Monthly Archives: September 2017

Διαβάστε τώρα τις πρώτες σελίδες από το βιβλίο ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΔΙΨΟΥΣΕ ΓΙΑ ΕΚΔΙΚΗΣΗ

to-koritsi-pou-dipsouse-gia-ekdikisi

Το κορίτσι με το τατουάζ επιστρέφει!
Διαβάστε πρώτοι τη συνέχεια της θρυλικής σειράς MILLENNIUM του Στιγκ Λάρσον με 89 εκατομμύρια αντίτυπα διεθνώς.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ο ΧΟΛΓΚΕΡ ΠΑΛΜΓΚΡΕΝ, που κάθεται στην αναπηρική καρέκλα του στην αίθουσα επισκέψεων, λέει:
«Αυτό το τατουάζ με τον δράκο, πάντα ήθελα να σε ρωτήσω, γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα;»
«Ήταν κάτι που είχε να κάνει με τη μαμά μου».
«Με την Αγκνέτα;»
«Ήμουν μικρή, ίσως έξι χρόνων. Έφυγα τρέχο- ντας από το σπίτι».
«Νομίζω πως θυμάμαι τώρα. Ήταν κάποια γυναίκα που είχε έρθει για επίσκεψη. Έτσι δεν είναι; Και είχε κάποιο σημάδι».
«Φαινόταν σαν να είχε καεί στον λαιμό».
«Σαν να την είχε κάψει κάποιος δράκος;»

buy_btn_green

ΜΕΡΟΣ 1
Ο ΔΡΑΚΟΣ
12-20 ΙΟΥΝΙΟΥ

Ο Στεν Στούρε ο πρεσβύτερος ανήγειρε άγαλμα το 1489 για να τιμήσει τη νίκη του επί του Δανού βασιλιά στη μάχη του Μπρούνκεμπεργ.

Στο άγαλμα –που βρίσκεται στον Καθεδρικό Ναό της Στοκχόλμης– ο ιππότης Άγιος Γεώργιος είναι καθισμένος επάνω σ’ ένα άλογο και υψώνει το σπαθί του.
Ένας δράκος που πεθαίνει κείτεται από κάτω του. Δίπλα του στέκεται μια γυναίκα με ενδυμασία Βουργουνδίας.

Η γυναίκα παριστάνει μια παρθένα που σώζει ο ιππότης στο δράμα της και θεωρείται ότι πρότυπο αποτέλεσε η σύζυγος του Στεν Στούρε του πρεσβύτερου,
Ίνιεμποργ Οκεσντότερ. Η παρθένα δείχνει ασυνήθιστα ασυγκίνητη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
12 ΙΟΥΝΙΟΥ

Η Λίσμπετ Σαλάντερ επέστρεφε από το γυμναστήριο και τα ντους, όταν τη σταμάτησε στον διάδρομο ο αρχιφύλακας Άλβαρ Ούλσεν. Ο αρχιφύλακας φλυαρούσε για κάτι. Μπορεί ο τύπος να ήταν και λίγο εκνευρισμένος. Χειρονομούσε ανεμίζοντας δεξιά και αριστερά μερικά χαρτιά, αλλά η Λίσμπετ δεν άκουγε λέξη από αυτά που της έλεγε. Ή ώρα ήταν 19.30.

19.30, η χειρότερη ώρα στις φυλακές Φλουντμπέργια. Ακριβώς τότε το εμπορικό τρένο περνούσε με θόρυβο απ’ έξω, οι τοίχοι πάλλονταν, τα κλειδιά κροτάλιζαν, και μύριζε ιδρώτας και αρώματα. Καμία άλλη ώρα του εικοσιτετράωρου η φυλακή δεν ήταν τόσο επικίνδυνο μέρος όσο στις 19.30. Ήταν τότε που διαπράττονταν οι χειρότερες κακοποιήσεις, τις οποίες κάλυπτε ο εκκωφαντικός θόρυβος του τρένου και η γενική αναστάτωση που επικρατούσε προτού κλείσουν οι πόρτες των κελιών. Η Λίσμπετ Σαλάντερ άφηνε πάντα το βλέμμα της να πλανηθεί εμπρός πίσω στο τμήμα αυτή την ώρα, και σίγουρα δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ακριβώς εκείνη τη στιγμή είδε τη Φάρια Κάζι.

Η Φάρια Κάζι από το Μπανγκλαντές ήταν νέα και όμορφη και καθόταν στο κελί της, ακριβώς στα αριστερά τους. Αν και η Λίσμπετ, από τη θέση όπου στεκόταν, δεν έβλεπε κάτι περισσότερο  από το πρόσωπο της Φάρια, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι τη χαστούκιζαν. Το κεφάλι της τιναζόταν δεξιά και αριστερά, και παρόλο που τα χτυπήματα δεν ήταν υπερβολικά δυνατά, υπήρχε κάτι το έμπειρο και τελετουργικό ως προς αυτά. Ό,τι και να συνέβαινε, είχε διαρκέσει αρκετή ώρα. Ήταν εμφανές και από την ταπείνωση και από την αντίδραση. Ήταν  αισθητό ήδη από απόσταση πως μια βαθιά ριζωμένη καταπίεση είχε σπάσει οποιαδήποτε θέληση αντίστασης.

Κανένα χέρι δεν προσπαθούσε να σταματήσει τα χαστούκια, και στο βλέμμα της δε διακρινόταν καμία έκπληξη, παρά μόνο ένας σιωπηλός αδιάκοπος τρόμος. Η Φάρια Κάζι ζούσε υπό καθεστώς τρομοκρατίας. Η Λίσμπετ το αντιλήφθηκε κοιτάζοντας απλώς το πρόσωπό της, κι αυτό συμφωνούσε με ό,τι η ίδια είχε παρατηρήσει και είχε δει το χρονικό διάστημα που βρισκόταν στη φυλακή.

«Εκεί», είπε κι έδειξε  με το χέρι της προς το κελί της Φάρια.

Αλλά όταν ο Άλβαρ Ούλσεν στράφηκε προς το σημείο, η χειροδικία είχε πάρει τέλος, και τότε η Λίσμπετ έφυγε από κει, πήγε στο κελί της κι έκλεισε την πόρτα. Απ’ έξω ακούγονταν φωνές και σιγανά γέλια, μαζί και το εμπορικό τρένο, που δεν έλεγε να σταματήσει να κάνει θόρυβο και να ταρακουνάει τον κόσμο.
Μπροστά της υπήρχε ο λευκός νιπτήρας και το στενό κρεβάτι, η βιβλιοθήκη και το γραφείο με τις σημειώσεις της για την Κβαντική Μηχανική. Θα συνέχιζε τους
υπολογισμούς, τις προσπάθειές της να βρει ένα σημείο τομής μεταξύ της Κβαντικής Θεωρίας Πεδίου και της Κβαντικής Βαρύτητας Βρόχων;* Κοίταξε προς τα κάτω το χέρι της. Κρατούσε κάτι.

