Monthly Archives: April 2017

H βία είναι πολύ ισχυρό συστατικό

skoteinos-arktikos-blog

Με άγριο, ασταμάτητο ρυθμό και σκοτεινή αίσθηση του χιούμορ, ο Ίαν ΜακΓκουάιρ πλάθει μια αξεπέραστη ιστορία ανθρωπιάς κάτω από τις πιο ακραίες συνθήκες.

Πώς νιώσατε που το βιβλίο σας μπήκε στη μακρά λίστα για το Βραβείο Booker;

Ενθουσιάστηκα κι εξεπλάγην ευχάριστα. Το ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΡΚΤΙΚΟΣ διαφέρει πολύ από το πρώτο μου μυθιστόρημα, Incredible Bodies. Όταν ξεκίνησα να γράφω, ένιωθα ότι έπαιρνα μια εντελώς νέα κατεύθυνση και υιοθετούσα εντελώς διαφορετικό ύφος. Όταν τελείωσε, δεν ήξερα τι αποδοχή θα έχει, ή, ακόμα, κι αν θα βρει έναν φιλικό εκδότη. Οπότε η υποψηφιότητα για το Booker ήταν μια πολύ ικανοποιητική επιβράβευση της απόφασής μου να πάρω το ρίσκο και να γράψω ένα διαφορετικό είδος μυθιστορήματος.

Ψηφίστηκε από τους New York Times ανάμεσα στα 10 καλύτερα βιβλία για το 2016.

Υποψήφιο για το βραβείο Booker 2016.

Το ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΑΡΚΤΙΚΟΣ έχει πολλή βία. Δυσκολευτήκατε όταν γράφατε αυτές τις σκηνές ή ήσασταν εξοικειωμένος με τη διαδικασία;

Όταν γράφω, η στάση μου απέναντι στη βία είναι αποστασιοποιημένη και χωρίς ηθικά κωλύματα. Γνωρίζω ότι η βία είναι πολύ ισχυρό συστατικό, και γι’ αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Ως συγγραφέας όμως, την προσεγγίζω περισσότερο τεχνικά απ’ ό,τι ηθικά ή συναισθηματικά. Οπότε οι βίαιες σκηνές δε μου είναι πιο δύσκολες ή πιο εύκολες από τις υπόλοιπες. Ως αναγνώστης, βέβαια, η στάση μου είναι τελείως διαφορετική. Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα, συνδέω τα γεγονότα της αφήγησης με τον πραγματικό κόσμο, οπότε η αντίδρασή μου σε αυτό που διαβάζω έχει πολύ μεγαλύτερο ηθικό και συναισθηματικό αντίκτυπο.

Απόσπασμα από συνέντευξη του συγγραφέα στο www.themanbookerprize.com

Ιδε ο άνθρωπος: δυσώδης, μέθυσος και βάναυσος. Ο Χένρι Ντραξ είναι μέλος του πληρώματος του φαλαινοθηρικού «Volunteer», που ξεκινά από το Γιόρκσερ για τα νερά του Αρκτικού Κύκλου.

Στην αποστολή συμμετέχει για πρώτη φορά και ο Πάτρικ Σάμνερ, πρώην στρατιωτικός χειρουργός, με αμαυρωμένη φήμη και καθόλου χρήματα. Μην έχοντας καλύτερη επιλογή, αποφασίζει να αποπλεύσει μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα ως γιατρός του πλοίου, σε αυτό το καταδικασμένο, βίαιο, βρόμικο ταξίδι. Στην Ινδία, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Δελχί, ο Σάμνερ είχε δει πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ο άνθρωπος. Ήλπιζε να βρει προσωρινή ανακούφιση στο «Volunteer», ωστόσο η ανάπαυση αποδεικνύεται ανέφικτη με έναν άνθρωπο όπως ο Ντραξ ανάμεσα στους επιβαίνοντες. Η ανακάλυψη κάτι σατανικού στο αμπάρι κινητοποιεί τον Σάμνερ. Και καθώς η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο ανδρών κλιμακώνεται με φόντο το παγωμένο σκότος του αρκτικού χειμώνα, ένα είναι το ερώτημα: Ποιος θα επιβιώσει μέχρι την άνοιξη;

Οι ημέρες αίγλης και δόξας της Σμύρνης πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή!

gersibook

Αυτό το βιβλίο είναι για μένα ένα ταξίδι στα χώματα που γεννή­θηκαν και ρίζωσαν ο παππούς ο Νίκος και η γιαγιά Ελένη, ο παπ­πούς ο Λάζαρος –που δε γνώρισα– και η γιαγιά Καλλιόπη, η θεία Σάρρα, η προγιαγιά Χαρίκλεια, η θεία Χρυσή, ο θείος Κώστας.

Μεγάλωσα στους Ποδαράδες, στη Νέα Ιωνία δηλαδή, μια προ­σφυγούπολη, και ποτέ δεν αισθάνθηκα πρόσφυγας. Κιμπαριλί­κι και γλέντι. Η γιαγιά Ελένη δε μιλούσε τούρκικα. Χρυσοχέρα, τα σουτζουκάκια της δεν τα έφτασε ποτέ κανείς, δεμένη με τον παππού με αγάπη ξεχωριστή, έτσι όπως οι Σμυρνιές αγαπούν τους άντρες τους. Η γιαγιά Καλλιόπη με μεγάλωσε με τούρκι­κα τραγούδια και παραμύθια. Όταν η μάνα μου τραγούδαγε το «Iμιτλερίμ», σπάζαν τα ποτήρια. Για τούτο και η τούρκικη γλώσσα είναι οικεία, ήχος τρυφερότητας και μνήμης υπέροχων παιδικών χρόνων.

Κακό λόγο ποτέ δεν είπαν για τους Τούρκους. Μόνο η για­γιά Ελένη έλεγε καμιά φορά «ηξέχασα το παράθυρο τση κουζί­νας ανοιχτό». Στο αρχοντικό της αναφερόταν, που κάηκε, στολι­σμένο και πεντακάθαρο, μην μπει καμιά Τουρκάλα μέσα και πει πως η κυρα-Λένη δεν είναι καλή νοικοκυρά.

Σ’ αυτό το βιβλίο φύτεψα μνήμες: τα σουτζουκάκια, το χαμάμ, το ταντούρι, τον αμανέ. Κράτησα τα γλωσσικά ιδιώματα: «ησκό­τωσα τρεις λαγοί», έλεγε ο παππούς, «ηέχασαν το βιος τος», έλε­γε ο θείος Κώστας. Και τραγούδια: «Ένα σκουλήκι ψόφιο…»

Ανέφερα ιστορίες και παραμύθια, γητεμένη πάντα από εκεί­να της Χαλιμάς.

Αλλά δε μου αρέσει να μιλάω για Αλησμόνητες ή Χαμένες Πατρίδες. Δε γίνεται να κάνω μνημόσυνα για κάτι που είναι ζω­ντανό μέσα μου.

Η Γέρση βρέθηκε μπροστά μου τυχαία. Την ιστορία της Λου­κίας ήθελα να γράψω. Μα, όταν έμαθα για τούτη την αρχοντο­πούλα την ξιπασμένη με την παραμυθένια ομορφιά, μαγεύτηκα. Την ακολούθησα στα σοκάκια, στους μαχαλάδες, στο Κε, στο χα­μάμ, στους οντάδες. Της έπλεξα τα μαλλιά κι ας με μαστίγωσε.

Δεν πήγα στη Σμύρνη και δεν ξέρω αν θελήσω να πάω ποτέ.

Ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα για τις ημέρες αίγλης και δόξας της Σμύρνης πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή!

