Διαβάζω το βραβευμένο με το Goncourt 2016 βιβλίο ΓΛΥΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Glyko-tragoudi
Share Button

📚 Διαβάζω απόσπασμα από το βραβευμένο μυθιστόρημα ΓΛΥΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ της Λεϊλά Σλιμανί.

Ιδιοφυές θρίλερ και στοχαστικό ψυχογράφημα ταυτόχρονα, ένα βιβλίο που δικαίως τιμήθηκε με το βραβείο Goncourt.

Ολη την εβδομάδα, ο Πολ πάει με τη Λουίζ για μπάνιο. Σηκώνονται νωρίς και οι δυο, και όσο η Μιριάμ και τα παιδιά κάθονται πλάι στη μικρή πισίνα της πανσιόν, η Λουίζ και ο Πολ κατεβαίνουν στην έρημη ακόμη παραλία. Όταν φτάνουν στη βρεγμένη άμμο, κρατιούνται από το χέρι και περπατούν για ώρα στο νερό, ατενίζοντας τον ορίζοντα. Περπατούν έως ότου τα πόδια τους πάψουν πια να πατούν στην άμμο και τα σώματά τους αρχίσουν να επιπλέουν. Εκείνη τη στιγμή, η Λουίζ αισθάνεται κάθε φορά έναν πανικό που δεν μπορεί να κρύψει. Βγάζει μια μικρή κραυγή που υποδεικνύει στον Πολ να της κρατήσει ακόμα πιο σφιχτά το χέρι.

Στην αρχή, τον ενοχλεί που αγγίζει το δέρμα της Λουίζ. Όταν τη μαθαίνει να επιπλέει ανάσκελα, βάζει το ένα χέρι του στον σβέρκο της και το άλλο στους γλουτούς της. Μια ανόητη, φευγαλέα σκέψη τού περνάει από τον νου και γελάει από μέσα του: Η Λουίζ έχει γλουτούς. Η Λουίζ έχει ένα κορμί που τρέμει κάτω από τα χέρια του Πολ. Ένα κορμί που δεν το είχε δει ούτε το είχε υποψιαστεί, καθώς τοποθετούσε τη Λουίζ στον κόσμο των παιδιών ή στον κόσμο των υπαλλήλων. Και προφανώς δεν την έβλεπε. Κι όμως, η Λουίζ, άμα την κοιτάξεις, δεν είναι άσχημη. Αφημένη στις παλάμες του Πολ, η νταντά μοιάζει με κουκλίτσα. Από το σκουφάκι που της αγόρασε η Μιριάμ ξεφεύγουν λίγες ξανθές τούφες. Έχει μαυρίσει λίγο και μικροσκοπικές φακίδες έχουν εμφανιστεί στα μάγουλα και στη μύτη της. Για πρώτη φορά, ο Πολ παρατηρεί ένα ελαφρύ ξανθό χνούδι στο πρόσωπό της, σαν αυτό που σκεπάζει τα νεογέννητα κλωσόπουλα. Αλλά έχει πάνω της κάτι το σεμνότυφο και το παιδικό, ένα κράτημα, που εμποδίζει τον Πολ να νιώσει γι’ αυτήν ένα συναίσθημα τόσο ειλικρινές όπως ο πόθος.

