Monthly Archives: Μάρτιος 2018

Συμβουλές για νέους συγγραφείς – ΟΙ ΗΡΩΕΣ

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 30 Μαρτίου 2018
  • Tagged

Σε κάθε βιβλίο, σε όλα τα βιβλία, και ασφαλώς και στο δικό σου, που θα θέλαμε πολύ να σε βοηθήσουμε να εκδοθεί από το Bookoo, τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τους ήρωες, τους πρωταγωνιστές του – τους κεντρικούς, τους μεγάλους, τους μικρούς, τους «δευτεραγωνιστές». Ακόμη και στα μεγάλα, μνημειακά μυθιστορήματα, όπως στο «Πόλεμος και ειρήνη», για παράδειγμα. Δεν έχει σημασία αν αφορούν σχεδόν όλο τον κόσμο ή μία ολόκληρη εποχή, ή μία και δύο γενιές ανθρώπων: καθετί γίνεται γύρω, μέσω, και διά των ηρώων τους. Και αυτοί είναι λίγοι συνήθως, συγκεκριμένοι, με ονοματεπώνυμο και σαφείς ιδιότητες. Είναι όλοι τους καλά σχεδιασμένοι. Και ποτέ μα ποτέ «στο πόδι». Continue reading…

Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου – 2 Απριλίου 2018

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 30 Μαρτίου 2018
  • Tagged

Η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 2 Απριλίου, την ημέρα που γεννήθηκε ο μεγάλος Δανός παραμυθάς Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Η ημέρα καθιερώθηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Βιβλίων για τη Νεότητα (Ιnternational Board on Books for Young People – ΙΒΒΥ) το 1966. Από τότε, κάθε χρόνο, ένα διαφορετικό εθνικό τμήμα της οργάνωσης αυτής ετοιμάζει ένα μήνυμα και μία αφίσα, που διανέμονται σε όλο τον κόσμο, με σκοπό να τονίσουν την αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, και να ενθαρρύνουν τη διεθνή συνεργασία για την ανάπτυξη και τη διάδοση της λογοτεχνίας για παιδιά και νέους. Continue reading…

Χαρίστε μια μοναδική χειροποίητη λαμπάδα JANOD!

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 21 Μαρτίου 2018
  • Tagged , ,

Το Πάσχα πλησιάζει, και κάθε νονός και νονά αναζητά μια ξεχωριστή και πρωτότυπη λαμπάδα! Για τον λόγο αυτό, σκεφτήκαμε μερικές φανταστικές ιδέες, για να φτιάξετε μόνοι σας τη λαμπάδα για το βαφτιστήρι σας με τα μοναδικά παιχνίδια Janod!

Αφήστε, λοιπόν, τη φαντασία σας ελεύθερη και προμηθευτείτε τα παρακάτω υλικά:
😉 κερί (μη διστάσετε να παίξετε με το χρώμα και το σχήμα)
🙂 κορδέλες σε διάφορα χρώματα, σχέδια και υφές
😀 το αγαπημένο σας παιχνίδι Janod (δείτε εδώ τα υπέροχα παιχνίδια Janod με ιδιαίτερη φινέτσα, πολύχρωμα σχέδια, ανθεκτικά υλικά υψηλής ποιότητας)

Ανακαλύψτε όλα τα παιχνίδια Janod και χαρίστε στα παιδιά σας αξέχαστες αναμνήσεις!

Στη συνέχεια, μπορείτε να δείτε τις δικές μας ιδέες για λαμπάδες!