Κρατούσε το ίδια χαρτιά που πριν από λίγο ανέμιζε μπροστά της ο Άλβαρ, και παρόλο που αδιαφορούσε, τους έριξε μια ματιά από περιέργεια. Αλλά επρόκειτο
για σαχλαμάρες, για ένα τεστ νοημοσύνης με δύο λεκέδες από καφέ στο πάνω μέρος της εισαγωγικής σελίδας.

Απεχθανόταν να τη ζυγίζουν και να τη μετρούν και άφησε τα χαρτιά να πέσουν από το χέρι της και να γίνουν σαν κάποιου είδους βεντάλια στο πάτωμα του κελιού. Προς στιγμήν σβήστηκε από τη σκέψη της, αλλά μετά συλλογίστηκε πάλι τη Φάρια Κάζι. Η Λίσμπετ δεν είχε δει ποιος τη χτυπούσε. Παρ’ όλα αυτά, ήξερε
ακριβώς. Όταν πρωτοήρθε, αδιαφόρησε πλήρως για το κλίμα που επικρατούσε εδώ μέσα, αλλά αναγκάστηκε, παρά τη θέλησή της, να ενσωματωθεί στη ζωή της
φυλακής και βήμα βήμα είχε αποκρυπτογραφήσει τα ορατά και αόρατα σημάδια και είχε καταλάβει ποιος πραγματικά έκανε κουμάντο στο τμήμα.

Το τμήμα λεγόταν Β ή πτέρυγα ασφαλείας. Θεωρούνταν ως το ασφαλέστερο μέρος της φυλακής, κάτι που επιβεβαιωνόταν σε όποιον ερχόταν για επίσκεψη ή έκανε κάποιον σύντομο έλεγχο. Πουθενά αλλού στο σωφρονιστικό κατάστημα δεν υπήρχαν τόσο πολλοί φύλακες και έλεγχοι και προγράμματα αποκατάστασης των κρατουμένων. Αλλά αν κάποιος κοιτούσε λίγο πιο προσεκτικά, καταλάβαινε πως υπήρχε κάτι σάπιο εδώ μέσα. Οι φύλακες το έπαιζαν ζόρικοι και αυστηροί, αλλά και συμπονετικοί ακόμα. Στην ουσία, όμως, ήταν αδύναμοι, γλάστρες, είχαν χάσει τον έλεγχο και είχαν αφήσει την εξουσία στον εχθρό, στη μαφιόζα Μπενίτο Άντερσον και στη συμμορία της.

Η Μπενίτο κρατούσε, βέβαια, χαμηλό προφίλ στη διάρκεια της μέρας και συμπεριφερόταν σαν ιδανική κρατούμενη. Αλλά μετά το δείπνο που έτρωγαν νωρίς το βράδυ, όταν οι κρατούμενες μπορούσαν να ασκηθούν στο γυμναστήριο ή να συναντήσουν τους συγγενείς τους, εκείνη αναλάμβανε τα ηνία στο τμήμα, και καμία ώρα του εικοσιτετράωρου δεν ήταν τόσο μεγάλη η τρομοκρατία της όσο την ώρα προτού κλειδωθούν οι πόρτες των κελιών για τη νύχτα. Οι κρατούμενες περιφέρονταν στα κελιά και ψιθύριζαν απειλές και υποσχέσεις, και στη μια μεριά βρισκόταν η συμμορία της
Μπενίτο και στην άλλη τα θύματά τους.

Ήταν, φυσικά, μεγάλο σκάνδαλο που η Λίσμπετ Σαλάντερ βρισκόταν εδώ στη φυλακή. Αλλά οι περιστάσεις δεν ήταν με το μέρος της, ενώ, ειλικρινά, εκείνη δεν είχε καταβάλει και μεγάλη προσπάθεια προκειμένου να εναντιωθεί. Θεωρούσε την όλη ιστορία περισσότερο σαν μια γελοία παρένθεση και πίστευε ότι μπορούσε κάλλιστα να καθίσει στη φυλακή όπως και οπουδήποτε αλλού.

Είχε καταδικαστεί σε φυλάκιση δύο μηνών για παράνομη κατακράτηση, αποκλίνουσα συμπεριφορά και εγκληματική αμέλεια που έθετε σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια για τη συμμετοχή της στα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν τον θάνατο του καθηγητή Φρανς Μπάλντερ, όπου εκείνη, με δική της ευθύνη, έκρυψε ένα οχτάχρονο αυτιστικό αγόρι και αρνήθηκε να συνεργαστεί με την αστυνομία, επειδή, και δικαίως, θεωρούσε πως υπήρχε διαρροή από αυτούς που διενεργούσαν την έρευνα. Κανένας, βέβαια, δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι είχε συμβάλει αποτελεσματικά και είχε σώσει τη ζωή του παιδιού. Παρ’ όλα αυτά, ο εισαγγελέας Ρίκαρντ Έκστρεμ είχε διεξαγάγει την ακροαματική διαδικασία με μεγάλο πάθος, και το δικαστήριο ακολούθησε τη γραμμή του, παρόλο που ένας εκ των ενόρκων είχε διαφορετική άποψη και η δικηγόρος της Λίσμπετ, Άνικα Γιανίνι, έκανε εξαιρετική δουλειά.

Επειδή, όμως, η Άνικα δεν είχε καμία βοήθεια από τη Λίσμπετ, οι προσπάθειές της απέβησαν άκαρπες.

Διαβάστε τώρα τις πρώτες σελίδες του πολυαναμενόμενου ORIGIN του DAN BROWN πριν την παγκόσμια κυκλοφορία!

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 27 September 2017
  • Tagged

Οφείλουμε να είμαστε πρόθυμοι να απαρνηθούμε τη ζωή που έχουμε σχεδιάσει,

ούτως ώστε να ζήσουμε τη ζωή που μας περιμένει.

—ΤΖΟΖΕΦ ΚΑΜΠΕΛ

 

ΓΕΓΟΝΟΣ:

Όλα τα έργα τέχνης, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία, οι τοποθεσίες, οι επιστημονικές αναφορές και οι θρησκευτικοί οργανισμοί σε αυτό το μυθιστόρημα είναι πραγματικοί.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Καθώς ο παμπάλαιος οδοντωτός σιδηρόδρομος ανηφόριζε βασανιστικά αργά την ιλιγγιώδη πλαγιά, ο Έντμοντ Κιρς παρατηρούσε την ακανόνιστη βουνοκορφή που υψωνόταν από πάνω του. Στο βάθος, πάνω στα απόκρημνα βράχια, το θεόρατο πέτρινο μοναστήρι έμοιαζε να κρέμεται στο κενό, λες και κάποια μαγική δύναμη το συγκρατούσε πάνω στο βάραθρο.

Το συγκεκριμένο, διαχρονικό ιερό, στην Καταλονία, μετρούσε περισσότερους από τέσσερις αιώνες αντίστασης στην ατέρμονη έλξη της βαρύτητας, χωρίς να ξεφεύγει στιγμή από τον αρχικό σκοπό του: την απομόνωση των ενοίκων του από τον σύγχρονο κόσμο.

ogkos_vivliou_3a_ORIGIN

buy_btn_green

Η ειρωνεία είναι πως αυτοί θα μάθουν τελικά πρώτοι την αλήθεια, αναλογίστηκε ο Κιρς, καθώς επιχειρούσε να φανταστεί την αντίδρασή τους. Ιστορικά, οι πλέον επικίνδυνοι άνθρωποι σε αυτό τον πλανήτη ήταν άνθρωποι του Θεού… ιδίως στις περιπτώσεις που οι θεοί τους απειλούνταν. Κι εγώ, ετοιμάζομαι να μπουμπουνίσω μια σφηκοφωλιά.

