📚 Διαβάζω το βιβλίο ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

krummeni-alitheia
Share Button

📚 Διαβάζω απόσπασμα από το μυθιστόρημα ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ του Γιώργου Πολυράκη.

«Καλησπέρα, Νικολή», είπε η μαμή μόλις πέρασε την εξώπορτα.
«’Σπέρα…»
«Άντε, η ώρα η καλή μ’ ένα γερό παιδί».
«Μ’ ένα γερό κοπέλι, θες να πεις!»
«Μ’ ένα γερό παιδί, Νικολή! Αυτό είπα! Γερό να ’ναι κι ας είναι ό,τι θέλει ο Θεός».
«Κοπέλι είναι. Κατέω ίντα σου λέω!»
Η μαμή δεν του έδωσε περισσότερη σημασία. Γνώριζε άλλωστε ότι οι περισσότεροι άντρες στο χωριό προτιμούσαν να έχουν πολλά κοπέλια και καμία κοπελιά και τούτος ο μονοκόμματος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Μπήκε μέσα και βρήκε την ετοιμόγεννη ξαπλωμένη στον καναπέ, με όλα τα παιδιά κοντά της.
«Άντε, Ελένη, μ’ έναν πόνο. Με τόσες γέννες, ούτε που θα το καταλάβεις».
Κοίταξε τα παιδιά και είπε στην ετοιμόγεννη να σηκωθεί και να πάει στο κρεβάτι της. «Δεσποινιώ, καλλιά είναι επαέ… μπορεί να θέλει ο Νικολής να πάει στο κρεβάτι να κοιμηθεί…»
«Ε, άμα θέλει να κοιμηθεί, ας ξαπλώσει στον καναπέ».
«Όι, όι, σου λέω… καλλιά επαέ…»
Η μαμή φάνηκε να χάνει την υπομονή της.
«Να σηκωθείς θέλεις να πάεις στο κρεβάτι σου γή να σηκωθώ και να φύγω εγώ; Αποφάσισε, μα γλήγορα».

Με τα πολλά, η Ελένη πείστηκε και μπήκαν στην κρεβατοκάμαρη. Η μαμή έκλεισε την πόρτα και στράφηκε στα παιδιά.
«Εσείς να μην μπείτε μέσα. Σε λίγο θα έχετε ένα καινούργιο αδερφάκι», είπε και γύρισε να δει την Ελένη. Στεκόταν αναποφάσιστη μπροστά στο κρεβάτι, σαν να το σκεφτόταν αν έπρεπε να ξαπλώσει ή να το αφήσει για τον άντρα της.
Η μαμή τη λυπήθηκε.
Ήταν κοινό μυστικό στο χωριό ότι η Ελένη φοβόταν τον άντρα της. Ο Νικολής ήταν τραχύς, μονοκόμματος και βίαιος και θεωρούσε ότι ήταν νόμος να γίνεται πάντα το δικό του. Χωρίς εξαιρέσεις. Η Ελένη δεν είχε εκείνη τη μικρή δύναμη της άρνησης που κάνει μερικές μέτριες γυναίκες τόσο σπουδαίες. Είχε υποταχθεί στον άντρα της, όπως σ’ όλες τις άλλες αναποδιές της ζωής της, κλείνοντας πολλές φορές τη δυστυχία της σε κάποιον ελαφρό αναστεναγμό. Ήταν καταδικασμένη να γεράσει υποφέροντας. Ήξερε ότι ο άντρας της δεν την είχε αγαπήσει ποτέ ή ότι την αγαπούσε όπως αγαπάει κανείς ένα σκυλί αδέσποτο που το κρατάει στο σπίτι του από ευσπλαχνία. Τίποτα δεν μπορούσε να του αλλάξει τον τρόπο συμπεριφοράς, ούτε και η σιγουριά πως με τη συμπεριφορά του έκανε τη γυναίκα του δυστυχισμένη. Ο άντρας της ήταν από εκείνους τους σκληρούς και πεισματάρηδες ανθρώπους που αρπάζονται ασυλλόγιστα από μιαν ιδέα και, όσο πιο άσχημη, άδικη και παράλογη είναι, τόσο περισσότερο επιμένουν σ’ αυτήν…
«Μη φοβάσαι… θα γεννήσεις εύκολα… μ’ έναν πόνο…»
Οι λέξεις βγήκαν με γλυκύτητα και τρυφερότητα από το στόμα της μαμής. Έβλεπε την ετοιμόγεννη τόσο χλομή και τρομαγμένη, που τη λυπόταν…
Οι γυναίκες, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκουν κι όση κι αν είναι η απόσταση που τις χωρίζει, την ώρα της γέννας νιώθουν η μία για την άλλη εκείνο τον οίκτο τον αδερφικό που γεννιέται μέσα τους επειδή όλες υποφέρουν τους ίδιους πόνους και διατρέχουν τους ίδιους κινδύνους. Η μαμή δεν αποτελούσε εξαίρεση.
«Μη φοβάσαι…» είπε ξανά.
«Μ’ έναν πόνο θα γεννήσεις… μαθημένη είσαι…»
Μαθημένη ήταν σίγουρα, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι θα πονούσε λιγότερο και ότι δε θα κινδύνευε καθόλου.
Τελικώς, η γέννα ήταν πολύ δύσκολη. Ακόμα και για μια γυναίκα που είχε γεννήσει ήδη έξι φορές.
Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει και, σαν το φεγγάρι χάθηκε, έφυγε ο γρύλος. Και, σαν ο γρύλος έφυγε, η Ελένη γέννησε, φέρνοντας στον κόσμο ένα κοριτσάκι…
Ο Νικολής κοιμόταν από ώρα στην πέτρινη πεζούλα της αυλής. Κάθε λίγο και λιγάκι τον ξυπνούσαν οι κραυγές της γυναίκας του. Ύστερα γυρνούσε από την άλλη πλευρά και κοιμόταν ξανά. Κάποια στιγμή ξύπνησε πάλι, έπειτα από μια ακόμα κραυγή της, αλλά, πριν περάσουν λίγες στιγμές ακόμα, ακούστηκε κι ένα δυνατό μωρουδίστικο κλάμα. Τόσο δυνατό που του φάνηκε αφύσικο. Την άλλη στιγμή ωστόσο, βρήκε την εξήγηση αυτού του δυνατού κλάματος.