FLOGERA

Με βάση το παιχνίδι: JANOD-ΦΛΟΓΕΡΑ 

FYSARMONIKA

Με βάση το παιχνίδι: JANOD-ΦΥΣΑΡΜΟΝΙΚΑ 

SVOURA

Με βάση το παιχνίδι: JANOD-ΣΒΟΥΡΑ – ΦΑΡΜΑ 

FOTOGRAFIKI MIXANI

Με βάση το παιχνίδι: JANOD-ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗ

Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη: Μεγαλώνοντας ανεξάρτητα παιδιά με τα βιβλία ΜΟΝΤΕΣΣΟΡΙ

Οφείλω να εκφράσω τα συγχαρητήριά μου ως παιδαγωγός στις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ για τα ολοκαίνουργια εκπαιδευτικά βιβλία δραστηριοτήτων, που απευθύνονται σε παιδιά από 3 έως 6 χρόνων και στηρίζονται στο μοντεσσοριανό σύστημα εκπαίδευσης. Το έχω σπουδάσει αυτό το σύστημα, το γνωρίζω καλά. Ενθουσιάστηκα αντικρίζοντας ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ, ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΣΧΗΜΑΤΑ και ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΡΙΘΜΟΥΣ. Η νοητική ανάπτυξη του παιδιού αποτελεί έργο ζωής της Μαρίας Μοντεσσόρι. Και η παιδαγωγική της προσέγγιση, μοναδική περίπτωση στην ιστορία της εκπαίδευσης, είναι παιδοκεντρική, είχε και έχει μεγάλη αξία κι αξιοζήλευτη αποτελεσματικότητα. Πώς είναι δυνατόν να σας την εξηγήσω με λίγες μόνο λέξεις; Πρέπει να δείτε αυτά τα βιβλία δραστηριοτήτων για να καταλάβετε τη σπουδαιότητά τους. Βασίζονται στη δημιουργικότητα, στην ελευθερία επιλογών, στην απλότητα, στην ποικιλία, έχουν πρωτοποριακή εικονογράφηση και άψογη αισθητική. Continue reading…

H Νόρα Πυλόρωφ γράφει για το νέο της μυθιστόρημα ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ

Ο συγγραφέας διαθέτει ένα συρτάρι με κλειδί και κλειδαριά, όπου συσσωρεύει διάφορα από το παρελθόν του, μικρά πράγματα και μεγάλα, που δεν μπορεί ή ενδεχομένως δε θέλει να πετάξει και τα κρατάει. Μνήμες, βιώματα, εικόνες από την παιδική ηλικία, τραύματα και αδιέξοδα, απώλειες και απόρριψη. Και ενοχές. Όσες φορές κι αν επιχειρεί να τους βάλει τάξη, να καταλάβει κι αυτός, τα αντικείμενα μες στο συρτάρι ανθίστανται. Έχουν αυτή την τάση. Είναι στη φύση τους.

Εγώ αυτό το συρτάρι δεν το πολυπειράζω, το φοβάμαι, για να ’μαι ειλικρινής. Κάποτε το ’ψαχνα με τρόμο, με λαχτάρα, ζητούσα απαντήσεις στο «γιατί» και στο «πώς έτσι». Tώρα βολεύομαι με τη γραφή.

H μνήμη όμως επιτίθεται. Κατά καιρούς. Όταν αυτή αποφασίζει και θέλει. Έτσι έγινε και με τους Συνενόχους. Ένα θραύσμα υπήρχε. Ξεχασμένο σαν από αιώνες πριν. Ζήτησε μερτικό. Επίμονα. Μπλέχτηκε με τη μυθοπλασία κι έγινε το βιβλίο.

Ένα βιβλίο με πέντε πρωταγωνιστές που έχουν να παλέψουν με τις ενοχές τους, επειδή αδιαφόρησαν, λιποψύχησαν, ολιγώρησαν, όταν το κακό συντελέστηκε μπροστά στα μάτια τους. Τις στρίμωξαν αυτές τις ενοχές μαζί με τις άλλες που είχαν μαζευτεί μέσα τους από τα μικρά τους χρόνια. Εύκολα την κοιμίζεις τη συνείδηση, για λίγο. Πόσο λίγο εξαρτάται από τον κάθε άνθρωπο. Οι ενοχές είναι ύπουλος αντίπαλος και ο μηχανισμός τους συντρίβει την ψυχή. Ό,τι ήταν οικείο και καθημερινό γίνεται απειλητικό.