Continue reading…

Μια μέρα στο μουσείο, μπορεί να έχει περιπέτεια, χιούμορ, αλλά και γνώσεις!

mia-mera-sto-mouseio

Ο λόγος που ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο είναι ένας και βασικός. Οι απεριόριστες δυνατότητες που υπάρχουν στις προσχολικές ηλικίες. Η μουσειακή παιδεία δεν είναι μία έννοια που αφορά τις μεγαλύτερες ηλικίες και μόνο. Ο χώρος του μουσείου δεν είναι ακαταλαβίστικος και βαρετός για ένα παιδί. Μπορεί όχι μόνο να μάθει, αλλά κυρίως να ευχαριστηθεί και να παίξει! Ναι! να παίξει, γιατί το παιχνίδι έχει πολλές εκφάνσεις και είναι και ο καλύτερος παιδαγωγικά τρόπος για να κατανοηθούν έννοιες αφηρημένες στην γνωστική αντίληψη του μικρού παιδιού, όπως Αρχαιολογία, εκθέματα, μουσειοπαιδαγωγός κ.α..

Μια μέρα στο μουσείο μπορεί να γίνει ένα ταξίδι στο χρόνο που να κάνει τα παιδιά να θέλουν να γνωρίσουν τους μουσειακούς θησαυρούς της χώρας μας, οι οποίοι τυγχάνει να είναι και πολλοί και διαφορετικοί!

Μια μέρα στο μουσείο μπορεί να γίνει έμπνευση, έναυσμα να φτιάξουν και οι ίδιοι οι μικροί αυτοί θησαυροί, τους δικούς τους αντίστοιχα! Όπως ο ήρωας του βιβλίου, ο μικρός Φειδίας, έφτιαξε τον δικό του αμφορέα! Άλλωστε δεν υπάρχουν ωραιότερα παιχνίδια, από αυτά που δημιουργούν τα ίδια τα παιδιά.

Μια μέρα στο μουσείο, μπορεί να έχει περιπέτεια, χιούμορ, αλλά και γνώσεις που δεν προέρχονται από κάποια καταναγκαστική μάθηση, αλλά από ένα βιωματικό παιχνίδι!

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ λοιπόν και πολλές πολλές επόμενες!

Λίγα λόγια για το βιβλίο

O μικρός Φειδίας πάει στο μουσείο! Όμως τι μπορεί να δει σε ένα τέτοιο μέρος και τι ακριβώς θα κάνει; Δεν έχει ξαναπάει ποτέ! Θα είναι βαρετά ή μήπως τον περιμένουν εκεί η καλή νεράιδα Αρχαιολογία, οι εννιά Μούσες και οι πολύτιμοι θησαυροί για να του χαρίσουν απρόβλεπτες εκπλήξεις;

buy_btn_green

Η Βανέσα Αδαμοπούλου μας μιλάει για το νέο της βιβλίο ΑΠΟ ΖΑΧΑΡΗ ΚΙ ΑΛΑΤΙ

ZAXARI-ALATI

Τι είναι η έμπνευση και με ποιον τρόπο φωλιάζει στο μυαλό ενός δημιουργού; Δεν ξέρω να πω με ακρίβεια, θα σας εκμυστηρευτώ όμως ότι σχεδόν ποτέ η έμπνευση δε σε απαντά σε στιγμές ιδανικές – βολεμένο σε μια αφράτη καρέκλα, παρέα με μια κούπα αχνιστό καφέ στο χέρι σου.

Στην περίπτωσή μου, το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας του Από ζάχαρη κι αλάτι έσκασε στο μυαλό μου, με τη μορφή απανωτών πυροτεχνημάτων, πάνω από ένα ταπεινό πιάτο φακές που κατάπινα λαίμαργα, στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας. Το ίδιο εκείνο βράδυ έγραψα τις πρώτες σελίδες μιας φανταστικής ιστορίας, που θα με συντρόφευε και θα με παίδευε, ορισμένες φορές, για έναν ολόκληρο χρόνο.

Ο Αντρέας, ο ήρωας του βιβλίου μου, αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την πολυτάραχη ζωή του κι «όλα όσα άγγιξε με τα δάχτυλά του». Αναμετρήθηκε μαζί μου με φανερό πάθος και σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά του.

Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο μπορεί να γίνει εφιάλτης, αν ο ήρωας του βιβλίου σου παραμένει αφανής ή άφαντος, κι αυτή ακριβώς η πρόκληση είναι που με γοήτευσε εξαρχής. Ευτυχώς, ο Αντρέας με νίκησε κατά κράτος, κρατώντας γερά τα ηνία σε ολόκληρη την αφήγηση της μυθοπλασίας.

Μίλησε μέσα από εμένα, ως οχτάχρονο αγόρι που βιώνει, μαζί με τις εξάρσεις της παιδικής του ηλικίας, μια πρωτοφανή ανατροπή τής, μέχρι τότε γνώριμης, καθημερινότητάς του: πόλεμος και Κατοχή. Πώς φαίνεται, στ’ αλήθεια, ένας πόλεμος και μια μακρά περίοδος Κατοχής μέσα απ’ τα μάτια ενός παιδιού; Πώς εκλαμβάνει ένα μικρό αγόρι τη σκληρή πραγματικότητα και πώς τη φιλτράρει η άγουρη ψυχοσύνθεσή του; Πώς φαντάζουν στα μάτια του οι στρατιώτες του αλβανικού μετώπου και η πραγματικότητα ενός παντοδύναμου Χίτλερ; Πώς πορεύονται όλα αυτά χέρι χέρι με την ασυγκράτητη επιθυμία του για ζωή και τα πρώτα δειλά σκιρτήματα της νιότης; Πώς ορθώνεται η επιτακτική ανάγκη για επιβίωση και γνώση του ανεξερεύνητου, ακόμα, κόσμου, μπρος στα χαλάσματα μιας ολόκληρης εποχής;

Θα μιλήσει στη συνέχεια ως έφηβος μιας μεταπολεμικής πραγματικότητας, που ζει καθημερινά στον εφιάλτη της εμφύλιας διαμάχης, χωρίς αυτό να του στερεί την αυτοτροφοδοτούμενη επιθυμία να μεγαλώσει, να ονειρευτεί, να ερωτευτεί, να ζήσει.

Θα τον ακολουθήσω διακριτικά στην ενηλικίωσή του, θα με κάνει περήφανη, θα με πονέσει, θα με συγκινήσει. Θα τον ακολουθώ μέχρι εκεί που θέλει εκείνος να μιλήσει, μέχρι εκεί που αντέχει η πληγή του το κοφτερό μαχαίρι, που κουβαλάει μέσα του.