Ο έρωτας

Γέρση: Γεννημένη το 1900 στη Σμύρνη. Αρχοντοπούλα, κόρη του Πασαλή και της Χρυσής. Καλομαθημένη, ξιπασμένη, εγωί­στρια. Όταν ήταν μικρή, μαστίγωνε τις δούλες της για να τις κά­νει φιλενάδες. Η ομορφιά της, της σφήκας το κεντρί, κέντρισε την καρδιά του Γιώργη και του Σελίμ και τους διέλυσε. Αγνοεί το μυστικό που κουβαλάει, και όταν το κισμέτ σκάβει αβύσσους στα πόδια της, οπλίζεται με το πείσμα το σμυρναίικο.

Γιώργης Καραδάμογλου: Με καταγωγή από τη Σύλλη Ικο­νίου, γεννημένος το 1886 στο Γιοχάνεσμπουργκ, μορφωμένος, κα­λοπερασάκιας, γυναικάς. Έχει δικό του ένα ολόκληρο αδαμαντω­ρυχείο, για τούτο και δεν υπολογίζει τον παρά. Αδερφικός φίλος με τον Σελίμ, μόνο που οι ατμοί του χαμάμ τον θαμπώσανε και δεν πρόσεξε όταν μπροστά του βρέθηκε η Γέρση.

Σελίμ: Ανιψιός του πασά, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1886. Σπουδαγμένος, πιστός οπαδός του Μουσταφά Κεμάλ. Αντάλ­λαξε το αίμα του με τον Γιώργη, μόνο που το κεντρί της μικρής μάγισσας τον σακάτεψε, φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με την κτη­νώδη πλευρά του απελπισμένου έρωτα.

Η οικογένεια

Λάζαρος Πασαλής: Ο μπαμπάς της Γέρσης. Γεννήθηκε το 1862 στη Σύλλη, όμως καζάντισε στη Σμύρνη, όταν αξιοποίησε την προίκα της γυναικός του, της Χρυσής. Η δουλειά τον φοβά­ται, παλεύει μαζί με τους εργάτες του στα ντάμια, λάτρης κά­θε χαράς που προσφέρει ηδονή στο κορμί, λιώνει σαν βλέπει την κόρη του, αγαπά με πάθος την πατρίδα του, τη Μικρασία. Μό­νο που πήρε αψήφιστα τον έρωτα της Βουντής.

Βουντή: Ερωμένη του Λάζαρου. Γεννήθηκε το 1880. Όμορ­φη γυναίκα. Η δική της μοίρα ήταν μάλλον πιωμένη σαν τηνε μοίρανε. Αδίστακτη, λέαινα που χιμά να προστατεύσει το παιδί της. Έσπειρε θύελλες και ανέμους χωρίς να ξέρει τι θα θερίσει.

Χρυσή: Η γυναίκα του Λάζαρου, αρχοντοπούλα, γεννημένη στη Σμύρνη το 1874. Δε θα την έλεγες όμορφη, μα είχε υπέροχα, σκαλωτά μαλλιά. Ερωτεύτηκε τον Λάζαρο, αρκέστηκε στο σπά­νιο άγγιγμά του, στάθηκε στο ύψος των υποχρεώσεων που εί­χε ως αρχόντισσα. Ευτυχώς που είχε διέξοδο στα λουλούδια της και στο μυστικό ρομάντζο που ονειρευόταν να γράψει, αλλιώς θα μαράζωνε. Όταν αποφάσισε να παλέψει, οι σκιές τής έκρυ­βαν τον δρόμο.

Οι άνθρωποι του αρχοντικού

Γιακουμής: Δεξί χέρι του Λάζαρου. Αγαθός, εργατικός, πιστός στο αφεντικό του. Είναι ο άντρας της Σάρρας.

Σάρρα: Γυναίκα του Γιακουμή, μαγείρισσα του αρχοντικού. Σοβαρή, μετρημένη, ασχολιέται μονάχα με την κουζίνα της.

Κατίνα: Γεννήθηκε σαν ένα κουβαράκι διπλωμένο στα δυο. Από κορίτσι δίπλα στη Χρυσή σαν φίλη, αδερφή, υπηρέτρια. Η δύναμή της παροιμιώδης.

Ερασμία: Παχουλή, πονηρομάτα, μπορεί να είναι χήρα, μπο­ρεί και όχι. Ξέρει να ξεγαριάζει τα ασπρόρουχα, μα είναι βρο­μόστομη.

Λένη, Γιωάννα, Γραμματική: Το αρχοντικό του Πασαλή εί­ναι σαν το σπίτι τους. Η καθεμιά στο πόστο της, να το φροντί­ζουν, να το κρατούν πεντακάθαρο.

Γιασμίν και Αϊσέ: Αδερφές, υπηρέτριες της Γέρσης, κοντά στην ηλικία της κυράς τους. Τις βρήκε ο Γιακουμής στην κοιλιά ενός βουνού. Κολλημένες η μια στην άλλη, δε μιλάνε, έχουν κι αυτές τη δική τους ιστορία.

Τρύφωνας: Μικρανιψιός του Πασαλή. Γύρω στα είκοσι. Ο έρωτας τον βρίσκει απροετοίμαστο, ένα σάλι που κουβαλά άρω­μα και άγγιγμα γίνεται φυλαχτό.

Αχμεντέ: Κούρδος. Αναπνέει μόνο σαν ανασαίνει ο Πασαλής. Πιστός φύλακας του αρχοντικού, δίνει ακόμα και τη ζωή του για τον αφέντη του.

Λαλέ: Μια μικρή Τουρκάλα, καμαριέρα της Γέρσης.

 

Η Μοίρα

Ειρηνούλα: Ήθελε να βρει μέρος να φυτέψει τη σταυρουδιά της. Το πλήρωσε ακριβά.

Νικόλας: Ένα αγόρι με σιγανό μυαλό, μαγικό τρόπο να επικοι­νωνεί με τα φυτά, πάντα χαμογελαστό στον υπέροχο κόσμο του.

Λουκία: Το δειλό κορίτσι από τη Σύλλη που αγάπησε τον Γιώργη ξέροντας πως εκείνος δε θα τηνε κοίταζε ποτέ όπως κοί­ταζε τη Γέρση.

Ο περίγυρος

Πρόδρομος Κουγιουμτζής: Ξανθιώτης καπνέμπορος. Στενός φίλος του Πασαλή.

Μαρία: Μια πανέμορφη αριβίστρια, μορφωμένη, με ιδέες και τρόπο ζωής πολύ προχωρημένα για την εποχή της.

Χρήστος Καρακάσογλου: Σμυρνιός μπανκέρης.

Μίνα Καρακάσογλου: Σύζυγος του μπανκέρη, κουτσομπό­λα, περίεργη.

Εζενί και Ζορζέτ: Οι Καρακασογλίτσες. Χοντρούλες, ξιπα­σμένες, καλοζωισμένες.

Γιοχάνεσμπουργκ

Μηνάς Καραδάμογλου: Ο μπαμπάς του Γιώργη. Γεννημένος στη Σύλλη, καζάντισε στην Αφρική, γιατί στο πρώτο του θαλασ­σινό ταξίδι οι Μοίρες ζαλιστήκανε από το κούνημα του καραβιού.

Χαρίλαος: Ο μικρός γιος του Μηνά. Κομπλεξικός, ανεπρόκο­πος, στη σκιά του μεγάλου του αδερφού, του Γιώργη, άνθρωπος της εκκλησίας και του τζόγου.

Κίτσα: Η γυναίκα του Χαρίλαου. Παράτησε το χωριό της εκεί στην Πελοπόννησο όχι μόνο για να κουκουλώσει τις πομπές της, μα και για να είναι δίπλα στον Γιώργη, να πίνει το απόπιομα από το ποτήρι του, να πλαγιάζει κρυφά στο κρεβάτι του όταν εκείνος λείπει.