Ο αναγνώστης νιώθει ότι κινείται σε τεντωμένη κλωστή. Όπως οι ήρωες του βιβλίου, που κάποια στιγμή σε κερδίζουν, κάποια άλλη σε απωθούν, και πολλές φορές μένεις αμήχανος και αναποφάσιστος. Kαι τότε αναρωτιέσαι, προσπαθείς να ζυγίσεις, να εξιχνιάσεις, να αναλύσεις. Όπως και στη ζωή. Που όλοι είμαστε κι αυτό, κι εκείνο και το ενδιάμεσό τους.

Επάλληλες οι επιμέρους ιστορίες των ηρώων συμπλέουν, διασταυρώνονται, αποκλίνουν μεταξύ τους, μπλέκονται όμως στα γρανάζια της μεγάλης Ιστορίας που ορίζει τη μοίρα τους.

Κοινός τόπος το παρελθόν τους, που είναι εκεί, αμετακίνητο και αδωροδόκητο, και τους κυνηγάει όλους. Και όταν αρχίζουν και έρχονται οι επιστολές, ανώνυμες και χωρίς λέξεις, μικρές ακουαρέλες που απεικονίζουν ηλιοτρόπια και αργότερα πρόσωπα χωρίς χαρακτηριστικά, πρόσωπα-κραυγές, αντιλαμβάνονται και οι πέντε ότι οι εφιάλτες που τους στοίχειωναν στα όνειρά τους παίρνουν σάρκα και οστά, αντιλαμβάνονται ότι ήρθε η ώρα να πληρώσουν· για την ολιγωρία τους τόσα χρόνια πριν, για όλα αυτά που τους έκαναν να αποτύχουν ως άνθρωποι, για τις ρωγμές και τις αναπηρίες τους, για έρωτες καταλυτικούς και έρωτες που διαψεύστηκαν, για μωρά-εμπόδια που θυσιάστηκαν στον βωμό των προσωπικών επιλογών, για πατέρες που προκαλούν φρίκη ή ντροπή, για μητέρες που τα όνειρα τις κάνουν γυναίκες στα μάτια των γιων τους, για ενδοοικογενειακή απόρριψη που οδηγεί σε εγκληματική ενέργεια, για φθόνο, πλεονεξία, ιδιοτέλεια, αναξιότητα.

Το θύμα έμεινε αδικαίωτο, όπως οι περισσότερες αδικίες που δεν τιμωρούνται, γιατί δεν εμπίπτουν στο γράμμα του νόμου.

Όταν η Φελίτσια, η έκτη πρωταγωνίστρια και πέτρα του σκανδάλου, από θύμα γίνεται θύτης και αποφασίζει να ασκήσει δικαιοσύνη, το ταξίδι για τους πέντε ενόχους-συνενόχους γίνεται απίστευτα οδυνηρό, γιατί αναγκάζονται να δουν τον εχθρό μέσα τους, που τους οδήγησε και στην προσωπική τους ζωή σε λάθος μονοπάτια.

Η αδικημένη, σαν Νέμεση, παίρνει την εκδίκησή της, λεηλατεί τις ψυχές αυτών που την κατέστρεψαν, βγάζοντας στο φως όλα τα μικρά και μεγάλα ανομήματά τους, θρυμματίζοντας τις βεβαιότητές τους, τους αφήνει να βουλιάξουν χωρίς να τους δείχνει ότι υπάρχει πουθενά αντίπερα όχθη.