Θα τον συντροφεύσω ως τα γεράματά του. Θα μου διηγηθεί τη μεγάλη πορεία της ζωής του συμπυκνωμένη, επιγραμματικά, με τίτλους και τελείες, θα σταθεί σε εκείνα μόνο που θέλει ο ίδιος και εγώ δε θα τον εμποδίσω.

Μεγάλο το ταξίδι του και συναρπαστικό! Τον ευχαριστώ για αυτή την όμορφη και αποκαλυπτική διαδρομή. Ξέρω πως ξέρει πως τον ένιωσα, τον αφουγκράστηκα, τον αγάπησα βαθιά.

Και θέλω, κλείνοντας, να γνωρίζει και πόσο απεριόριστα τον θαύμασα, γιατί παρ’ όλα τα δύσκολα και τα αναπάντεχα που ήρθαν να τον συναντήσουν, εκείνος δεν έχασε στιγμή την αλύπητη επιθυμία του για ζωή, έρωτα και πάθη!

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Ένας διακεκριμένος επιστήμονας εξομολογείται. Ξετυλίγει θαρρετά τον μίτο της ύπαρξής του με ιδιαίτερο ζήλο και νοσταλγία, αγκαλιάζει όλα εκείνα που τον έθρεψαν και τον στοίχειωσαν, εκείνα που αγάπησε κι άγγιξε με τα δάχτυλά του. Αναμετριέται με θεριά και δαίμονες, δίνει φωνή σε όσους έφυγαν, για να στήσει από την αρχή τους σταθμούς της πολυτάραχης ζωής του.

Από την Ήπειρο του 1940, παραμονές της επίθεσης των Ιταλών του Μουσολίνι, στην Απελευθέρωση και στον Εμφύλιο, και σχεδόν ως την Ελλάδα τού σήμερα, με ενδιάμεσους σταθμούς σε Αθήνα, Ρώμη, Χαϊδελβέργη, η ζωή του Αντρέα, καθηγητή φιλοσοφίας, κυλά σαν το τρεχούμενο νερό, μέχρι τη μέρα που θα αλλάξει για πάντα το παρόν, το μέλλον και το παρελθόν του.

Ένας απολογισμός δίχως τεφτέρια, μια βαλίτσα θύμησες χωρίς παραλήπτη και μια ζυγαριά που αψηφά κέρδη και χασούρες, έτσι όπως το έλεγε απλά, αλλά καθόλου αφιλοσόφητα, η γιαγιά Βένη: «Ζάχαρη κι αλάτι, παιδί μου, η ζωή του καθενού. Ποιου λίγο, ποιου πολύ, τι σημασία έχει; Ζάχαρη κι αλάτι η ζωή!»

buy_btn_green

Ο Λόρενς του Αμβούργου

symbiosi
Αναδημοσίευση από amagi.gr

«You can listen to a nice, young, affable German fellow and he’ll be saying things like “Vell, ja, dis is a critical time for Germany now, economically we are good, but ve have been better. Ve are investing a lot in ze arts and emerging globally” and you’ll be there listening, thinking “Mmm, yeah, mmm… Hitler…  mm, yeah, Hitler, Hitler, Hitler”». — Dylan Moran, “Like, Totally” (2006).

Αμβούργο, Σεπτέμβριος 1946. Η Stunde Null, η Ώρα Μηδέν, έχει σημάνει για τη Γερμανία. Οι Σύμμαχοι έχουν νικήσει στον πόλεμο, έχουν εισβάλει στη χώρα και τη μοιράζονται για να την ανοικοδομήσουν μόλις ισοπεδώσουν ό,τι σώθηκε από τους βομβαρδισμούς . Στον τομέα των Άγγλων, ο Συνταγματάρχης Λιούις Μόργκαν συμμετέχει σε αυτή την «ανοικοδόμηση». Το αρχοντικό του Χερ Λούμπερτ, επιτυχημένου αρχιτέκτονα πριν τον πόλεμο αλλά εργάτη εργοστασίου προς το παρόν, επιτάσσεται ανάμεσα στα άλλα σπίτια που έμειναν όρθια στα περίχωρα των μεγάλων πόλεων, ώστε να ζήσει η οικογένεια Μόργκαν έως ότου ολοκληρωθεί το έργο των Συμμάχων. Η σύζυγος του Λιούις, Ρέιτσελ, και ο εντεκάχρονος γιος τους Έντμουντ ταξιδεύουν στη Γερμανία με το πλοίο και το νοικοκυριό που τους παραχωρήθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, οικοσκευή αντάξια του βαθμού του συζύγου. Ο μεγαλύτερος γιος σκοτώθηκε στα δεκατέσσερά του από «αδέσποτη» βόμβα που ξεφορτώθηκε γερμανικό μαχητικό αεροσκάφος καθώς επέστρεφε στη βάση.

Οι σύζυγοι των αξιωματούχων εγκαθίστανται στο ξένο κράτος σαν το κομμάτι που έλειπε για την αποκατάσταση της τάξης· ο σκοπός τους είναι η αναπλήρωση του χαμένου χρόνου, η αναπτέρωση του ηθικού των συζύγων τους, η παρουσία της οικοδέσποινας στα μεγαλοπρεπή σπίτια. Κάποιες μπαίνουν εύκολα σε αυτά τα κουτάκια: ψώνια, κουτσομπολιό, επισκέψεις και δείπνα — η Ρέιτσελ δεν τα καταφέρνει γιατί αιωρείται συναισθηματικά ανάμεσα στην προσπάθεια εξοικείωσης και στις ανάγκες της, στον ρόλο της συζύγου, της «λειψής» μητέρας και της γυναίκας. Ούτε οι αξιωματικοί, όμως, μοιάζουν εξοικειωμένοι με τη συμβίωση. Ο χρόνος μακριά από την πατρίδα και η τριβή με τη νοοτροπία του πολέμου προκάλεσαν απρόβλεπτα επακόλουθα· άλλοι απατούν τις συζύγους τους με τις γραμματείς και τις διερμηνείς των υπηρεσιών, άλλοι καταφεύγουν στο αλκοόλ ντροπιάζοντας οικογένεια και περίγυρο. Ο κλήρος πέφτει στις γυναίκες, αυτονόητα, να υπομείνουν, να καλύψουν, να δικαιολογήσουν.

Ο Λιούις, εντυπωσιασμένος από την κουλτούρα των Γερμανών, δεν έχει επηρεαστεί από την προπαγάνδα κατά του λαού. Οι μπροσούρες και τα εγχειρίδια που διανέμονται στις οικογένειες των Βρετανών αξιωματικών που θα μετοικήσουν στη Γερμανία, ως προετοιμασία για τη νέα τους «χώρα», δανείζονται τη ρητορική του φανατισμού και των φολκλόρ θρύλων — δεν πρέπει να κοιτάς τους Γερμανούς, δεν πρέπει να περπατάς μαζί τους, να κάνεις χειραψία ή να βρίσκεσαι στις ίδιες κοινωνικές εκδηλώσεις. Οι Γερμανοί είναι ο διάβολος. Καλός Γερμανός είναι ο νεκρός Γερμανός.