Ρόζι: Κόρη του Μηνά.

📚 Διαβάζω το διήγημα ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ

kalpouzos

📚 Διαβάζω απόσπασμα από τη συλλογή διηγημάτων ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ. Ο Γιάννης Καλπούζος με τη γλαφυρή αφήγησή του μας ταξιδεύει στο χθες και στο σήμερα.

Ήταν έρωτας οδοστρωτήρας. Την ισοπέδωσε. Τη χάραξε. Της γάζωσε όπως η ραπτομηχανή κάθε κύτταρο. Συγκέντρωσε όλη τη ζωή σ’ ένα όνομα. Σ’ ένα σώμα. Σμίκρυνε τον κόσμο τόσο που τον έβλεπε μεγεθυσμένο μόνο μέσα από τα μάτια του. Όλα έκαναν κύκλο γύρω του. Όλα υπήρχαν γιατί υπήρχε εκείνος. Κι όταν έφυγε, όταν την άφησε όπως αφήνουν τη σκόνη πίσω τους τ’ αυτοκίνητα στους χωματόδρομους, δεν υπήρχε πια κόσμος γι’ αυτήν. Γίνηκε μαύρο πουλί η πλάση. Σκοτεινή έκταση. Μαύρη βροχή. Σιωπή. Κι ο νους της, αντάρα. Ομίχλη πηχτή την κάλυψε ως το ύψος του κεφαλιού της. Της έκρυβε ό,τι υπήρχε γύρω της. Έκρυψε κι εκείνη ό,τι μπορούσαν να δουν οι άλλοι. Κορμί, πρόσωπο, μαλλιά. Όλα κάτω από το ράσο της καλογριάς. Ένα άγαλμα αρχαιοελληνικό ήταν, που το τύλιξε η νύχτα του μεσαίωνα. Έκρυψε ό,τι φαινόταν, πιστεύοντας ότι έτσι θα σβηστεί κι ο εσωτερικός της πίνακας. Ότι θα καλυφτεί μαζί και η μορφή εκείνου. Ότι θα φοβηθεί ο έρωτας το ράσο και θα χαθεί σαν δαίμονας.

Ό,τι κι αν μηχανεύτηκε στάθηκε αδύνατον να την απαλλάξει απ’ την ανάμνησή του. Διαπερνούσαν η εικόνα του, η φωνή και τα φιλιά του τη μαύρη πανοπλία· εμβόλιζαν σταυρούς και προσευχές. Εισχωρούσε μέσα σε κάθε κάστρο που ύψωνε και φώλιαζε στον νου της, στην ψυχή της. Αναστάτωνε το σώμα της και μονοπωλούσε τα όνειρά της.

Έλεγχε ως κι αυτές τις κινήσεις της. Έδινε εντολές ως παράπλευρος εγκέφαλος σε κάθε νευρώνα της. Έπιανε, για παράδειγμα, να ζωγραφίσει το πρόσωπο ενός αγίου κι όταν ολοκλήρωνε την αγιογραφία διαπίστωνε έκπληκτη ότι είχε αποτυπώσει τη μορφή εκείνου. Άρπαζε τότε σαν δαιμονισμένη το σκεπάρνι και με δυνατά χτυπήματα στο ξύλο αφάνιζε το βέβηλο πρόσωπο. Ύστερα έπαιρνε την πλάνη, λείαινε την ξύλινη επιφάνεια και ξεκινούσε απ’ την αρχή την αγιογραφία, ωσότου διαπιστώσει ότι τα χέρια της ζωγράφιζαν ξανά το πρόσωπό του. Ριχνόταν στο ξύλο με μεγαλύτερη μανία, ίσιωνε το σανίδι, και πάλι το πινέλο και οι μπογιές μέχρι να συμβούν τα ίδια και τα ίδια. Ώσπου δεν έμενε πια ξύλο για να ζωγραφίσει πάνω του.

Επί έξι μήνες ούτε ένα εικόνισμα δεν κατάφερε να ολοκληρώσει. Όμως το κακό δεν περιοριζόταν στην άγονη αγιογραφική της. Συνέβαιναν τρομερές σκηνές κι όταν προσευχόταν στο κελί της ή στην εκκλησία.

Ολοκληρώνοντας τα πρώτα σταυροκοπήματα και τις μετάνοιες, σήκωνε τα μάτια προς την εικόνα της γήινης αναπαράστασης του Χριστού. Να συναντήσει εκεί τη γαλήνη. Εντούτοις άλλο την ανέμενε. Παράλλαζε η μορφή Του και στη θέση της αντίκριζε τη φωτογραφία εκείνου. Του πρώην και νυν και αεί αγαπημένου της.

Πάντα μαθαίνουμε πώς ν’ ανεβαίνουμε και ποτέ πώς να κατεβαίνουμε. Κατεβαίνεις απ’ τη νιότη στα γηρατειά, απ’ τη φήμη στην ανωνυμία, απ’ τις παρέες ή τον έρωτα στη μοναξιά…
Γιάννης Καλπούζος

Αλαφιαζόταν. Ένιωθε αμαρτωλή και ανάξια για τον ρόλο που επέλεξε να υπηρετήσει. Κατακεραύνωνε τον εαυτό της με τις αυστηρότερες κατηγορίες και αυτοτιμωρούνταν με ποινές που θα ζήλευαν μέχρι οι δικαστές της Ιεράς Εξέτασης. Πρώτα μαστιγωνόταν με το δικής της έμπνευσης μαστίγιο· επτά μακριά κομποσκοίνια πλεγμένα μεταξύ τους και δεμένοι επτά ευμεγέθεις σταυροί στην άκρη τους. Έπειτα, ξεγυμνωνόταν ως τη μέση και χτυπιόταν μέχρι να ματώσει η πλάτη, το στέρνο και τα στήθη της. Στα τελευταία χτυπήματα έβγαζε όλη της τη μανία, καθώς δε χανόταν από μπροστά της η θέα εκείνου.

Ύστερα σχημάτιζε θηλιά στη μια άκρη ενός χοντρού σπάγγου κι έδενε την άλλη ψηλά στο καρφί που είχε μπήξει στον τοίχο για τον σκοπό αυτό. Περνούσε στη θηλιά το κεφάλι της, αποτραβούσε τα πόδια απ’ το πάτωμα λυγίζοντάς τα κι έσφιγγε ο σπάγγος στον λαιμό της. Ένιωθε την ανάσα της να κόβεται, τα μάτια και οι φλέβες του λαιμού να εξογκώνονται και τ’ αυτιά της να βουίζουν. Νόμιζε τότε πως ξεχνούσε τα ανθρώπινα. Ότι ξεχνούσε κι εκείνον. Όμως, λίγο προτού διαβεί τα σύνορα της ζωής, στύλωνε τα πόδια της και ξέσφιγγε τη θηλιά, επιτρέποντας στην ανάσα της να ξαναφτάσει με αδημονία στα πνευμόνια της. Κατά βάθος δεν ήθελε να ισιώσει τα πόδια της. Την ανάγκαζε η αίσθηση του αγριμιού που κινδυνεύει, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, και τη συγκρατούσε η απειλή της αιώνιας τιμωρίας για την καταδικαστέα από την Εκκλησία πράξη της αυτοχειρίας.

Ωστόσο κανένα τέχνασμα, καμιά αυτοτιμωρία, όσο σκληρή κι αν ήταν, δεν τη βοήθησε να τον εξοστρακίσει απ’ τη σκέψη της. Είχε γίνει ένα μ’ αυτόν. Σαν να την έβαψε με κόκκινο μελάνι για να ξεχωρίζει και να τη βλέπει από παντού. Να την εξουσιάζει από απόσταση.