Δοκίμασα τα όριά μου ως συγγραφέας σ’ αυτό το βιβλίο. Όσο μεγαλώνω, βλέπεις, αυτά μετατοπίζονται, αλλάζουν μορφή, χειραφετούνται. Τα άφησα λοιπόν να με οδηγήσουν. Αν δεν υπάκουα στο κάλεσμά τους, θα ξεθώριαζαν και θα ’ταν σαν φωτογραφίες που εκτέθηκαν σε υπερβολικό φως και χάθηκαν σιγά σιγά.

Αυτή την καταγραφή τουλάχιστον τη χρωστούσα στους έξι ήρωές μου.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πέντε επιβάτες στο κουπέ ενός τρένου σ’ ένα ταξίδι του χαμού. Και η έκτη επιβάτιδα, η πέτρα του σκανδάλου, το φιτίλι που βάζει φωτιά. Το ανοίκειο συντελείται εκεί μπροστά στα μάτια τους και θα τους σημαδέψει μια ολόκληρη ζωή.

«Το τελευταίο πράγμα που αποτύπωσαν τα μάτια μου σαν στιγμή απολιθωμένη, σαν πίνακας που δεν άλλαξε όλες τις δεκαετίες που πέρασαν, είναι τα πρόσωπά σας πίσω από το κλειστό τζάμι∙ απαθή, αμέτοχα, αδιάφορα. Ουρλιάζω και δεν ακούω τη φωνή μου. Ούτε κι εσείς. Αλλά εσείς βλέπετε. Κι εγώ βλέπω εσάς να παρακολουθείτε το ανόσιο δράμα που παίζεται πάνω στα στραπατσαρισμένα ηλιοτρόπια. Το σφραγίσατε το τζάμι, αγαπητοί μου τοτινοί συνταξιδιώτες. Το σφράγισε η αδιαφορία σας. »Από τότε ζείτε μ’ αυτή την εικόνα. Τη φέρνατε καμιά φορά στο μυαλό σας; Ή την απωθήσατε; Όμως το ασυνείδητο, κυρίες και κύριοι, δεν έχει χρόνους, ενεστώτα, παρατατικό, μέλλοντα. Έχει μόνο εικόνες. Και ενοχές. Που φυτρώνουν ξανά και ξανά, όσο κι αν τις ξεριζώνουμε. Κάθονται εκεί υπομονετικά και περιμένουν την ώρα τους…» 

Οι ζωές των έξι ηρώων χαρτογραφούνται από μοναξιά και έρωτες, από επαγγελματικά αδιέξοδα και οικογενειακά μυστικά. Με ρυθμό που όλο και επιταχύνεται, απογυμνώνονται και οδηγούνται στην τελική δραματική σύγκρουση, όπου το μαχαίρι χώνεται βαθιά κι ο καθένας θα πληρώσει για το μερτικό του στο φταίξιμο.

Ένα μυθιστόρημα που ταξιδεύει τον αναγνώστη σε εποχές ταραγμένες, από τις εκτοπίσεις των Εβραίων και το Άουσβιτς μέχρι τη θαμπή, κουρασμένη Ελλάδα του σήμερα.

Ένα κομμάτι ζωή… Αφιέρωμα στον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του λογοτεχνικού ρεύματος του μαγικού ρεαλισμού και ένας από τους μεγαλύτερους συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ενώ το 1982 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αυτός είναι ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες!