Μετά τη λήξη του πολέμου και την παράδοση των ναζιστικών στρατευμάτων, spirits were high, όπως λένε οι Άγγλοι. Έχοντας νικήσει τον «Ούννο», με μεγάλες απώλειες φυσικά, δύο φορές στους δύο μεγάλους πολέμους του αιώνα, ο συγγραφέας δείχνει άλλους Βρετανούς από εκείνους που εκπροσωπούνται συχνά στη λογοτεχνία ή τον κινηματογράφο αυτής της περιόδου. Ο Μπρουκ γράφει για μια άτυπη και αβάσιμη αναβίωση της νοοτροπίας Rule Britannia, για τη σαθρή και ατεκμηρίωτη πεποίθηση που διατηρούσε ο λαός της παθούσας Αγγλίας, η οποία υπαινισσόταν πως οι Γερμανοί θα υποτάσσονταν στο Kingdom· όχι οι Ναζί, οι Γερμανοί. Η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί τη Γερμανία μια ακόμα αποικία — έχει «υποχρέωση» να «εκπολιτίσει» το «βάρβαρο» έθνος, να επαναφέρει τη δημοκρατία και να αποχωρήσει. Προγράμματα σαν το Die Brücke (η Γέφυρα) «κατασκευάστηκ[αν] για να επιμορφώς[ουν] τους Γερμανούς [… ] σχετικά με τους κύριους θεσμούς και τα επιτεύγματα της Βρετανίας».

Οι Αμερικανοί και οι Ρώσοι έχουν αποικίσει τα «φιλέτα» της χώρας, οι Γάλλοι σφυρίζουν μελωδικά εξ αποστάσεως και οι Άγγλοι φορτώθηκαν την αγγαρεία. Χαλάσματα, πτώματα να σαπίζουν, φθίνουσες προμήθειες για τους Γερμανούς και τους ίδιους, αγανακτισμένοι πολίτες, πιέσεις της βρετανικής κυβέρνησης για πρόοδο και εξελίξεις, υπόγειοι αναβρασμοί από οργανωμένους και μη νοσταλγούς του Γ΄ Ράιχ. Γιατί, υπάρχουν και αυτοί: οι Λυκάνθρωποι δεν χάνουν ευκαιρία να οργανώνουν εξεγέρσεις και αναταραχές ώστε να πλήξουν την κυριαρχία των Άγγλων. Οι Σύμμαχοι, για αυτούς, είναι ο κατακτητής που πρέπει να ανατραπεί ώστε να επανέλθει η τάξη στο γερμανικό κράτος.

Το βιβλίο ξεκινά με μια παρέα Trummerkinder, παιδιών των χαλασμάτων, να περιφέρεται στο ισοπεδωμένο από τις βόμβες των Συμμάχων Αμβούργο φορώντας παράταιρα ρούχα, λεία πλιάτσικων. Αναζητούν οποιοδήποτε τιμαλφές ή άλλο πολύτιμο είδος που θα τους εξασφαλίσει τροφή σε κάποια ανταλλαγή. Τα «αδέσποτα παιδιά» βίωσαν μέγιστες απώλειες· της οικογένειας, της αθωότητας, της λογικής. Ήδη βεβαρημένα ψυχολογικά από το καθεστώς της Γερμανίας εν καιρώ Φύρερ, όπου έγιναν μάρτυρες της φίμωσης της ελεύθερης γνώμης, της ασυδοσίας των δωσίλογων, της υποταγής στις διαταγές του παράφρονα δικτάτορα, στοιχειώνουν τα ερείπια του Αμβούργου σε «αγέλες»:

Ο Όζι έμεινε άναυδος. Εκεί, στη μέση της αγγλικής εφημερίδας, ήταν η ισοπεδωμένη περιοχή του Χάμερμπρουκ, όπου ζούσε κάποτε. Εδώ είχε δει παράθυρα να λιώνουν και δρόμους να κοχλάζουν, και έναν αόρατο θερμικό άνεμο να αρπάζει τα ρούχα από το σώμα μιας γυναίκας. Άκουσε πάλι τον ήχο εκείνου του ανέμου — λες και κάποιος έπαιζε όλες τις νότες ενός εκκλησιαστικού οργάνου μαζί. Είδε τις κόκκινες νιφάδες της στάχτης να πέφτουν, τις πόρτες να φλέγονται σαν τα στεφάνια μέσα στα οποία πηδούσαν τα λιοντάρια στο τσίρκο. Ζόρμπενστρασε. Μίτελκαναλ. Άνθρωποι κολλημένοι στη λιωμένη άσφαλτο. Τα μαλλιά της μαμάς του να καίγονται! Μυαλά να κυλούν από μύτες και από σκισμένα κρανία. Σώματα σαν κούκλες ράφτη να έχουν συρρικνωθεί στο μισό τους μέγεθος. Τα έλεγαν “Bombenbrandschrumpffleisch”. «Σώματα συρρικνωμένα από φωτιά».

Η Γερμανία που περιγράφεται στο βιβλίο είναι χώρα σακατεμένη από τον πόλεμο, όχι η ναζιστική κυψέλη από όπου απελευθερώθηκε το μισητό σμήνος. Οι πολίτες που έμειναν ζωντανοί πασχίζουν να επιβιώσουν στα γκρέμια των σπιτιών τους, μαζεύουν τα υπόλοιπα του νοικοκυριού τους και φεύγουν στην επαρχία για μια νέα αρχή ή διασχίζουν τα βομβαρδισμένα οικοδομικά τετράγωνα με χαμένα λογικά αναζητώντας το σπίτι που κατέρρευσε, την οικογένεια που καταπλακώθηκε. Οι όροι αντιστρέφονται: τώρα οι Γερμανοί ψάχνουν φαγητό στα σκουπίδια, ζητιανεύουν τσιγάρα και σοκολάτες από τους στρατιώτες, παρακαλούν για μια θέση εργασίας στη νέα διοίκηση της χώρας με την ελπίδα να εξασφαλίσουν την εξαίρεσή τους από τα αβέβαια επακόλουθα. Το “Fragebogen”, το ερωτηματολόγιο «καθαρότητας», θα καθορίσει το μέλλον κάθε Γερμανού πολίτη, ανάλογα με τον βαθμό συνεργασίας του με το προηγούμενο καθεστώς.

Οι Γερμανοί γίνονται Καθαριστές Χαλασμάτων για τα προς το ζην μέχρι να τους απονεμηθεί το πολυπόθητο πιστοποιητικό καθαρότητας. Δεν δικαιούνται να εξασκήσουν το επάγγελμά τους, να ξαναχτίσουν τις κατεστραμμένες κατοικίες τους. Ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, τρέφονται στα συσσίτια, είναι πρόσφυγες στη γειτονιά τους, στην πατρίδα τους. Οι Ρώσοι και οι Αμερικανοί ζητούν το, κατ’ αντιστοιχία, pound of flesh της Γερμανίας — η ανατίναξη ναυπηγείων και εργοστασίων είναι επιτακτική για την επίτευξη της «αποναζιστικοποίησης» και ένα παιχνίδι μεταξύ των Συμμάχων με εκβιαστικούς όρους, η χαριστική βολή που θα γονατίσει την υποτυπώδη οικονομία της χώρας.

