Αιχμάλωτος των Ιαπώνων και του έρωτα – του Νίκου Δαββέτα

104037
Share Button
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - Γράφει ο Νίκος Δαββέτας

Από τη μυθική πλέον «Γέφυρα του ποταμού Κβάι», του Ντέιβιντ Λιν, ώς τον «Κύκλο των αναμνήσεων» του Τζόναθαν Τεπλίτζκι, ο κινηματογράφος έχει επανειλημμένα αποτυπώσει σε εκατοντάδες μέτρα φιλμ τα δεινά που υπέστησαν οι 30.000 Βρετανοί και οι 13.500 Αυστραλοί που αιχμαλωτίσθηκαν από τους Ιάπωνες και χρησιμοποιήθηκαν, οι περισσότεροι, στην κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που ένωσε την Ταϊλάνδη με τη Βιρμανία (1942-43), γνωστής και ως «σιδηρόδρομος του θανάτου».

Στο θέμα αυτό η τέχνη του μυθιστορήματος δεν υπολείπεται σε καλοστημένες προσπάθειες. Πρόσφατη κατάθεση, η τεκμηριωτική μυθοπλασία του Αυστραλού Ρίτσαρντ Φλάναγκαν «Το μονοπάτι για τα βάθη του Βορρά», που τιμήθηκε μάλιστα με το βραβείο Booker το 2014.

Κεντρικός ήρωας του βιβλίου –που ο συγγραφέας εμπνεύστηκε, κατά δήλωσή του, από τις εμπειρίες του πατέρα του– ο επιζήσας της αιχμαλωσίας, διάσημος χειρουργός, Ντορίνγκο Εβανς. Ενα πρόσωπο που χαίρει καθολικής αποδοχής στη χώρα του, αφού ενσαρκώνει το πνεύμα αντίστασης και μαχητικότητας που διέκρινε τους Αυστραλούς στα πεδία των μαχών αλλά και στον ζόφο της αιχμαλωσίας.

Όμως, όπως συμβαίνει με όλους τους ήρωες που έχουν βιώσει οριακές καταστάσεις, τα ανεπούλωτα τραύματα μέσα του τον υποχρεώνουν μεταπολεμικά να υποδύεται έναν άλλο άνθρωπο, να μιμείται ρόλους και χαρακτήρες κοινωνικά αποδεκτούς, ενώ στην πραγματικότητα ο εαυτός του δεν έχει γυρίσει ποτέ από την αιχμαλωσία. Καθηλωμένος συναισθηματικά στο 1943, «έλεγε πάντα πως υπήρχαν για αυτόν μόνο δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που ήταν στη Γραμμή και η υπόλοιπη ανθρωπότητα που δεν ήταν. Ή μόνο ένα είδος, αυτοί που πέρασαν από τη Γραμμή και επέζησαν…».

Αφορμή για να κάνει τον δικό του λυτρωτικό απολογισμό (ή απολογία) ο Εβανς είναι η παράκληση ενός εκδοτικού οίκου να γράψει τον πρόλογο στο λεύκωμα του συμπολεμιστή του και ερασιτέχνη ζωγράφου Γκάι Χέντρικς «Σχέδια από τα στρατόπεδα των αιχμαλώτων πολέμου». Κοιτάζοντας αυτά τα σχέδια-ντοκουμέντα, που ο ίδιος διέσωσε από τη φωτιά, θα μεταφερθεί και πάλι στο κέντρο της αδιαπέραστης ζούγκλας όπου, υπό την απειλή των όπλων, χιλιάδες γυμνοί σκλάβοι, εξασθενισμένοι από τους πυρετούς και την πείνα, ψειριασμένοι, τραυματισμένοι, προσπαθούσαν με υποτυπώδη εργαλεία να στήσουν τις τραβέρσες και τις ράγες της Γραμμής.

Σήμερα είναι γνωστό πως οι περισσότεροι αιχμάλωτοι πέθαναν από την εξάντληση και τα βασανιστήρια πριν ολοκληρωθεί αυτό το φαραωνικό έργο των Ιαπώνων. Ο διοικητής του στρατοπέδου ήταν αργότερα ξεκάθαρος: «Για να υλοποιηθούν οι επιθυμίες του αυτοκράτορα, ετούτη η θυσία ήταν επιβεβλημένη. Αλλωστε, τι ήταν ένας αιχμάλωτος; Κάτι λιγότερο από άνθρωπος, απλό υλικό για να φτιαχτεί ο σιδηρόδρομος».

Η ερωτική παρένθεση

Το βιβλίο του Φλάναγκαν δεν θα ξεχώριζε ιδιαίτερα από τις αναμνήσεις βετεράνων που έχουν δει κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας, αν στο κέντρο των αναμνήσεων του Εβανς δεν υπήρχε εγκιβωτισμένη μια δεύτερη ιστορία, η αφήγηση ενός παράνομου έρωτα, που άνθησε το διάστημα της στρατιωτικής του εκπαίδευσης στο υγειονομικό σώμα.

Ο ήρωάς μας, πριν φύγει για το μέτωπο – ήδη αρραβωνιασμένος με ένα κορίτσι «καλής οικογενείας», θα ερωτευθεί την Εϊμι, γυναίκα του θείου του, που τον φιλοξενεί τα σύντομα διαστήματα των αδειών του.

Το πρόσωπο της Εϊμι γίνεται η πυξίδα της ζωής του και ο μόνος λόγος ύπαρξης μέσα στη θύελλα του πολέμου. Ο τρόπος που θα πληροφορηθεί το δήθεν τραγικό της τέλος, όπως και η ανακάλυψη, χρόνια αργότερα, της αλήθειας αποτελούν τα δύο «κλειδιά» για την κατανόηση του ήρωα, τα οποία ο συγγραφέας μάς χαρίζει μόλις στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου. Ισως σε δυο-τρεις αράδες: «Τη νόμιζε νεκρή. Ομως τώρα κατάλαβε: εκείνη ήταν ζωντανή, εκείνος είχε πεθάνει».

Επικό και καθηλωτικά ρεαλιστικό το μυθιστόρημα του Φλάναγκαν, θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα σύγχρονο πολεμικό μελόδραμα, αν ο συγγραφέας δεν αναζητούσε τη γνώμη και τη γνώση της αντίπαλης πλευράς, των ηττημένων, που αδίκησαν και αδικήθηκαν. Από τα καλύτερα κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτά στα οποία ο λόγος δίνεται στους Ιάπωνες βασανιστές των αιχμαλώτων, τη στιγμή ακριβώς που η επιβεβλημένη μεταπολεμική λήθη τούς έχει εξασφαλίσει την ατιμωρησία. Επιβεβαιώνεται έτσι και η γνωστή ρήση του Βίζενταλ, ότι ο 20ός αιώνας ήταν ο αιώνας της μαρτυρίας, της φωνής των ανωνύμων που υπήρξαν θύτες και θύματα.

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - Γράφει ο Νίκος Δαββέτας
Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!