Εντέλει συμβιβάστηκε κι αποδέχτηκε τον ρόλο του εξουσιαζόμενου. Δέχτηκε να τον υπηρετήσει, να αφεθεί στην απόλυτη εξουσία του. Γιατί νόμιζε πως μόνο έτσι θα λυτρωνόταν. Γι’ αυτό την επόμενη εικόνα στην οποία αποτύπωσε το πρόσωπό του δεν την κατέστρεψε. Απεναντίας, ξεδίπλωσε όλο το ταλέντο της. Της έδωσε ζωή απ’ τη ζωή της. Θαρρείς ανάσα, φωνή, αφή.

Την ολοκλήρωσε όπως θα έκανε με μια πραγματική αγιογραφία. Έλειπε μονάχα το φωτοστέφανο. Τη στίλβωσε, κάρφωσε στο πίσω μέρος τον μικρό γάντζο, την έκρυψε κάτω από το ράσο της για να τη μεταφέρει απ’ το εργαστήρι στο κελί της κι εκεί την κρέμα- σε στο εικονοστάσι. Πλέον προσευχόταν στην εικόνα του. Σ’ αυτόν έκανε μετάνοιες. Εκεί, κάτω απ’ το εικονοστάσι, περνούσε όλες τις ώρες που δε συμμετείχε στις εργασίες της Μονής ή δεν παρακολουθούσε τις θείες λειτουργίες, τις παρακλήσεις και τις δοξολογίες.

Ηρέμησε. Με έκπληξη διαπίστωσε το γαλήνεμα της ψυχής της. Ισορρόπησε το μέσα της με τον έξω κοινοβιακό κόσμο. Έπαψε να εκνευρίζεται, να αυτοτιμωρείται και το πρόσωπό της ακτινοβολούσε. Ούτε τον έβλεπε μπροστά της σε κάθε βήμα. Όπου υπήρχαν εικόνες του Χριστού, έβλεπε τον Χριστό. Καταπιάνονταν με αγιογραφίες και πια ζωγράφιζε αγίους, την Παναγία, οσίους. Μόνο που ανυπομονούσε να επιστρέψει στο κελί της. Να βρεθεί μαζί του. Να του εκδηλώσει τη λατρεία και την αφοσίωσή της.

Τον πρώτο καιρό δεν απέφυγε τις ενοχές. Αισθανόταν ότι προδίδει τον Θεό. Ότι ήταν αμαρτωλή και διέπραττε μέγιστη ασέβεια. Όμως όταν πήγαινε στο τέμπλο της εκκλησίας και πλέον δεν παράλλαζαν τα πρόσωπα των αγίων, ησύχαζαν μέσα της οι ερινύες. Μετατρέπονταν σε γλυκές σειρήνες, οι οποίες υποστήριζαν ότι κατάφερε με την πράξη της να αγγίξει το ιερό απλησίαστο.

Έτσι αποτίναξε τους δισταγμούς της. Όπως τινάζεις τα μυρμήγκια που καμιά φορά ανεβαίνουν στο μανίκι σου. Δεν ένιωθε πια αμαρτωλή και κολασμένη. Μόνο έναν φόβο είχε. Μην μπει στο κελί της η ηγουμένη ή κάποια από τις μοναχές και αποκαλυφθεί η ιεροσυλία της, η ειδωλολατρία της.

Προκειμένου να περιορίσει τον κίνδυνο, λάβαινε προ- φυλάξεις κάθε φορά που εγκατέλειπε το κελί της. Αποκαθήλωνε απ’ το εικονοστάσι την εικόνα του αγαπημένου της και την έκρυβε ανάμεσα στα κλινοσκεπάσματα. Εκεί τη φύλαγε και μετά τη βραδινή προσευχή, για ν’ αποκλείσει τυχόν νυχτερινή εφόρμηση. Την έπαιρνε στο κρεβάτι της και κοιμόταν μαζί της. Ολόγυμνη, μη βεβηλώσει το ράσο της. Θα τη χαρακτήριζε κανείς σαν δυο ζωές σε μια ύπαρξη. Ωστόσο με σύνορα μεταξύ τους.

Πλέον ξυπνούσε ευδιάθετη. Τόσο ευδιάθετη, που δεν πέρασε απαρατήρητη η αλλαγή από τις υπόλοιπες μοναχές. Ούτε από την ηγουμένη, η οποία την πλησίασε μια μέρα και της είπε με μειλίχιο ύφος: «Είδες! Τώρα που πέρασε η περίοδος της προσαρμογής βρήκες τη γαλήνη».

Προς στιγμήν τής γεννήθηκαν ενοχές. Όμως εξαφανίστηκαν λίγο αργότερα, όταν στάθηκε κάτω από την εικόνα εκείνου και εξομολογήθηκε. Είχε την καθαρτήριο δεξαμενή της. Το λευκαντικό της ψυχής της.

Το πλέον παράδοξο ήταν πως κανένα ίχνος νοσταλγίας δεν την έδενε με την προηγούμενη ζωή της. Μήτε της έλειπε καθόλου η σαρκική επαφή. Ακόμη κι αν μπορούσε να ξαναφέρει κοντά της τον αγαπημένο της με σάρκα και οστά, το πιθανότερο δε θα της προκαλούσε την ίδια συγκίνηση. Όλα είχαν υποκατασταθεί από την εικόνα του. Από το μυστήριο της προσωπικής της λατρείας. Ωσάν να κόπηκε ξαφνικά ο ομφάλιος λώρος με τις γενετήσιες ορμές της και κάθε άλλη ανάγκη συνεύρεσης με κείνον. Τον είχε αντικαταστήσει μια εικόνα.

Η εικόνα του την εξουσίαζε, αλλά και η ίδια την εξουσίαζε με τον τρόπο της. Δεν μπορούσε να της φύγει, όριζε τη θέση της και ήταν έτοιμη ν’ ακούσει ανά πάσα στιγμή τις προσευχές και τις εξομολογήσεις της. Διά μέσου της εικόνας όριζε κι εκείνον. Θα υπήρχε όπως ήθελε η ίδια να υπάρχει. Όπου θα τον τοποθετούσε.

Οι φιλόσοφοι ή οι ψυχολόγοι ενδεχομένως θα τη συνέκριναν με την εξουσιαζόμενη μνήμη και την εξουσία της μνήμης πάνω σε ό,τι την εξουσιάζει. Εξουσίες που σμίγουν σαν τα ποτάμια, γίνονται ένα τα νερά τους και πλέον είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις ποια ανήκουν πού.

Μπλέκονταν τα νερά των ποταμών μέσα της, αλλά η ίδια δεν ένιωθε πως ήταν βυθισμένη σ’ αυτά. Της αρκούσε ο βυθός που της χάρισε η εικόνα του. Ο προσωπικός της βυθός. Ωστόσο, επέτρεπε πότε πότε στον εαυτό της να βυθίζεται και μαζί με τον ήλιο, καθώς αυτός μαγευόταν απ’ τα νερά του Ιονίου και χαμήλωνε μέχρι να χαθεί στα γυάλινα πηγάδια τους. Θαρρείς να ψάξει το δαχτυλίδι του Θησέα. Βυθιζόταν κι η καλογριά μαζί του κι ας ήταν τούτο αντρική δουλειά.

Ένα απόγευμα την τράβηξε ο ήλιος ως το καμπαναριό της Μονής. Ανέβηκε τα σκαλιά, αγνάντευε ολόγυρα και τη συνεπήραν οι γλυκασμοί της φύσης. Τη μάγεψαν και λησμόνησε ως και αυτόν τον μεγάλο της έρωτα. Είχε λησμονήσει πρωτύτερα και να κατεβάσει την εικόνα του απ’ το εικονοστάσι του κελιού της.