Ενώ όσοι Γερμανοί ζουν ακόμα στα σπίτια τους τα βλέπουν να επιτάσσονται από τους αξιωματικούς και αναγκάζονται να μετακομίσουν, ο Συνταγματάρχης προτείνει τη συμβίωση. Ο Χερ Λούμπερτ με τη δεκαπεντάχρονη κόρη του Φρίντα θα ζήσουν στον επάνω όροφο της έπαυλης και η οικογένεια Μόργκαν στα μεγάλα δωμάτια του σπιτιού. Δεν είναι μόνο σε αυτό το θέμα ανορθόδοξος ο Συνταγματάρχης Μόργκαν. Το δέος που αισθάνθηκε μπροστά στο αξιοπρεπές και πολιτισμένο περιβάλλον στο οποίο τον ξενάγησε ο Λούμπερτ, οι απώλειες και η ταπείνωση του γερμανικού λαού, οι νεκροί κάτω από τα συντρίμμια, η πείνα, ο εξευτελισμός της αξιοπρέπειας και του αυτοσεβασμού όσων έμειναν ζωντανοί, ωθούν τον Λιούις να εξασκήσει τα καθήκοντά του με ανθρωπιστικό γνώμονα. Το παρατσούκλι του στο Αρχηγείο είναι «Ο Λόρενς του Αμβούργου». Η αφορμή είναι το βιβλίο του Τ. Ε. Λόρενς «Οι Επτά Στύλοι της Σοφίας» που τον συντροφεύει σε κάθε μετάθεση, και ο Λιούις δεν δείχνει να διαφέρει ιδεολογικά από το πρότυπό του. Προχωρά σε ριζοσπαστική μέριμνα για το μέλλον των Γερμανών, δημιουργεί αρχεία αγνοούμενων και διασωθέντων, ερευνά τους συμπατριώτες του που λεηλατούν τις επιταγμένες επαύλεις στέλνοντας πολύτιμα αντικείμενα στην Αγγλία.

Στο μεγάλο σπίτι κοντά στις όχθες του Έλβα οι δύο πολιτισμοί στριμώχνονται. Η Ρέιτσελ, μεσοαστή Ουαλή μεγαλωμένη στη συντηρητική Βρετανία, αισθάνεται τον μοντερνισμό της επίπλωσης και της διακόσμησης του αρχοντικού να ειρωνεύονται τη δική της έλλειψη γνώσεων επάνω στα σύγχρονα ρεύματα της αρχιτεκτονικής, της ζωγραφικής κ.ο.κ. Τις πρώτες εβδομάδες την κυριεύει η εντύπωση πως το προσωπικό της έπαυλης την κρίνει και τη συγκρίνει με την κυρία του σπιτιού, η οποία χάθηκε στη μεγάλη πυρκαγιά του ’43. Η σχέση της με τον Λιούις έχει αλλάξει όχι αποκλειστικά εξαιτίας της απόστασης που τους χώρισε κατά τον πόλεμο αλλά, κυρίως, λόγω της αντίδρασης στον θάνατο του Μάικλ. Η μητέρα κλαίει κρυφά, προσπάθησε αλλά δεν βρήκε γαλήνη στην επαγγελματική ψυχολογική στήριξη, εγκατέλειψε και απαρνήθηκε το θέλημα του Θεού μένοντας με το μίσος. Ο πατέρας δεν επέτρεψε στον εαυτό του να κλάψει και αφήνει το τραύμα να αιμορραγήσει σταγόνα-σταγόνα όποτε κοιτάζει τη φωτογραφία του παιδιού, που κρύβει στην ταμπακέρα του. Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Ρέιτσελ είναι η συγκατοίκηση με τον «εχθρό» και οι προτροπές του Λιούις για φιλικές σχέσεις με τους ιδιοκτήτες.

Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι «The aftermath», «Τα επακόλουθα». Δεν πρόκειται μόνο για τα οικονομικά-πολιτικά επακόλουθα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, μα εννοεί την κοινή ζωή των δύο οικογενειών στο αρχοντικό σπίτι κοντά στον Έλβα, την εύστοχη προσαρμογή του τίτλου σε «Συμβίωση». Μια συμβίωση-επακόλουθο που φέρει κοινωνική διάσταση: όπως οι σχέσεις των «συγκατοίκων» ξεφεύγουν από τα διακριτά και, φαινομενικά, αγεφύρωτα όρια, είναι προδιαγεγραμμένο πως η απομονωμένη Γερμανία θα βρει πράξει το ίδιο με την προκατειλημμένη Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο.

Αναδημοσίευση από amagi.gr

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Τον σκληρό χειμώνα του 1946, στη μεταπολεμική Γερμανία, η Ρέιτσελ Μόργκαν καταφτάνει στα χαλάσματα του Αμβούργου μαζί με τον γιο της, Έντμουντ, τον μοναδικό που επέζησε από τη λαίλαπα του πολέμου. Εκεί σμίγει ξανά με τον σύζυγό της, Λιούις, Βρετανό συνταγματάρχη που συμμετέχει στην ανοικοδόμηση και αποκατάσταση της ρημαγμένης πόλης. Φτάνοντας, όμως, στο νέο της σπίτι, η Ρέιτσελ αιφνιδιάζεται από την τολμηρή απόφαση του συζύγου της: θα μοιράζονται το μεγάλο οίκημα με τους προηγούμενους ιδιοκτήτες του, έναν Γερμανό χήρο και τη δύστροπη κόρη του. Σε αυτή την τεταμένη ατμόσφαιρα, η εχθρότητα και ο θρήνος θα δώσουν σταδιακά τη θέση τους στο πάθος και στην προδοσία.

Μια βαθιά συγκινητική ιστορία για μια αγάπη που γεννιέται από το μίσος.

9786180120943

buy_btn_green

Σκληρές αλήθειες. Πόσες αλήθειες μπορεί να κρύβει μια ιστορία μυθοπλασίας;

sklires-alitheies

Το βιβλίο Σκληρές αλήθειες γεννήθηκε από το σμίξιμο μιας ανάγκης και μιας ιδέας. Η ανάγκη ήταν αυτή που με οδήγησε όλα αυτά τα χρόνια να βρω καταφύγιο στον μαγικό κόσμο των βιβλίων. Ήταν η προσωπική απαίτηση να ταξιδεύω μακριά από μια πραγματικότητα η οποία τις περισσότερες φορές μπορεί να είναι απλώς πληκτική αλλά κάποιες φορές μπορεί να γίνει απίστευτα σκληρή. Τις στιγμές λοιπόν που η ανάγκη για απόδραση ήταν πιο επιτακτική από ποτέ, οι πρώτες  λέξεις του συγκεκριμένου βιβλίου αποτυπώθηκαν στο χαρτί. Στα δύο χρόνια που χρειάστηκαν για να πάρει η αρχική ιδέα την τελική της μορφή, η προσπάθεια μπορεί να ήταν κοπιαστική και επίπονη, αλλά ταυτόχρονα ήταν μια σωτήρια έξοδος κινδύνου. Εξαρχής είχα ως στόχο να δημιουργήσω ένα μυθιστόρημα εθιστικό από την πρώτη μέχρι την τελευταία του λέξη. Φιλοδοξούσα να δημιουργήσω μια ιστορία που να συνεπαίρνει τον αναγνώστη και να τον ταξιδεύει μακριά. Για την επίτευξη του στόχου αυτού είχα ως κεντρικό άξονα κατά τη διάρκεια της συγγραφής τρία στοιχεία: μυστήριο, γρήγορη πλοκή και συνεχείς ανατροπές. Τώρα, για το κατά πόσο ο στόχος επετεύχθη, οι καλύτεροι και αλάνθαστοι κριτές είναι μόνο οι αναγνώστες.