Μια σύντομη ιστορία…

  • Γεννήθηκε στην Αρακατάκα, πόλη της Κολομβίας, στις 6 Μαρτίου του 1927.
  • Ήταν το πρώτο παιδί από συνολικά 7 αγόρια και 4 κορίτσια του Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία και της Λουίσα Σαντιάγα Μάρκες Ιγουαράν.
  • Από τα δύο έως τα εννέα του χρόνια μεγάλωσε με τους παππούδες του, μιας και οι γονείς του -η έμπνευση του για το βιβλίο Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ- μετακόμισαν στην Μπαρανκίλα χωρίς αυτόν.
  • Τα χρόνια με τους παππούδες του ήταν τα πιο καθοριστικά, όχι μόνο για τη ζωή του, αλλά κυρίως για την λογοτεχνική του διαμόρφωση. Τα παραμύθια και οι ιστορίες που του αφηγούνταν η γιαγιά του για τους θρύλους και τις λαϊκές παραδόσεις της Κολομβίας, καθόρισαν τη φαντασία του και σμίλεψαν το προσωπικό του στυλ γραφής.
  • Αν και δεν ήταν ιδιαίτερα μελετηρός, κατάφερνε να είναι από τους πρώτους μαθητές στο κολλέγιο των Ιησουιτών «Σαν Χοσέ» της Μπαρανκίλια, όπου μάλιστα το 1942 του απονεμήθηκε και μετάλλιο αριστείου.
  • Το 1947 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου της Κολομβίας στην Μπογκοτά, όντας σίγουρος πως το μόνο που δεν ήθελε ήταν να γίνει δικηγόρος.
  • Πρωτοεμφανίστηκε ως συγγραφέας το 1947, όταν το διήγημά του «Η τρίτη παραίτηση» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα El Espectador, χαρίζοντάς του τον τίτλο του πολλά υποσχόμενου συγγραφέα. Συνέχισε με δημοσιεύσεις και άλλων διηγημάτων, ενώ το 1955 κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Ανεμοσκορπίσματα».
  • Το 1958 παντρεύτηκε την από χρόνια αγαπημένη του φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο. Η γνωριμία τους ξεκίνησε το 1943, όταν η Μερσέδες ήταν 13 ετών. Παντρεύτηκαν 15 χρόνια μετά, και απέκτησαν δύο γιούς. Πέρασαν όλα τα υπόλοιπα χρόνια μαζί αγαπημένοι, ενώ ο Μάρκες την ενσωμάτωσε στον λογοτεχνικό του κόσμο, αφού σε τρία βιβλία υπάρχει αυτούσια η μορφή της και τα συναισθήματά του γι’ αυτήν.
  • Τη δεκαετία ’60 μετακόμισε στην πόλη του Μεξικού, όπου εργάστηκε ως δημοσιογράφος, αρθρογράφος και σεναριογράφος.
  • Το 1965, αφού τακτοποίησε όλες τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη συγγραφή του αριστουργήματός του ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ. Επί ένα χρόνο δούλευε καθημερινά σχεδόν 8 ώρες, κλεισμένος στη σπηλιά της μαφίας, όπως ονόμαζε το γραφείο του.
  • Στις 30 Μαΐου του 1967 εκδόθηκε το μυθιστόρημά του ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ, αποκομίζοντας αμέσως τις θετικότερες κριτικές.
  • Η πρώτη έκδοση του βιβλίου ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ εξαντλήθηκε σε μια βδομάδα. Την επόμενη βδομάδα εξαντλήθηκε και η δεύτερη έκδοση, και ξεμένοντας από δημοσιογραφικό χαρτί, ο εκδοτικός οίκος έκανε την τρίτη έκδοση τον Σεπτέμβρη του 1967. Οι πωλήσεις του βιβλίου σήμερα έχουν ξεπεράσει τα 30 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.
  • Οι μεγαλύτερες λογοτεχνικές επιρροές του ήταν ο παππούς και η γιαγιά του, και το βιβλίο «Χίλιες και μια Νύχτες».
  • Όπως έλεγε ο ίδιος, το λογοτεχνικό του αριστούργημα ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ πήγασε από την εμμονή του να επιστρέψει στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς.
  • Το 1982 τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας «για τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, στα οποία το φανταστικό και το πραγματικό συνδυάζονται σε έναν πλούσιο κόσμο φαντασίας, αντανακλώντας τη ζωή και τις συγκρούσεις μιας ηπείρου».
  • Υπήρξε φίλος του Φιντέλ Κάστρο, ενώ για μεγάλο χρονικό διάστημα του είχε απαγορευτεί η είσοδος στις ΗΠΑ, λόγω της στήριξής του σε αριστερά καθεστώτα.
  • Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, στις 17 Απριλίου του 2014, χτυπημένος από τον καρκίνο.
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες παραλαμβάνει το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην τελετή της Σουηδικής Ακαδημίας το 1982.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΠΡΟΑΝΑΓΓΕΛΘΕΝΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Την ημέρα που θα τον σκότωναν, ο Σαντιάγο Νασάρ σηκώθηκε στις πεντέμισι το πρωί για να περιμένει το βαπόρι που θα έφερνε τον επίσκοπο.