Βασιλεύοντας ο ήλιος, επέστρεφε με μια αχτίδα του να στολίζει το βλέμμα της. Όμως, αντικρίζοντας την ηγουμένη, πάγωσε. Έβγαινε απ’ το κελί της και δίχως άλλο θα ’χε δει την εικόνα του αγαπημένου της. Πανικοβλήθηκε κι έτρεμε ολόκληρη, αδυνατώντας να κάμει έστω ένα βήμα. Την έβλεπε να έρχεται προς το μέρος της κι ούτε μια λογική σκέψη δε συνταίριαζε ο νους της. Τη διαφέντευε ο φόβος. Αλλά ούτε την πηγή του φόβου μπορούσε να εντοπίσει. Ήταν γιατί αποκαλύφθηκε το μυστικό της; Γιατί θα τη στιγμάτιζαν και ίσως την έδιωχναν απ’ το μοναστήρι; Μήπως επειδή κινδύνευε να βρεθεί ξανά στον κόσμο όπου κάποτε έζησε με κείνον; Μήπως όλα μαζί; Ή ήταν αυτή η ανεξήγητη γαλήνη στο πρόσωπο της ηγουμένης;

Η ηγουμένη έφτασε σχεδόν στα δυο μέτρα και τίποτα ανησυχητικό δε μαρτυρούσε το πρόσωπό της. Σαν να μην αντιλήφθηκε καν την παρουσία της μοναχής. Μήπως δεν είχε δει την εικόνα; Μια μικρή φλόγα άρχισε να τη ζεσταίνει. Μάλλον αυτό συνέβη. Δεν είχε προσέξει την εικόνα στο εικονοστάσι της.

Η ηγουμένη στάθηκε απέναντί της.
«Φαίνεσαι ταραγμένη», της είπε.
Δεν απάντησε, μόνο έσκυψε το κεφάλι.
«Φαίνεσαι σαν να κρύβεις κάτι».

Ένιωσε τα πόδια της να λυγίζουν. Προφανώς η αποκάλυψη είχε συντελεστεί και θα έδινε λόγο για την πράξη της. Όσο για το μειλίχιο ύφος της ηγουμένης, ήταν γιατί εδώ διέφεραν οι πρακτικές. Δεν άρμοζαν οι φωνές και ο θυμός. Όλα θα γίνονταν ήσυχα. Όφειλε κι η ίδια να δεχτεί με στωικότητα την τιμωρία της.

«Όμως δεν πρέπει ν’ ανησυχείς», πρόσθεσε η ηγουμένη.
Χάθηκε πάλι σε δύσβατους λόγγους η σκέψη της. Πουθενά δεν έβλεπε μονοπάτι.
«Έλα μαζί μου».

Δεν αντέδρασε. Πήγαινε πίσω της όπως η σκιά. Την ακολουθούσε λες και δεν είχε κορμί, μόνο ράσο.

Η γερόντισσα στράφηκε και την έπιασε απ’ το χέρι. Την οδήγησε στο πρώτο κελί, ύστερα σε δεύτερο, σε τρίτο… Συνολικά διάβηκαν από δώδεκα κελιά και παντού της έδειχνε το προσωπικό εικονοστάσι των καλογριών. Εμβρόντητη διαπίστωσε ότι και οι δώδεκα είχαν τοποθετήσει εκεί τις εικόνες των πρώην αγαπημένων τους. Θωρούσε και δεν το πίστευε. Με αλλόκοτο όνειρο της φαινόταν. Διεστραμμένο.

Προτού προλάβει να συνέλθει, την οδήγησε στη δεύτερη πτέρυγα κι έπειτα στην τρίτη και τελευταία. Στη δεύτερη πτέρυγα οι εικόνες των παλιών εραστών αποτυπώνονταν με πιο αχνά χρώματα. Σαν να χάνονταν σιγά σιγά τα πρόσωπα. Να λησμονιούνταν. Στην τρίτη είχαν αντικατασταθεί με κανονικά εικονίσματα.

Χαρά και θλίψη, φωτιά και νερό, μάχονταν στην ψυχή της. Απαλύνονταν οι ενοχές και οι φόβοι της με τον κατακερματισμό της αμαρτίας, αλλά ταυτόχρονα πονούσε καθώς διαπίστωνε ότι με τον χρόνο εξαφανίζονταν τα λατρεμένα πρόσωπα. Δεν ήθελε να της συμβεί το ίδιο. Να πιστέψει ότι κάποτε θα φτάσει στην τρίτη πτέρυγα. Ότι θα πάψει να λατρεύει το πρόσωπο εκείνου. Όχι, ούτε να το διανοηθεί.

Της ερχόταν να ουρλιάξει. Να βγάλει φωνή, όση όλες μαζί οι φωνές των ανθρώπων. Να κομματιαστεί, θαρρείς και τον έχανε μόλις τώρα. Να της τον έπαιρναν όπως το μωρό απ’ το βυζί για να το σφάξουν.

Γιατί αβγατίζει ο πόνος όταν είσαι πονεμένος και σου λένε πως θα ξεχάσεις. Γιατί τότε δε θέλεις να ξεχάσεις. Γιατί πονάς και νιώθεις πως θα πονάς για πάντα. Γιατί αν δε νιώθεις ότι θα πονάς για πάντα, τότε δεν είναι αληθινός ο πόνος. Κι αφού ο πόνος και η αγάπη πάνε αντάμα, αν δε νιώθεις ότι θ’ αγαπάς για πάντα, τότε δεν αγαπάς αληθινά. Αλλά κι αν σβήσει στο μέλλον η αγάπη σου, δε θέλεις να το ξέρεις από πριν. Αγάπη με ημερομηνία λήξης δεν υπάρχει, τουλάχιστον από τα πριν γραμμένη. Αλλιώς δεν μπορεί να γίνει καν η αρχή.

Έτσι στοχαζόταν κι έτσι ένιωθε η μοναχή. Δίχως να είναι σε θέση να ζυγίσει πότε ήταν πιο βαθύς ο πόνος. Όταν έχασε τον αγαπημένο της ή τώρα που η ηγουμένη υπονόησε πως σιγά σιγά θα τον ξεχάσει.

Την είδε που βασανιζόταν η ηγουμένη, την ξανάπιασε απ’ το χέρι, την τράβηξε απαλά ως το δικό της κελί κι εκεί της έδειξε το εικονοστάσι της. Έστεκε ψηλά, ανάμεσα σε άλλα εικονίσματα, ένας νέος, καβαλάρης σε σταχτί άλογο. Όχι ο Αϊ-Γιώργης. Τούτος ήταν ο αγαπημένος της γερόντισσας. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν.

Η μοναχή κοίταζε μια τον καβαλάρη, μια την ηγουμένη, ώσπου την άκουσε να λέει: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ!»

Έτσι της είπε κι έσταζε, σαν απ’ το αναμμένο καντήλι, γλυκιά η φωνή της. Γλυκιά φωτιά που ημέρεψε τα μέσα της. Αέρας, που ’πλεκε το φεγγάρι στα μαλλιά της.