Πάμε τώρα στην ιδέα η οποία είχε φωλιάσει μέσα μου εδώ και αρκετά χρόνια, μέχρι να αποκρυσταλλωθεί στη σημερινή της μορφή. Η ιδέα αυτή συμπυκνώνεται στο πόσο λάθος είναι η πεποίθηση πως μπορούμε να περιγράψουμε με ακρίβεια και ευστοχία τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου. Πόσο εύκολα ξεστομίζουμε φράσεις όπως «αυτός είναι καλό παιδί», αποκλείοντας αυτόματα το «καλό παιδί» να κρύβει μέσα του και λίγη κακία, ή να χρησιμοποιούμε για έναν εγκληματία χαρακτηρισμούς όπως «ανήθικος», «αδίστακτος», «κτήνος», αποκλείοντας με μεγάλη ευκολία την πιθανότητα στην ψυχή του συγκεκριμένου ανθρώπου να φωλιάζει έστω και λίγη καλοσύνη και ευαισθησία. Ευτυχώς ή δυστυχώς, μέσα μας κατοικεί η μεγαλοψυχία και η μικρότητα, η πεζότητα και το πάθος, ο εγωισμός και ο αλτρουισμός, η αγάπη και το μίσος. Με λίγα λόγια είμαστε ικανοί για το καλύτερο και για το χειρότερο, χωρίς βέβαια καμία μας πράξη να είναι ικανή να φωτίσει κάθε κρυφή πτυχή της προσωπικότητάς μας, ούτε και να μας χαρακτηρίσει καθολικά. Είμαστε όλοι άνθρωποι, καταδικασμένοι να παλεύουμε διαρκώς με τον ίδιο μας τον εαυτό. Η ψυχή του καθένα μας αποτελεί ένα πεδίο μάχης, εκεί όπου το μεγαλείο και η φτήνια μας συγκρούονται ανηλεώς. Κάθε μας σημαντική ή λιγότερο σημαντική ενέργεια εξαρτώνται από την έκβαση αυτής της σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης τόσο αμφίρροπης, ώστε να καθιστά τη φύση του ανθρώπινου χαρακτήρα άκρως απρόβλεπτη και συνάμα απίστευτα συναρπαστική.

Για τους ήρωες αυτού του βιβλίου δε θα σας αποκαλύψω τίποτα, προκαλώντας σας να ανακαλύψετε μόνοι σας τις σκληρές αλήθειες που κρύβουν.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Πόσες αλήθειες μπορεί να κρύβει μια ιστορία μυθοπλασίας;

Noέμβριος 2015, Μασαχουσέτη, ΗΠΑ. Μαζί με τη διαθήκη της μητέρας της, η νεαρή φοιτήτρια Αγνή Μάρκου θα παραλάβει και ένα βιβλίο. Στις σελίδες του κρύβονται όλα τα μυστικά που η μητέρα της δεν τόλμησε ποτέ να της φανερώσει όσο ζούσε· μυστικά μιας ζωής που τη σημάδεψαν ασίγαστα πάθη, λυσσαλέοι έρωτες και ανεξιχνίαστα εγκλήματα.

Μέσα από την πένα του συγγραφέα Δημήτρη Αλεξιάδη, ενός άντρα που γνώρισε τη Θεοδώρα Μάρκου όσο λίγοι και τη μίσησε όσο κανένας άλλος, η Αγνή θα βρεθεί στην Αθήνα της δεκαετίας του ’90 και στα χρόνια της νιότης της μητέρας της. Όταν η μυστηριώδης ιστορία φτάσει στο τέλος της, το ταξίδι στην Ελλάδα θα φαντάζει επιτακτικό.

Με την επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος οι σκοτεινοί ήρωες του βιβλίου θα αποκτήσουν σάρκα και οστά. Μα όταν οι αλήθειες που φωλιάζουν μέσα σε μια θανάσιμη ιστορία είναι περισσότερες από τους μύθους, τότε οι ανατροπές αποδεικνύονται ολέθριες…

buy_btn_green

Η Δήμητρα Μανθεάκη γράφει για το νέο της μυθιστόρημα Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ

mantheaki-2017

Μπορεί άραγε και δικαιούται κάποιος να τύχει άφεσης και παραγραφής των σφαλμάτων που πλήγωσαν και δημιούργησαν συνάμα σοβαρά προβλήματα σε άλλους ανθρώπους αν δείξει πραγματική μεταμέλεια, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια να γιατρέψει τις πληγές που άνοιξαν ο εγωισμός, η απερισκεψία, η ελαφρότητα και κυρίως η έλλειψη αυτοσυγκράτησης και η απουσία σεβασμού προς τα συναισθήματα του άλλου;

Είναι σωστό να διεκδικήσει ξανά αυτά που περιφρόνησε στο παρελθόν για ένα καπρίτσιο, μια παρόρμηση στιγμής, προκειμένου να ικανοποιήσει τις προσωπικές του ανάγκες, έχοντας την αξίωση το θύμα της απαράδεκτης συμπεριφοράς του να παρακάμψει ή και να σβήσει μονοκοντυλιά βάρβαρες καταστάσεις που ανέτρεψαν τη ζωή του; Και ποιος μπορεί να διαβεβαιώσει τον παθόντα ότι το ίδιο ή ανάλογο λάθος δε θα επαναληφθεί, πιθανότατα την επομένη, έστω και σε διαφορετικές συνθήκες; Κανένας, γιατί οι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να προδικάσουν τα μελλούμενα. Άλλωστε, όταν σκοτώσεις την εμπιστοσύνη κάποιου προς το πρόσωπό σου μια φορά, είναι πολύ δύσκολο να την ανακτήσεις.

Αυτό το δίλημμα είχε να αντιμετωπίσει και η ηρωίδα του βιβλίου μου Η Αλήθεια που Θέλω να Ξεχάσω, η Περσεφόνη.

Η δεκαπεντάχρονη Περσεφόνη Λυδάκη, κόρη Ελλήνων μεταναστών στο Μοντέστο της Καλιφόρνια, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο άντρας που λάτρευε κυριολεκτικά θα της φερόταν με τόσο πρόστυχο τρόπο, ταπεινώνοντάς την σαν να ήταν σκουπίδι και κάνοντας την αγάπη και τα όνειρά της συντρίμμια. Σαν να μην ήταν αρκετό το σκληρό χτύπημα που δέχτηκε από τον Αντόνιο, οι γονείς και των δύο θα συνωμοτήσουν και θα την εξορίσουν από τον τόπο της, στέλνοντάς την στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, για να πληρώσει για την ελαφρότητά της και την αδυναμία της να αντισταθεί και να προστατεύσει τον εαυτό της και την τιμή της.

