου δε θα το πετύχαινα, η κλειδαριά υποχώρησε και η πόρτα γλίστρησε προς τα μέσα.

Ένας καμπυλωτός διάδρομος προχωρούσε προς το εσωτερικό του παλιού μεγάρου, διάστικτος από μια σειρά αναμμένων κεριών που έδειχναν τον δρόμο. Μπήκα μες στο σκοτάδι και άκουσα την πόρτα να κλείνει ερμητικά πίσω μου. Και τότε αναγνώρισα εκείνη τη γαλαρία με τις τοιχογραφίες αγγέλων και φανταστικών πλασμάτων που με κρυφοκοίταζαν από τις σκιές και φαίνονταν να κινούνται καθώς προχωρούσα. Διέσχισα τον διάδρομο μέχρι που έφτασα σε μια αψίδα που έβγαζε σε μια μεγάλη θολωτή αίθουσα και στάθηκα στο κατώφλι. Ο λαβύρινθος υψωνόταν μπροστά μου σε έναν ατελείωτο αντικατοπτρισμό. Μια σπείρα από σκάλες, τούνελ, γέφυρες και τόξα που συνέθεταν μια αιώνια πόλη κατασκευασμένη απ’ όλα τα βιβλία του κόσμου ανέβαινε ως τον απέραντο γυάλινο θόλο.

Η μητέρα μου με περίμενε εκεί, στη βάση του οικοδομήματος. Ήταν ξαπλωμένη σε μια ανοιχτή σαρκοφάγο, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και δέρμα τόσο χλομό όσο και το λευκό φόρεμα που αγκάλιαζε το σώμα της. Τα χείλη της ήταν σφραγισμένα και τα μάτια κλειστά. Κείτονταν άψυχη, παραδομένη στην απουσία των χαμένων ψυχών. Άπλωσα το χέρι να της χαϊδέψω το πρόσωπο. Το δέρμα της ήταν κρύο σαν το μάρμαρο. Τότε άνοιξε τα μάτια της, και το βλέμμα της, μαγεμένο από τις αναμνήσεις, καρφώθηκε στο δικό μου. Όταν άνοιξε τα σκοτεινά της χείλη για να μιλήσει, ο ήχος της φωνής της ήταν τόσο εκκωφαντικός που όρμησε καταπάνω μου σαν φορτηγό τρένο, με ξεκόλλησε απ’ το πάτωμα, με τίναξε ψηλά στον αέρα και με άφησε αιχμάλωτο σε μια πτώση δίχως τέλος, ενώ ο απόηχος των λόγων της έκανε τον κόσμο να λιώνει.

Πρέπει να πεις την αλήθεια, Ντανιέλ.

Ξύπνησα έξαφνα στο μισοσκόταδο της κάμαρας, λουσμένος στον κρύο ιδρώτα, για να βρω το σώμα της Μπέα ξαπλωμένο πλάι μου. Εκείνη με αγκάλιασε και μου χάιδεψε το πρόσωπο.

«Πάλι τα ίδια;» μουρμούρισε.

Κατένευσα και πήρα μια βαθιά ανάσα.

«Μιλούσες. Στον ύπνο σου».

«Τι έλεγα;»

«Δεν κατάλαβα», είπε ψέματα η Μπέα.

Την κοίταξα και μου χαμογέλασε με κάτι που έμοιαζε με οίκτο, ή, πάλι, μπορεί και να ήταν απλώς υπομονή.

«Κοιμήσου λίγο ακόμα. Μένει ακόμα μιάμιση ώρα μέχρι να χτυπήσει το ξυπνητήρι και σήμερα είναι Τρίτη».

Το γεγονός ότι ήταν Τρίτη σήμαινε πως ήταν η σειρά μου να πάω τον Χουλιάν στο σχολείο. Έκλεισα τα μάτια μου και έκανα ότι κοιμόμουν. Όταν τα ξανάνοιξα μετά από λίγα λεπτά, είδα το πρόσωπο της Μπέα που με παρατηρούσε.

«Τι τρέχει;» τη ρώτησα.

Έσκυψε από πάνω μου και με φίλησε απαλά στα χείλη. Είχε γεύση κανέλας.

«Ούτε κι εγώ νυστάζω», είπε υπαινικτικά.