Άφησε να κυλήσουν δυο δάκρυα, καυτά, θαρρείς βγαλμένα απ’ τη λάβα του έρωτα. Ύστερα έσκυψε, φίλησε το χέρι της ηγουμένης κι αναστημένη βγήκε κλείνοντας την πόρτα. Προχωρούσε στον διάδρομο κι είχε μια εκτυφλωτική λάμψη στα μάτια. Μια πίστη απίστευτη. Για ποιον; Για τον αγαπημένο της; Για την εικόνα του αγαπημένου της; Πίστη και δέος για όσους μένουν πιστοί για πάντα;

Στο κελί η ηγουμένη πάτησε με προσοχή στο τρίπατο ξύλινο σκαμνί. Άπλωσε τα χέρια και κατέβασε την εικόνα του καβαλάρη. Στη θέση της τοποθέτησε εκείνη του Χριστού. Έπειτα πήγε ως την άλλη γωνία. Άνοιξε ένα παλιό ξύλινο κιβώτιο και αναποδογύρισε την αγιογραφία του καβαλάρη πάνω σε μια στοίβα από σκονισμένες εικόνες κοσμικών προσώπων. Τούτες ανήκαν κάποτε στις καλογριές της τρίτης πτέρυγας. Έκλεισε το καπάκι και, όπως ίσιωνε αργά αργά το κορμί της, μονολόγησε:
«Πού ξέρεις, μπορεί να βρεθεί μια μέρα και κάποια που δε θα ξεχάσει ποτέ».

Το βιβλίο ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΞΕΧΝΟΥΝ ΠΟΤΕ περιλαμβάνει 19 διηγήματα και μια παραλογή, με καλπάζουσα και φουρτουνιασμένη γλώσσα, για τον έρωτα, τον γενέθλιο τόπο ως παντοτινή πατρίδα, τις αποχρώσεις των ονείρων, την εξουσία της φήμης, την τραγικότητα της μοναξιάς, την κοινωνική μειονεξία, τους «επικίνδυνους» ποιητές, το βάπτισμα στο αίμα της τέχνης, τα θηρία που μας τρώνε ψυχή, νου και κορμί, τη θεία φύση και τη γυναίκα-ζωή.

12 πράγματα που κάθε booklover έχει πει

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 20 April 2017
  • Tagged
game-of-thrones-booklover

Όσοι αγαπάμε με πάθος τα βιβλία μπορούμε εύκολα να ανακαλύψουμε πράγματα που μας συνδέουν. Ένα από τα πιο αστεία κοινά σημεία μας είναι οι κλισέ ατάκες που όλοι κάποια στιγμή έχουμε πει, σαν να τις έχουμε αποστηθίσει από κάποιο βιβλίο!

Συλλέξαμε και σας παρουσιάζουμε 12 τέτοιες ατάκες που είμαστε 99% σίγουροι πως έχετε πει κάποια στιγμή στη ζωή σας…

Continue reading…

23 Απριλίου γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου & χαρίζουμε βιβλία!

bookday-dandolos-2017

Η 23η Απριλίου έχει καθιερωθεί διεθνώς από την UNESCO ως Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, αφιερωμένη σε δύο μεγάλους δημιουργούς της παγκόσμιας λογοτεχνίας που «έφυγαν» την ίδια ημέρα (23 Απριλίου 1616) από τη ζωή, τους Ουίλιαμ Σαίξπηρ και Μιγκέλ ντε Θερβάντες. Ξεκινώντας από το 2016, η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου, με τη συνεργασία της Εταιρείας Συγγραφέων και του Ελληνικού Τμήματος της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, καθιέρωσε και στην Ελλάδα την 23η Απριλίου ως Ημέρα Βιβλίου.

Με κεντρικό μήνυμα «διαβάζω & αλλάζω», ξεκινώντας από την Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου (2 Απριλίου) και με κορύφωση την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, οργανώνονται εκδηλώσεις όλο τον Απρίλιο για το βιβλίο και την προώθηση της ανάγνωσης, με σκοπό όχι μόνο να δημιουργηθούν νέοι, αλλά και να κινητοποιηθούν οι παλιοί αναγνώστες, και όλοι μαζί να οδηγηθούν στα βιβλιοπωλεία και στις βιβλιοθήκες όπου ζει και αναπνέει το βιβλίο.

Φιλοδοξία είναι ο εορτασμός αυτός να καθιερωθεί και να αποτελέσει εφαλτήριο για νέες ενέργειες και ευκαιρίες ανάδειξης της ανάγνωσης, να λειτουργήσει ως ένα μοναδικό όχημα μάθησης, ψυχαγωγίας και προσωπικής προόδου, μέσα από το οποίο θα προωθηθεί η τόσο αναγκαία υπόθεση της παιδείας και του πολιτισμού, που παραγνωρίζονται στις μέρες μας όσο ποτέ άλλοτε.

Λίγα πράγματα αφήνουν πιο βαθύ σημάδι σ’ έναν αναγνώστη από το πρώτο βιβλίο που βρίσκει το δρόμο για την καρδιά του.
~

Κάρλος Ρουίθ Θαφόν, 1964 -, Ισπανός συγγραφέας

Λογοτεχνικός περίπατος στην Αθήνα του 1900 με τον Στέφανο Δάνδολο

Stefanos-Dandolos_thalassa_1200x627

Το Σάββατο 22 Απριλίου σας προσκαλούμε σε ένα λογοτεχνικό περίπατο στην Αθήνα του 1800, με αφορμή το νέο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου, ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΕΙΣ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ. Ο περίπατος θα ξεκινήσει στις 11 π.μ. από το Βιβλιοπωλείο μας (Εμμανουήλ Μπενάκη 13-15), και με «ξεναγό» τη συγγραφέα θα ακολουθήσουμε τη συναρπαστική διαδρομή των ηρώων του βιβλίου στα κυριότερα ιστορικά σημεία της Αθήνας.

Οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ σας προσκαλούν σε λογοτεχνικό περίπατο, με αφορμή το νέο βιβλίο του Στέφανου Δάνδολου, στο πλαίσιο του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Βιβλίου. Ο περίπατος θα ξεκινήσει από το Βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ (Εμμ. Μπενάκη 13-15, Εξάρχεια, τηλ.: 210 3602535) και θα ακολουθήσει τη συναρπαστική διαδρομή των ηρώων του βιβλίου, με τελευταία στάση στο Ζάππειο. Περιηγηθείτε και ανακαλύψτε την Αθήνα του 1900, με “ξεναγό” τον συγγραφέα Στέφανο Δάνδολο. Απαραίτητη η κράτηση θέσεων στο pr_2@psichogios.gr ή στο τηλ.: 210 2804854 (9:00-17:00).

Ένα βιβλίο για πάντα

Στις 23 Απριλίου εορτάζεται στην Καταλονία η Μέρα των Βιβλίων και των Ρόδων που συνδυάζεται με την εορτή του προστάτη της περιοχής, Αγίου Γεωργίου. Με το σύνθημα «Ένα τριαντάφυλλο για την αγάπη, ένα βιβλίο για πάντα», ο άνδρας θα χαρίσει στην αγαπημένη του ένα τριαντάφυλλο κι αυτή θα του το ανταποδώσει με ένα βιβλίο.

Τα πιο δυνατά συναισθήματα, οι πιο μύχιες σκέψεις, η αδάμαστη φαντασία, η πολύτιμη γνώση… όλα βρίσκουν το χώρο έκφρασής τους σ′ ένα βιβλίο. Γι′ αυτό για εμάς τα βιβλία είναι πολύτιμα δώρα και μας αρέσει να τα μοιραζόμαστε.

Ελάτε να γιορτάσουμε μαζί την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου στο διαδίκτυο. Μόνο στις 23 Απριλίου λάβετε μέρος στην “ηλεκτρονική” εορταστική μας κλήρωση και κερδίστε ένα νέο βιβλίο κάθε ώρα! Κάντε click στην εικόνα για συμμετοχή 👇

PAGKOSMIA_HMERA_BIBLIOY_2017

Το διάβασμα είναι όπως η τροφή και το νερό. Το πνεύμα που δεν διαβάζει χάνει βάρος, όπως ένα σώμα που δεν τρώει.
~

Βίκτωρ Ουγκώ, 1802-1885, Γάλλος συγγραφέας

Οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ και το BOOKOO σας καλούν σε μαθήματα δημιουργικής γραφής με τον Αλέξη Σταμάτη

book-seminario-dimiourgikis-grafis

Οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ και το Bookoo βρίσκονται στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσουν την έναρξη μαθημάτων δημιουργικής γραφής σε συνεργασία με τον καταξιωμένο συγγραφέα και εισηγητή σεμιναρίων δημιουργικής γραφής Αλέξη Σταμάτη. Ανακαλύψτε τη μαγεία της συγγραφής στη ζεστασιά του νέου μας βιβλιοπωλείου στο κέντρο της Αθήνας.