Η συναισθηματική φουρτούνα, η αγάπη που μεταλλάχθηκε σε βαθύ μίσος και η αμείλικτη αυτοκριτική θα κυριαρχήσουν στο είναι της Περσεφόνης τα μετέπειτα χρόνια ενώ ο κόσμος θα βράζει στη φωτιά του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Όμως ξανά, μερικά χρόνια αργότερα, θα υποχρεωθεί να φύγει μαζί με τη νονά της την Ιωάννα για να γλιτώσουν τη ζωή τους σε καινούργια εξορία, στην άλλη άκρη του πλανήτη, στις Φιλιππίνες, σε μια παντελώς άγνωστη γι’ αυτές χώρα, όπου τις περιμένουν καινούργια δεινά.

Δυστυχώς, δε θα είναι οι μόνες που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν τα απρόσμενα, καθόσον εκείνος που τη φρόντιζε ανιδιοτελώς για τόσα χρόνια, ο στρατιωτικός Χανς, σύζυγος της νονάς της της Ιωάννας, θα πέσει θύμα συκοφαντίας από τον ζηλόφθονο υφιστάμενό του και η τιμωρία που θα του επιβληθεί από τους Ναζί δε θα είναι μόνο ταπεινωτική, αλλά θα αποσκοπεί στην αναπόφευκτη φυσική εξόντωσή του.

Η νονά Ιωάννα και η βαφτισιμιά της η Περσεφόνη, δυο γυναίκες μόνες και απροστάτευτες στην αφιλόξενη Μανίλα, που στενάζει κάτω από τον αφόρητο ζυγό των Γιαπωνέζων, θα ζήσουν στιγμές φρίκης, αγωνίας και απόγνωσης και θα πολεμήσουν με όλες τους τις δυνάμεις να επιβιώσουν από την πείνα, τις σφαίρες και τον εγκλεισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Τα ατέλειωτα «γιατί» που τις βασανίζουν, καθώς το ένα χτύπημα ακολουθεί το άλλο βυθίζοντάς τες στην απελπισία και στο άγχος τόσο για τις ίδιες, όσο και για τα αγαπημένα τους πρόσωπα, μένουν χωρίς απάντηση και η μοναδική διέξοδός τους είναι να κάνουν την καρδιά τους πέτρα για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις κακουχίες.

Κι ενώ αργότερα η κατάσταση φαίνεται ότι αρχίζει να εξομαλύνεται σε ζωτικούς τομείς -τόσο στα θέματα καρδιάς όσο και της ελπίδας σωτηρίας από την κατοχή των Γιαπωνέζων- θα έρθει η μεγάλη, η απρόσμενη ανατροπή και θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος: Δύο άνθρωποι με δεσμούς αίματος θα βρεθούν αντιμέτωποι ως εχθροί στην έκβαση μιας φονικότατης μάχης και θα ρίξουν την κρίσιμη ζαριά που θα καθορίσει τη ζωή ή τον θάνατό τους.

Θα θελήσει η Μοίρα να αποφευχθεί το ανοσιούργημα ή θα συνεχίσει το καταστροφικό της έργο εξοντώνοντας τους ήρωες;

Η απάντηση θα δοθεί στις σελίδες του βιβλίου.

Λίγα λόγια για το βιβλίο

Καλιφόρνια, δεκαετία του 1930. Η νεαρή Περσεφόνη Λυδάκη, κόρη Ελλήνων μεταναστών, είναι τρελά ερωτευμένη με τον Αντόνιο, γιο του αριστοκράτη αφεντικού της οικογένειάς της, Φερνάντο Λοπέζ. Ο Αντόνιο ισχυρίζεται ότι νιώθει το ίδιο, όμως η απρόσμενη και απαράδεκτη συμπεριφορά του απέναντί της θα βάλει ταφόπλακα στη σχέση τους και θα απομακρύνει την κοπέλα από την οικογένεια και την πατρίδα της.

Στην εξορία της θα βρεθεί αντιμέτωπη με τη μοναξιά, τα ματαιωμένα όνειρά της, αλλά και τα τόσα παράδοξα που της επιφυλάσσει το πεπρωμένο. Έρμαιο των καταστάσεων, βυθισμένη στον πόνο που προκαλεί η απώλεια αγαπημένων προσώπων, βλέπει τις ανατροπές να διαφεντεύουν τη ζωή της· η ίδια, ανήμπορη να αντιδράσει, μετατρέπεται σε παθητικό θεατή των γεγονότων που σημαδεύουν τις μέρες και τις νύχτες της στην άλλη άκρη του κόσμου, στις Φιλιππίνες, εκεί όπου βρέθηκε άθελά της.

Άραγε θα θελήσει η μοίρα να της δώσει την ευκαιρία να ξαναφτιάξει τη ζωή της και να γνωρίσει επιτέλους την πραγματική ευτυχία;

buy_btn_green

Το μπεστ σέλερ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ τιμήθηκε με 8 βραβεία EMMY!

big-little-lies-awrds

Η 69η τελετή απονομής των μεγάλων βραβείων της αμερικανικής τηλεοπτικής βιομηχανίας (τα γνωστά Emmy) διεξήχθη στο Λος Άντζελες το βράδυ της Κυριακής. Ως καλύτερη μίνι-σειρά τιμήθηκε το Big Little Lies (HBO) που βασίζεται στο bestseller μας ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ της Λιάν Μοριάρτι! Το βραβείο καλύτερου γυναικείου ρόλου σε τηλεταινία ή μίνι σειρά απέσπασε η Νικόλ Κίντμαν. Η σειρά, ασχολήθηκε με το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας σε ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών τάξεων, απέσπασε στο σύνολο 8 βραβεία, με βασικότερα εκείνα της Καλύτερης Μίνι Σειράς και ερμηνειών για τους Κίντμαν, Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ και Λόρα Ντερν.

Υπέροχα νέα για τους συντελεστές της τηλεοπτικής σειράς, αλλά και για τη συγγραφέα, το νέο βιβλίο της οποίας ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΝΟΧΕΣ κυκλοφορεί στις 21/9/2017.

 

Το μπεστ σέλερ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ, της Λιάν Μοριάρτι, το οποίο έχει μεταφραστεί σε 29 γλώσσες, πήρε σάρκα και οστά μέσα από τη μίνι τηλεοπτική σειρά του ΗΒΟ, που καθήλωσε τους φανατικούς αναγνώστες, και όχι μόνο, των βιβλίων της επιτυχημένης συγγραφέως Λιάν Μοριάρτι. Το ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΨΕΜΑΤΑ είναι ένα σκοτεινό, αλλά συνάμα κωμικό δράμα που εστιάζει σε τρεις μητέρες μικρών παιδιών, οι οποίες βλέπουν τον έλεγχο της φαινομενικά τέλειας ζωής τους να χάνεται, με τραγική κατάληξη. Continue reading…