Η Λουίζ κοιτάζει τα πόδια της που βουλιάζουν στην άμμο και τα γλείφει το νερό. Μες στο πλοίο, η Μιριάμ τούς εξήγησε ότι η Σίφνος χρωστούσε παλιά την ευημερία της στα ορυχεία του χρυσού και του αργύρου που κρύβει το υπέδαφός της. Κι η Λουίζ πείθει τον εαυτό της ότι η χρυσόσκονη που βλέπει να λαμπυρίζει στο νερό και πάνω στα βράχια είναι ψήγματα των πολύτιμων αυτών μετάλλων. Το δροσερό νερό σκεπάζει τους μηρούς της. Τώρα κατακλύζει το φύλο της. Η θάλασσα είναι ήσυχη, κρυσταλλένια. Ούτε ένα κυματάκι δεν έρχεται να ξαφνιάσει τη Λουίζ και να πιτσιλίσει το στήθος της. Στην ακροθαλασσιά κάθονται μωράκια, υπό τη γαλήνια επίβλεψη των γονιών τους. Όταν το νερό τής φτάνει ως τη μέση, η Λουίζ δεν μπορεί πια να ανασάνει. Κοιτάζει γύρω της, ο ουρανός είναι ολόλαμπρος, εξωπραγματικός. Ψηλαφίζει στα λιγνά της μπράτσα τα γαλαζοκίτρινα μπρατσάκια, που έχουν επάνω ζωγραφισμένους έναν αστακό κι έναν τρίτωνα. Κοιτάζει τον Πολ παρακλητικά. «Δεν έχετε κανένα φόβο», της ορκίζεται ο Πολ. «Όσο πατάτε, δεν έχετε κανέναν απολύτως φόβο». Αλλά η Λουίζ είναι σαν πετρωμένη. Νιώθει ότι θα καταρρεύσει. Ότι θα τη ρουφήξει ο βυθός της θάλασσας και το κεφάλι της θα είναι κάτω από το νερό, τα πόδια της θα χτυπιούνται στο κενό, ωσότου εξαντληθεί.

Θυμάται, όταν ήταν μικρή, που ένας συμμαθητής της είχε πέσει σε έναν βάλτο, στην άκρη του χωριού. Ήταν μια μικρή επιφάνεια με λασπόνερα, που βρομούσαν ανυπόφορα το καλοκαίρι. Τα παιδιά πήγαιναν εκεί και έπαιζαν, παρότι τους το απαγόρευαν οι γονείς τους, παρά τα κουνούπια που μάζευε το στάσιμο νερό. Βυθισμένη τώρα μες στα γαλάζια νερά του Αιγαίου, η Λουίζ φέρνει πάλι στον νου της αυτό το μαύρο νερό που βρομοκοπούσε και το παιδί που το βρήκανε με το πρόσωπο χωμένο στον βούρκο. Μπροστά της, η Μιλά χτυπάει τα πόδια της. Επιπλέει.

Είναι μεθυσμένοι και σκαρφαλώνουν τα πέτρινα σκαλιά που οδηγούν στη βεράντα πλάι στο δωμάτιο των παιδιών. Γελάνε και η Λουίζ κρεμιέται πού και πού από το μπράτσο του Πολ, για ν’ ανεβεί ένα σκαλοπάτι πιο ψηλό από τα άλλα. Κάθεται να πάρει μια ανάσα κάτω από τη βαθυκόκκινη μπουκαμβίλια και κοιτάζει χαμηλά την παραλία, όπου νεαρά ζευγάρια χορεύουν και πίνουν κοκτέιλ. Το μπαρ οργανώνει γλέντι στην άμμο. «Full moon party». Ο Πολ τής μεταφράζει. Μια γιορτή για το φεγγάρι, ολόγεμο και κοκκινωπό, που όλο το βράδυ μιλούσαν για την ομορφιά του. Ποτέ της δεν είχε ξαναδεί τέτοιο φεγγάρι, τόσο όμορφο, που να θες να το ξεκρεμάσεις από τον ουρανό. Αλλιώτικο από τα γκρίζα και κρύα φεγγάρια των παιδικών της χρόνων.

Στα τραπεζάκια της ταβέρνας στο ύψωμα, ατένισαν τον κόλπο της Σίφνου και το πυρρό ηλιοβασίλεμα. Ο Πολ τής έδειξε τα σύννεφα που έμοιαζαν δαντελένια. Οι τουρίστες έβγαλαν φωτογραφίες κι όταν η Λουίζ θέλησε να σηκωθεί κι αυτή, απλώνοντας το κινητό της τηλέφωνο, ο Πολ την τράβηξε μαλακά από το μπράτσο να καθίσει κάτω. «Δεν έχει νόημα. Καλύτερα να κρατήσετε την εικόνα αυτή μέσα σας».