Άρχισα να τη γδύνω χωρίς βιάση. Ετοιμαζόμουν να τραβήξω τα σεντόνια και να τα πετάξω στο πάτωμα, όταν άκουσα ελαφριά βήματα έξω από την πόρτα της κάμαρας. Η Μπέα σταμάτησε το αριστερό μου χέρι που γλιστρούσε ανάμεσα στους μηρούς της και ανασηκώθηκε στηριγμένη στους αγκώνες.

«Τι συμβαίνει, αγάπη μου;»

Ο μικρός Χουλιάν μάς κοιτούσε από την πόρτα με πρόσωπο σκιασμένο από ντροπή κι ανησυχία.

«Κάποιος είναι στο δωμάτιό μου», μουρμούρισε.

Η Μπέα άφησε έναν αναστεναγμό και άπλωσε τα χέρια της προς τη μεριά του. Ο Χουλιάν βιάστηκε να αναζητήσει καταφύγιο στην αγκαλιά της μητέρας του κι εγώ παραιτήθηκα από κάθε ελπίδα αμαρτίας που έτρεφα.

«Ο Άλικος Πρίγκιπας;» ρώτησε η Μπέα.

Ο Χουλιάν κατένευσε περίλυπος.

«Τώρα αμέσως θα πάει ο μπαμπάς στο δωμάτιό σου και θα τον διώξει με τις κλοτσιές, για να μην ξανάρθει ποτέ πια».

Ο γιος μας μου έριξε ένα απελπισμένο βλέμμα. Για τι άλλο χρειάζονται οι πατεράδες αν όχι για ηρωικές αποστολές τέτοιας εμβέλειας; Του χαμογέλασα κλείνοντάς του το μάτι.

«Με τις κλοτσιές», επανέλαβα με την πιο οργισμένη έκφραση που μπόρεσα να παραστήσω.

Ο Χουλιάν επέτρεψε στον εαυτό του να σκάσει ένα αμυδρό χαμόγελο. Σηκώθηκα μ’ ένα σάλτο απ’ το κρεβάτι και διέσχισα τον διάδρομο μέχρι το δωμάτιό του. Ο χώρος μού θύμιζε τόσο πολύ το δωμάτιο που είχα εγώ στην ηλικία του, έναν όροφο πιο κάτω, που για μια στιγμή αναρωτήθηκα μήπως ήμουν ακόμα παγιδευμένος στο όνειρο. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και άναψα το πορτατίφ. Ο Χουλιάν ζούσε τριγυρισμένος από παιχνίδια, κάποια κληρονομημένα από μένα, αλλά κυρίως από βιβλία. Δεν άργησα να ανακαλύψω τον ύποπτο, κρυμμένο κάτω από το στρώμα. Πήρα εκείνο το μικρό βιβλίο με το μαύρο εξώφυλλο και το άνοιξα στην πρώτη σελίδα.

Ο Λαβύρινθος των Πνευμάτων VII
Η Αριάδνα και Άλικος Πρίγκιπας

Κείμενο και εικονογράφηση του Βίκτορ Ματάς

Δεν ήξερα πια πού να τα κρύψω εκείνα τα βιβλία. Όσο κι αν έστυβα τον νου μου ψάχνοντας καινούργιες κρυψώνες, η όσφρηση του γιου μου τα εντόπιζε πάντα. Ξεφύλλισα στα γρήγορα τις σελίδες του τόμου και οι αναμνήσεις όρμησαν και πάλι καταπάνω μου.

Όταν επέστρεψα στο δωμάτιο έχοντας φυλάξει για άλλη μία φορά το βιβλίο πάνω απ’ το ντουλάπι της κουζίνας –όπου ήξερα ότι, αργά ή γρήγορα, ο γιος μου θα το ανακάλυπτε–, βρήκα τον Χουλιάν στην αγκαλιά της μητέρας του. Είχαν παραδοθεί κι οι δυο τους στον ύπνο. Στάθηκα και τους κοιτούσα από το κατώφλι, κρυμμένος στο μισοσκόταδο. Τους άκουγα που ανάσαιναν βαθιά κι αναρωτιόμουν τι ήταν αυτό που είχε κάνει τον ευτυχέστερο άνθρωπο του κόσμου να αξίζει τέτοια τύχη. Τους κοιτούσα που κοιμούνταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, αδιάφοροι για τον κόσμο, και δεν μπόρεσα παρά να θυμηθώ τον φόβο που είχα νιώσει την πρώτη φορά που τους είχα δει έτσι αγκαλιασμένους.

O-labyrinthos-ton-pneumaton2

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!