Το Σεμινάριο Δημιουργικής Γραφής με τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη απευθύνεται σε όσους θέλουν να επικοινωνήσουν με τα ενδότερα της συγγραφής, αυτής της «Μάγισσας Τέχνης», και να αναπτύξουν την αποκλειστικά δική τους συγγραφική «φωνή». Τα μαθήματα διεξάγονται σε μια ατμόσφαιρα διάδρασης και λογοτεχνικότητας, μέσα από θεωρία αλλά και ασκήσεις. Μαζί με τον συγγραφέα οι συμμετέχοντες ανιχνεύουν τι σημαίνει αυτός ο «άλλος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα» στον οποίο βασίζεται η λογοτεχνία. Εισδύουν στην «κουζίνα» του πεζογράφου και αναλύουν τον τρόπο που χρησιμοποιεί τα «υλικά» του. Τα σεμινάρια γίνονται με την καθοδήγηση ενός έμπειρου δημιουργού, ο οποίος, εκτός από την επιτυχημένη προσωπική συγγραφική διαδρομή και τη θεωρητική του κατάρτιση, διαθέτει και μια μελετημένη μέθοδο προσέγγισης της λογοτεχνίας. Μαθητές του έχουν ήδη εκδώσει δέκα βιβλία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΛΕΞΗ ΣΤΑΜΑΤΗ

Ο Αλέξης Σταμάτης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές Αρχιτεκτονικής και Κινηματογράφου στο Λονδίνο. Έχει εκδώσει δεκατρία μυθιστορήματα και είκοσι τέσσερα συνολικά βιβλία. Το πρώτο, Ο έβδομος ελέφαντας (1998), εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία. Το δεύτερο, Μπαρ Φλωμπέρ (2000), εκδόθηκε στη Μεγάλη Βρετανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία. Έχει δημοσιεύσει έξι ποιητικές συλλογές. Το μυθιστόρημα του Αμερικάνικη Φούγκα εκδόθηκε το 2008 στις ΗΠΑ, έχοντας κερδίσει το International Literature Award από το “National Endowment for the Arts”. Το μυθιστόρημά του Βίλα Κομπρέ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ (2007). Για τη δεύτερη συλλογή του, Αρχιτεκτονική Εσωτερικών Χώρων, του απονεμήθηκε το 1994 από τον Δήμο Αθηναίων το Βραβείο Ποίησης στη μνήμη Νικηφόρου Βρεττάκου. Το παιδικό του μυθιστόρημα Ο Άλκης και ο λαβύρινθος κέρδισε το Πρώτο Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.

stamatis

Ο μονόλογός του Η τελευταία Μάρθα παρουσιάστηκε το 2004 στην Πολιτιστική Ολυμπιάδα, και παίχτηκε το 2008 στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου και ερμηνεία Χρήστου Στεργιόγλου. Τα έργα του Δακρυγόνα και Σκότωσε ό,τι αγαπάς (σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη) παίχτηκαν το 2010 και το 2012 στο ίδιο θέατρο. Ο μονόλογός του Μεσάνυχτα σ’ έναν τέλειο κόσμο ανέβηκε στο Θέατρο Τέχνης το 2013 σε σκηνοθεσία Άρη Τρουπάκη. Το έργο του Μελίσσια έχει παρουσιαστεί στο πλαίσιο του προγράμματος «Αναγνώσεις» στο Εθνικό Θέατρο. Το έργο του Innerview παίχτηκε τον χειμώνα του 2014 στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης σε σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ. Το 2013 το Innerview παίχτηκε στο Southbank Centre του Λονδίνου.

Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στη Μεγάλη Βρετανία. Έχει αντιπροσωπεύσει πολλές φορές την Ελλάδα σε διεθνή λογοτεχνικά συνέδρια. Τον Απρίλιο του 2013 μίλησε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις Βρυξέλλες στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Τέσσερις συγγραφείς του Νότου μιλούν για την κρίση». Γράφει κριτική λογοτεχνίας στην εφημερίδα Τα Νέα. Διδάσκει για έκτο χρόνο δημιουργική γραφή.

Αναλυτικά οι ημερομηνίες των μαθημάτων

Κάθε Πέμπτη, από 4 Μαΐου, για έξι εβδομάδες, εκτός της 8ης Ιουνίου.

(4/5, 11/5, 18/5, 25/5, 1/6, 15/6)
Ώρες: 6-9 μ.μ.

2 βραβεία για τις Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ από τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 3 April 2017
  • Tagged
Ibby2017

Το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου απένειμε το Σάββατο 1 Απριλίου τα ετήσια βραβεία του σε πρόσωπα και φορείς που με τη δράση τους καλλιεργούν τη φιλαναγνωσία, καθώς και τα βραβεία για συγγραφείς, εικονογράφους και μεταφραστές λογοτεχνικών βιβλίων για παιδιά και νέους, για βιβλία που εκδόθηκαν το 2016.

Οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ διακρίθηκαν με το βραβείο σε ξένο συγγραφέα, Έλληνα εκδότη και μεταφραστή βιβλίου μεταφρασμένου στα ελληνικά για παιδιά ή νέους: Τζον Μπόιν (συγγραφή), Πετρούλα Γαβριηλίδου (μετάφραση) για το βιβλίο ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ. Επίσης, απονεμήθηκε το τιμητικό δίπλωμα για την αναγραφή στους τιμητικούς πίνακες της ΙΒΒΥ για τη διετία 2015-2016 στην εικονογράφο Μυρτώ Δεληβοριά για το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων «Στο νησί της ροδιάς», εκδόσεις Ψυχογιός.

Όταν ο Πιερό χάνει τους γονείς του, αναγκάζεται να αφήσει το Παρίσι και να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τη θεία Μπίατριξ, που δουλεύει ως υπηρέτρια σε ένα πλούσιο σπίτι στις Βαυαρικές Άλπεις. Αλλά οι εποχές είναι δύσκολες, καθώς βρισκόμαστε στο 1935, στα πρόθυρα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Και δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο πλούσιο σπίτι αλλά για την κατοικία του Αδόλφου Χίτλερ. Σύντομα ο Πιερό γοητεύεται από τον Χίτλερ και μπαίνει άθελά του σ’ έναν επικίνδυνο νέο κόσμο: έναν κόσμο τρομοκρατίας, μυστικών και προδοσίας, από τον οποίο ίσως να μην μπορέσει ποτέ να δραπετεύσει.

Υπάρχει ένα νησί που δεν έχει όνομα. Νησί το λένε όλοι, έτσι απλά. Είναι μικρό, αλλά με μια όμορφη ακρογιαλιά. Και στην κορυφή του λόφου βρίσκεται ένα δίπατο λευκό σπίτι. Γύρω του ένας λευκός μαντρότοιχος και πολλές ροδιές. Μέσα στο σπίτι μένουν… τα Σποράκια της Ροδιάς. Ποια είναι αυτά τα Σποράκια; Ποια ήταν η γυναίκα που τη φωνάζανε Ροδιά;

Ο μικρός Μάνος μαζί με τον παππού του, τον μεγάλο Μάνο, θα ανακαλύψουν μια ιστορία που ξεκινά από τα παλιά και φτάνει μέχρι τις μέρες μας, και θα ζήσουν έναν αξέχαστο μήνα δίπλα σε ανθρώπους που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο να προσφέρουν την αγάπη.