Για πρώτη φορά, τρώνε οι τρεις τους. Η ιδιοκτήτρια της πανσιόν προσφέρθηκε να κρατήσει τα παιδιά. Είναι ίσα με τα δικά της και από όταν ήρθαν έχουν γίνει αχώριστα. Η Μιριάμ και ο Πολ τα έχασαν. Η Λουίζ προφανώς αρνήθηκε στην αρχή. Είπε ότι δεν μπορούσε να τα αφήσει μόνα τους, ότι έπρεπε να τα βάλει για ύπνο. Ότι ήταν η δουλειά της. «Όλη τη μέρα κολυμπούσαν, θα κοιμηθούν πολύ εύκολα», είπε η ιδιοκτήτρια, σε κακά γαλλικά.

Ξεκίνησαν λοιπόν με τα πόδια για την ταβέρνα, κάπως αμήχανοι και σιωπηλοί. Στο τραπέζι, ήπιαν όλοι παραπάνω από ό,τι συνήθως. Η Μιριάμ και ο Πολ το φοβόντουσαν αυτό το δείπνο. Τι θα έλεγαν; Τι είχαν να πουν; Πείσθηκαν ότι αυτό ήταν το σωστό, ότι η Λουίζ θα χαιρόταν. «Για να νιώσει ότι υπολογίζουμε τη δουλειά της, καταλαβαίνεις;» Μιλάνε λοιπόν για τα παιδιά, για το τοπίο, για το αυριανό μπάνιο, για την πρόοδο που έχει κάνει η Μιλά στο κολύμπι. Κουβέντα να γίνεται. Η Λουίζ θα ήθελε να διηγηθεί κάτι, οτιδήποτε, μια δική της ιστορία, αλλά δεν τολμάει. Παίρνει μια βαθιά ανάσα, σκύβει προς τα μπρος για να μιλήσει και μετά κάνει πίσω, βουβή. Πίνουν και η σιωπή γίνεται γαλήνια, χαυνωτική.

Ο Πολ, που κάθεται πλάι της, την αγκαλιάζει τότε από τους ώμους. Το ούζο τού φέρνει κέφι. Της σφίγγει τον ώμο με τη μεγάλη του παλάμη, της χαμογελάει σαν φίλος από τα παλιά, από πάντα. Στυλώνει μαγεμένη το βλέμμα της στο πρόσωπο του άντρα. Στο ηλιοκαμένο δέρμα του, στα μεγάλα λευκά του δόντια, στα μαλλιά του που έχουν ξανθύνει από το αλάτι και τον αέρα. Την τραντάζει λιγάκι, όπως κάνουμε σ’ έναν συνεσταλμένο ή λυπημένο φίλο μας, σε κάποιον που θέλουμε να του πούμε να χαλαρώσει ή να πάρει τα πάνω του. Αν τολμούσε, θα ακουμπούσε το χέρι της στο χέρι του Πολ, θα το έσφιγγε στα αδύνατά της δάχτυλα. Αλλά δεν τολμάει.

Έχει μαγευτεί από την άνεση του Πολ. Αστειεύεται με το γκαρσόνι, που τους κέρασε χωνευτικό. Μέσα σε λίγες μέρες, έχει μάθει αρκετές ελληνικές λέξεις και οι καταστηματάρχες βάζουν μαζί του τα γέλια και του κάνουν σκόντο. Ο κόσμος τον αναγνωρίζει. Στην παραλία, μαζί του θέλουν να παίξουν τα άλλα παιδιά κι αυτός τους κάνει γελώντας τα χατίρια. Τα κουβαλάει στην πλάτη του, πέφτει μαζί τους στο νερό. Τρώει με απίστευτη όρεξη. Η Μιριάμ δείχνει να τσατίζεται, αλλά η Λουίζ βρίσκει συγκινητική τη λαιμαργία που τον κυριεύει και παραγγέλνει όλο τον κατάλογο. «Να πάρουμε κι αυτό. Να το δοκιμάσουμε, ε;» Και πιάνει με τα χέρια κοψίδια, πιπεριές, τυριά και τα καταβροχθίζει με αθώα χαρά.