«Μεγάλος θα ’ναι ο κερατένιος! Μπορεί και να ’ναι πάνω από πέντε οκάδες!» είπε χαρούμενος. Έπειτα ανακάθισε στην πεζούλα κι άναψε τσιγάρο.
Όταν είδε τη μαμή να βγαίνει γελαστή, ήταν βέβαιος για τα καλά νέα που του ’φερνε. «Άντε, Νικολή. Να σου ζήσει η κόρη. Άργησε και μας κούρασε, μα γυναίκα είναι. Γι’ αυτό». Η χαρά του Νικολή πήγε περίπατο, ωστόσο για μια στιγμή φαντάστηκε ότι τ’ αυτιά του παράκουγαν. Το στόμα του είχε μείνει χωρίς σάλιο.

«Μα ίντά ’πες εδά…» είπε θυμωμένος, σαν βρήκε τη φωνή του
«Είπα σου να σου ζήσει η κόρη!»
Πάλι τα ίδια! Πάλι παράκουγε!
«Ποια κόρη να μου ζήσει; Ντα έχω εγώ κόρη;»
«Έχεις, Νικολή, έχεις. Μια όμορφη κοπελιά έκανε η γυναίκα σου».
Ο Νικολής δε ρώτησε αν το παιδί ήταν γερό, ούτε αν ήταν καλά η γυναίκα του. Απλώς κατάπιε τη φωνή του.
«Μα, είσαι σίγουρη;» ρώτησε με φωνή βραχνή, σαν τα κατάφερε να πάρει ανάσα.
«Έλα, Χριστέ μου! Ίντά ’ναι τούτο πάλι! Φυσικά είμαι σίγουρη!»
Ο Νικολής αρνιόταν να το πιστέψει. Τόσο σερνικοβότανο είχε καταπιεί. Λάθος θα ’κανε τούτη η βλαμμένη!
«Μα, μωρή Δεσποινιώ, είσαι σίγουρη πως είναι κοπελιά; Είσαι σίγουρη πως είδες καλά;»
Η μαμή, ωστόσο, δεν ήταν άνθρωπος που τα έχανε, όσο παράλογα πράγματα και να άκουγε. Και η γλώσσα της έκοβε ροδάνι. Έβαλε τα χέρια στη μέση της και κοίταξε θαρρετά τον Νικολή στα μάτια.
«Μα δε μου λες, Νικολή, σάλεψες; Ίντα θα πει αν είμαι σίγουρη πως είναι κοπελιά; Μπας και νομίζεις ότι δεν έχω δει αντρικό λιλί; Ή μπας και θαρρείς πως δεν κατέω ίντά ’ναι αυτό που έχω ανάμεσα στα πόδια μου;» είπε, αφήνοντάς τον άναυδο.
Ύστερα του γύρισε την πλάτη και πέρασε μέσα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Τα λόγια της μαμής είχαν αφήσει αποσβολωμένο τον Νικολή.
Για αρκετή ώρα απόμεινε στην αυλή, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο, κι ύστερα κίνησε για κατά κει όπου έβοσκαν τα οζά του, χωρίς να πάρει το σακούλι με το ψωμί, τις ελιές και δυο τρία βραστά αυγά που έπαιρνε κάθε μέρα. Ούτε το παγούρι με το νερό πήρε μαζί του. Μόνο την κατσούνα του άδραξε κι έφυγε βαρύς και συννεφιασμένος, χωρίς να μπει να δει πώς ήταν η γυναίκα του, ύστερα από μια τόσο πολύωρη και δύσκολη γέννα. Ούτε το νεογέννητο θέλησε να δει, έστω από περιέργεια και μόνο…
Ανέβηκε μονοκοπανιά ως την κορυφή της Κουλούρας και μόνο τότε κάθισε για να ξελαχανιάσει, να ξεϊδρώσει και να καπνίσει. Έστριψε και άναψε το τσιγάρο με μηχανικές κινήσεις και με τον νου του να τρέχει σε πολλά, αλλά, το κυριότερο, σε δύο πράγματα, που είχαν αρχίσει να τον απασχολούν από τη στιγμή που το πήρε απόφαση ότι το παιδί που γέννησε η γυναίκα του ήταν κοπελιά: αν ήταν άσκημη, μπορεί να μην παντρευόταν, κι αν ήταν όμορφη, θα υπήρχε φόβος να πάρει τον κακό δρόμο, σαν την κοπελιά του προπάππου του! Μεγάλος μπελάς! Πολύ μεγάλος!

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!