Έτσι αρχίζει το Χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, το πιο «ρεαλιστικό» απ’ όλα τα μυθιστορήματα του Μάρκες, καθώς βασίζεται σ’ ένα αληθινό γεγονός που συνέβη στην Κολομβία.

Λίγες ώρες μετά τον γάμο του με την Άνχελα Βικάριο, ο Μπαγιάρδο Σαν Ρομάν στέλνει τη νύφη πίσω στους δικούς της γιατί τη βρήκε ατιμασμένη. Αφού τη βάζουν να ομολογήσει το όνομα του εραστή της, τα αδέρφια της κινούν να τον σκοτώσουν για να ξεπλύνουν την τιμή της οικογένειάς τους.

Αλλά γιατί, ενώ όλοι γνωρίζουν τι πάνε να κάνουν οι δυο αδερφοί, κανείς δεν τους εμποδίζει; Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ένας άντρας επιστρέφει στον τόπο του φονικού, προσπαθώντας να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Και, καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι της ιστορίας, φτάνει η στιγμή όπου θα πρέπει να κριθούν όχι οι δυο δολοφόνοι αλλά μια ολόκληρη κοινωνία…

«Η εξιχνίαση ενός παλιού φόνου μετατρέπεται σε μια παραισθητική εξερεύνηση, μια ψηλαφιστή πορεία στα σκοτεινά βάθη των ανθρώπινων προθέσεων, σε αναζήτηση μιας αλήθειας που ξεγλιστρά διαρκώς».The New York Times Book Review 

ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΝΑΞΙΑ

Πολλά χρόνια μετά, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον πήγε να δει τι είναι ο πάγος…

Μ’ αυτά τα λόγια ξεκινά ένα από τα γοητευτικότερα και πιο φημισμένα μυθιστορήματα του 20ού αιώνα. Ένα έργο που «από στόμα σε στόμα», όπως άρεσε στον συγγραφέα του να λέει, διαβάστηκε από εκατομμύρια αναγνώστες σε όλες τις γλώσσες του κόσμου και συντέλεσε καθοριστικά στη βράβευση του Μάρκες με το Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Η ιστορία μιας πόλης, του Μακόντο, και μιας οικογένειας, των Μπουενδία -και μέσα από τα πάθη, τα όνειρα, τις τραγωδίες, τις προδοσίες, τις ανακαλύψεις, τα θαύματα, τα μυστήρια και τις διαψεύσεις τους, η ιστορία μιας χώρας, μιας ηπείρου και ολόκληρου του κόσμου.

«Ο Δον Κιχώτης του καιρού μας».  Πάμπλο Νερούδα

 

«Το πρώτο λογοτεχνικό έργο μετά τη Γένεση που πρέπει να διαβαστεί από όλο το ανθρώπινο γένος». The New York Times Book Review 

Το συγκλονιστικό αποχαιρετιστήριο κείμενο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, που έγραψε όταν έμαθε από τους γιατρούς πως πρέπει να παλέψει σκληρά με τον θάνατο

Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ. Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι’ αυτό που αξίζουν, αλλά γι’ αυτό που σημαίνουν. Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως. Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόνταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!

Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου. Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος. Θα ζωγράφιζα μ’ ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ’ αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους…

Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή… Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.

Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους… Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα. Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ’ αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.

Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ’ αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ’ έβλεπα να βγαίνεις απ’ την πόρτα, θα σ’ αγκάλιαζα και θα σού ‘δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ’ έβλεπα, θα έλεγα «σ’ αγαπώ» και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μας δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα ΄θελα να σου πω πόσο σ’ αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.

Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι’ αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν’ το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις «συγνώμη», «συγχώρεσέ με», «σε παρακαλώ», «ευχαριστώ» κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις. Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ’ τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα.

Ένα οδοιπορικό στη Μακεδονία από τον Θοδωρή Παπαθεοδώρου

Από τη μέρα που αντίκρισα το φως του κόσμου, δυο λογιών ιστορίες άκουγα να κουβεντιάζουν συχνότερα οι γεροντότεροι στον γενέθλιο τόπο μου. Με άχθος συνήθως και με την ευχή να μη ζήσουν τέτοιο κακό τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Δεν ήταν ιστορίες χαράς, μήτε φεγγερές, μήτε ευκολοχώνευτες. Σκοτεινές ήταν, πλεγμένες σε υφάδι δύσκολο, σκληρό, επικίνδυνο. Κάποιες στους τραγικούς καιρούς του Εμφυλίου αναφέρονταν κι άλλες σε διωγμούς και ξεριζωμούς, στους καιρούς των κομιτάτων και των σλαβικών μαχαιριών

Έχοντας εδώ κι οχτώ χρόνια ολοκληρώσει την Τετραλογία του Εμφυλίου με έρευνα, μόχθο, ελπίζω κι ευαισθησία, κι έχοντας αρκετά ξεφύγει από τα συγγραφικά δεσμά εκείνης της οδυνηρής περιόδου και από το συναισθηματικό δέσιμο με την Αριάδνη, τη Μέλπω και την Αγγέλα, τις μυθιστορηματικές ηρωίδες μου, θέλησα τώρα να καταπιαστώ με τα πρώτα χρόνια του περασμένου αιώνα, τότε που η αλύτρωτη, βόρεια πατρίδα μου βίωνε διπλή σκλαβιά. Με τον Μακεδονικό Αγώνα αποφάσισα να ξεκινήσω τούτο το μακρύ ταξίδι, έναν αγώνα ανορθόδοξο, ύπουλο κι αμείλικτο. Έναν αγώνα, δυστυχώς, άγνωστο στους περισσότερους.

Μήτε πάνοπλους στρατούς είχε εκείνος ο αγώνας, μήτε δοξασμένους στρατηγούς· εθελοντές μονάχα που άφησαν τη βολή τους στην πρωτεύουσα, τα αξιώματα και τις απολαύσεις τους και βάδισαν τον δύσβατο, μα τιμητικό δρόμο της ανιδιοτελούς, εθνικής προσφοράς. Αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του στρατού μας, Κρήτες, Μοραΐτες και Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, απλούς αγωνιστές, δασκάλους και δασκάλες από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Αμέτρητοι οι Μακεδόνες και οι Θράκες που δε βαστούσαν άλλο την τουρκική σκλαβιά κι έβλεπαν με πόνο κι οδύνη πως σύντομα θα την αντικαθιστούσε η βουλγαρική αν δεν έπαιρναν τον αγώνα στα χέρια τους. Άντρες άφησαν το αλέτρι και ζώστηκαν τ’ άρματα, γυναίκες μεταμορφώθηκαν σε Εστιάδες κι αμαζόνες συνάμα, όλοι κι όλες με αφάνταστη τόλμη και ανιδιοτελή αφοσίωση στην πίστη, την παιδεία και την ελευθερία.