Γυρίζοντας στη βεράντα του ξενοδοχείου, σκάνε στα γέλια με τα χέρια μπροστά στο στόμα κι η Λουίζ βάζει το δάχτυλο στα χείλη. Δεν πρέπει να ξυπνήσουν τα παιδιά. Αυτή η αναλαμπή υπευθυνότητας τους φαίνεται ξαφνικά γελοία. Αυτοί οι άνθρωποι, που όλη την ημέρα είχαν έναν κοινό στόχο, όντας απασχολημένοι με τα ζητήματα των παιδιών, γίνονται τώρα παιδιά. Το βράδυ αυτό τους έχει κυριέψει μια ασυνήθιστη ελαφρότητα. Το μεθύσι τους ανακουφίζει από τις συσσωρευμένες αγωνίες, τις εντάσεις που τα τέκνα τους δημιουργούν ανάμεσά τους, ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, στη μητέρα και την νταντά.

Η Λουίζ ξέρει πόσο φευγαλέα είναι αυτή η στιγμή. Βλέπει πολύ καλά πώς ο Πολ κοιτάζει λαίμαργα τον ώμο της γυναίκας του. Το ανοιχτογάλανο φόρεμα της Μιριάμ κάνει το δέρμα της να φαίνεται ακόμα πιο χρυσαφένιο. Αρχίζουν να χορεύουν, τραμπαλίζονται, μια στο ένα πόδι, μια στο άλλο. Είναι αδέξιοι, αμήχανοι σχεδόν, κι η Μιριάμ κακαρίζει, λες κι έχουν καιρό να την κρατήσουν έτσι από τη μέση. Λες και νιώθει γελοία που την ποθούν έτσι. Η Μιριάμ ακουμπάει το μάγουλό της στον ώμο του άντρα της. Η Λουίζ ξέρει ότι θα σταματήσουν, θα χαιρετήσουν, θα κάνουν πως νυστάζουν. Θα ήθελε να τους κρατήσει, να γαντζωθεί πάνω τους, να ξύσει με τα νύχια της το πέτρινο δάπεδο. Θα ήθελε να τους βάλει στη γυάλα – δυο χορευτές ακίνητοι και χαμογελαστοί, κολλημένοι στο βάθρο ενός μουσικού κουτιού. Σκέφτεται ότι θα μπορούσε να τους κοιτάζει για ώρες, χωρίς να κουραστεί, ποτέ. Ότι θα της έφτανε να τους παρακολουθεί να ζουν, η ίδια να φροντίζει στη σκιά να είναι όλα τέλεια, για να μη χάνει ποτέ η μηχανή. Μέσα της βαθιά έχει την πεποίθηση, τη φλογερή και επώδυνη πεποίθηση, πως η ευτυχία της τους ανήκει. Ότι είναι δική τους και είναι δικοί της.

Ο Πολ γουργουρίζει. Κάτι μουρμούρισε, με τα χείλια του χωμένα στον λαιμό της γυναίκας του. Κάτι που η Λουίζ δεν άκουσε. Κρατάει σφιχτά τη Μιριάμ από το χέρι και, σαν δυο καλά παιδιά, καληνυχτίζουν τη Λουίζ. Τους κοιτάζει να ανεβαίνουν την πέτρινη σκάλα που οδηγεί στο δωμάτιό τους. Η βαθυγάλανη γραμμή των δύο σωμάτων τους γίνεται αχνή, θαμπώνει, η πόρτα χτυπάει. Οι κουρτίνες είναι τραβηγμένες. Η Λουίζ βυθίζεται σε μια πρόστυχη ονειροπόληση. Ακούει, χωρίς να το θέλει, χωρίς να το επιδιώκει, ακούσια. Ακούει τα νιαουρίσματα της Μιριάμ, τους αναστεναγμούς της, σαν της κούκλας. Ακούει τα σεντόνια που τσαλακώνουν και το κεφαλάρι που χτυπάει στον τοίχο.

Η Λουίζ ανοίγει τα μάτια. Ο Αντάμ κλαίει.

Glyko-tragoudi-2

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!