Πάσχισα έπειτα από έρευνα μεγάλη σε βιβλία, σε έγγραφα, σε απομνημονεύματα, μα και σε προφορικές μαρτυρίες απογόνων, να αποδώσω μυθιστορηματικά το ηρωικό έπος αυτών των απλών, καθημερινών ανθρώπων. Για την πατρίδα να μιλήσω και για το γένος μας το ελληνικό, ειδικά τούτες τις εποχές που η αρνησιπατρία έγινε μόδα και η φιλοπατρία καθυβρίζεται. Τούτες τις εποχές που η καταδυνάστευση της επονομαζόμενης «πολιτικής ορθότητας» αποσύρει απ’ τα σχολειά μας κάθε αναφορά στους ήρωές μας και στις θυσίες τους.

Κάποιοι ίσως με χαρακτηρίσουν πατριδολάτρη, κάποιοι σοβινιστή. Δε με αγγίζουν τέτοιες μομφές και επικρίσεις. Όσο κοινότοπο ή παλιομοδίτικο κι αν ακούγεται, αγαπώ απλώς την πατρίδα μου και, σε πείσμα των καιρών, περηφάνια νιώθω γι’ αυτήν και βαθύ σεβασμό για τη λαμπρή Ιστορία της. Γιατί τούτα τα σύνορα, όπου δεκάδες χιλιάδες πρόγονοί μας έχυσαν το αίμα τους για να τα υπερασπιστούν, τούτο το κομμάτι γης που ονομάζουμε πατρίδα δεν είναι μια λέξη χωρίς ουσία, δεν είναι κούφιος λόγος. Αν αμφιβάλλετε, ρωτήστε έναν άνθρωπο που δεν έχει.

Η πατρίδα είναι η σκέπη του καθενός και όλων μας, είναι το χώμα που πατάμε, το χώμα που φυλάγει τους αγαπημένους μας, είναι η ελευθερία, η περηφάνια, η αυτοτέλεια και η αξιοπρέπειά μας. Αυτά κι ακόμη περισσότερα είναι για εμένα η πατρίδα.

Ελπίζω και για εσάς…

Λίγα λόγια για το βιβλίο ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

Αν κάτι έχω μάθει όλα αυτά τα χρόνια που αξιώθηκα να ζήσω, είναι πως η ελευθερία και η αγάπη είναι αξεχώριστες. Γέννες της ίδιας σποράς, καρποί των αδείλιαστων ψυχών. Δεν αρκεί να επιθυμείς, δεν αρκεί να περιμένεις. Πρέπει να τολμήσεις, ν’ αγωνιστείς για όσα αξίζουν στη ζωή. Για να έχει νόημα. Για να μην ξοδευτεί άδικα. Εγώ ανήκω σε μια τέτοια γενιά. Στη γενιά που δε φοβήθηκε τη θυσία… 

Γυναίκες της μικρής πατρίδας… Μακεδόνισσες. Ελληνίδες. Στη χαραυγή του εικοστού αιώνα, άγριος κι αδυσώπητος ξεσπάει ο αγώνας στη σκλάβα Μακεδονία. Η γη ματώνει, ο ελληνισμός ψυχορραγεί. Τούρκοι, Βούλγαροι, κομιτάτα, τσέτες, πυρπολήσεις, εκτελέσεις, αμέτρητες θυσίες.

Γυναίκες της μικρής πατρίδας… Σαν την Αρετή. Σαν τη Φωτεινή. Ζυμώθηκαν με τον κίνδυνο, πάλεψαν για το γένος, την πίστη, τη λευτεριά. Θέριεψαν οι ψυχές τους κι έκλαψαν συνάμα. Για τους φίλους που έπεσαν, τα μαρτύρια που άντεξαν, τα μυστικά που βάσταξαν. Για το λατρεμένο παιδί που έχασε τόσο άδικα η μία. Για τον άντρα που αγάπησε παράφορα και σκότωσε με τα ίδια της τα χέρια η άλλη. Μπορεί να τις κυνήγησαν, μπορεί να τις βασάνισαν. Δεν τις δάμασαν όμως ποτέ. Αυτές. Τις γυναίκες της μικρής πατρίδας μας…