Με το βραβείο «Βασίλης Αναγνωστόπουλος» βραβεύτηκαν η Ελένη Μάγκα και η Αικατερίνη Μαρέτα, στο Γυμνάσιο Γαρδικίου Θεσπρωτίας, οι οποίες έδειξαν έμπρακτα και αποτελεσματικά το ενδιαφέρον τους για τη Φιλαναγνωσία και τη Νεανική Λογοτεχνία. Δύο εκπαιδευτικοί-πρότυπα, οι οποίες μας κάνουν περήφανους και πιο αισιόδοξους για το μέλλον των παιδιών μας. Αθλοθέτης ήταν οι Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ, ενώ το έπαθλο ήταν βιβλία αξίας 300 ευρώ. Το βραβείο απονέμεται σε εν ενεργεία εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης κάθε ειδικότητας. Το βραβείο «Βασίλης Αναγνωστόπουλος» αποτελεί σημαντική διάκριση τόσο για τους εκπαιδευτικούς, όσο και για όλο το σχολείο. Το βραβείο παρέδωσε ο εμπορικός διευθυντής των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ, Νίκος Ψυχογιός.

Στην ίδια εκδήλωση κηρύχθηκε η έναρξη των εκδηλώσεων για την Ημέρα Βιβλίου 2017, με το σύνθημα ΔΙΑΒΑΖΩ & ΑΛΛΑΖΩ, την οποία συνδιοργανώνουν για δεύτερη φορά η Ένωση Ελληνικού Βιβλίου (ΕΝΕΛΒΙ), το Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ – Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου και η Εταιρεία Συγγραφέων. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του ΥΠ.Π.Ε.Θ., του ΥΠ.ΠΟ.Α., του Δήμου Αθηναίων, της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, του Δήμου Θεσσαλονίκης, της Ελληνικής Εθνικής Επιτροπής για την UNESCO, με χορηγούς τον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου (ΟΣΔΕΛ) και τα Ελληνικά Ταχυδρομεία (ΕΛ.ΤΑ.).

Την ενδεκαμελή επιτροπή αποτέλεσαν οι: Γιάννης Παπαδάτος (πρόεδρος), Φιλομήλα Βακάλη-Συρογιαννοπούλου, Μαρία Δελάκη, Αρετή Καράμπελα, Πόπη Κασσωτάκη-Ψαρουδάκη, Χρύσα Κουράκη, Μαρία Κουρκουμέλη, Κωστής Μακρής, Φωτεινή Μπαλαγιάννη, Αθηνά Μπίνιου και Δημήτρης Πολίτης.

📚 Διαβάζω το βιβλίο ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

krummeni-alitheia

📚 Διαβάζω απόσπασμα από το μυθιστόρημα ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΑΛΗΘΕΙΑ του Γιώργου Πολυράκη.

«Καλησπέρα, Νικολή», είπε η μαμή μόλις πέρασε την εξώπορτα.
«’Σπέρα…»
«Άντε, η ώρα η καλή μ’ ένα γερό παιδί».
«Μ’ ένα γερό κοπέλι, θες να πεις!»
«Μ’ ένα γερό παιδί, Νικολή! Αυτό είπα! Γερό να ’ναι κι ας είναι ό,τι θέλει ο Θεός».
«Κοπέλι είναι. Κατέω ίντα σου λέω!»
Η μαμή δεν του έδωσε περισσότερη σημασία. Γνώριζε άλλωστε ότι οι περισσότεροι άντρες στο χωριό προτιμούσαν να έχουν πολλά κοπέλια και καμία κοπελιά και τούτος ο μονοκόμματος δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Μπήκε μέσα και βρήκε την ετοιμόγεννη ξαπλωμένη στον καναπέ, με όλα τα παιδιά κοντά της.
«Άντε, Ελένη, μ’ έναν πόνο. Με τόσες γέννες, ούτε που θα το καταλάβεις».
Κοίταξε τα παιδιά και είπε στην ετοιμόγεννη να σηκωθεί και να πάει στο κρεβάτι της. «Δεσποινιώ, καλλιά είναι επαέ… μπορεί να θέλει ο Νικολής να πάει στο κρεβάτι να κοιμηθεί…»
«Ε, άμα θέλει να κοιμηθεί, ας ξαπλώσει στον καναπέ».
«Όι, όι, σου λέω… καλλιά επαέ…»
Η μαμή φάνηκε να χάνει την υπομονή της.
«Να σηκωθείς θέλεις να πάεις στο κρεβάτι σου γή να σηκωθώ και να φύγω εγώ; Αποφάσισε, μα γλήγορα».

Με τα πολλά, η Ελένη πείστηκε και μπήκαν στην κρεβατοκάμαρη. Η μαμή έκλεισε την πόρτα και στράφηκε στα παιδιά.
«Εσείς να μην μπείτε μέσα. Σε λίγο θα έχετε ένα καινούργιο αδερφάκι», είπε και γύρισε να δει την Ελένη. Στεκόταν αναποφάσιστη μπροστά στο κρεβάτι, σαν να το σκεφτόταν αν έπρεπε να ξαπλώσει ή να το αφήσει για τον άντρα της.
Η μαμή τη λυπήθηκε.
Ήταν κοινό μυστικό στο χωριό ότι η Ελένη φοβόταν τον άντρα της. Ο Νικολής ήταν τραχύς, μονοκόμματος και βίαιος και θεωρούσε ότι ήταν νόμος να γίνεται πάντα το δικό του. Χωρίς εξαιρέσεις. Η Ελένη δεν είχε εκείνη τη μικρή δύναμη της άρνησης που κάνει μερικές μέτριες γυναίκες τόσο σπουδαίες. Είχε υποταχθεί στον άντρα της, όπως σ’ όλες τις άλλες αναποδιές της ζωής της, κλείνοντας πολλές φορές τη δυστυχία της σε κάποιον ελαφρό αναστεναγμό. Ήταν καταδικασμένη να γεράσει υποφέροντας. Ήξερε ότι ο άντρας της δεν την είχε αγαπήσει ποτέ ή ότι την αγαπούσε όπως αγαπάει κανείς ένα σκυλί αδέσποτο που το κρατάει στο σπίτι του από ευσπλαχνία. Τίποτα δεν μπορούσε να του αλλάξει τον τρόπο συμπεριφοράς, ούτε και η σιγουριά πως με τη συμπεριφορά του έκανε τη γυναίκα του δυστυχισμένη. Ο άντρας της ήταν από εκείνους τους σκληρούς και πεισματάρηδες ανθρώπους που αρπάζονται ασυλλόγιστα από μιαν ιδέα και, όσο πιο άσχημη, άδικη και παράλογη είναι, τόσο περισσότερο επιμένουν σ’ αυτήν…
«Μη φοβάσαι… θα γεννήσεις εύκολα… μ’ έναν πόνο…»
Οι λέξεις βγήκαν με γλυκύτητα και τρυφερότητα από το στόμα της μαμής. Έβλεπε την ετοιμόγεννη τόσο χλομή και τρομαγμένη, που τη λυπόταν…
Οι γυναίκες, σ’ όποια τάξη κι αν ανήκουν κι όση κι αν είναι η απόσταση που τις χωρίζει, την ώρα της γέννας νιώθουν η μία για την άλλη εκείνο τον οίκτο τον αδερφικό που γεννιέται μέσα τους επειδή όλες υποφέρουν τους ίδιους πόνους και διατρέχουν τους ίδιους κινδύνους. Η μαμή δεν αποτελούσε εξαίρεση.
«Μη φοβάσαι…» είπε ξανά.
«Μ’ έναν πόνο θα γεννήσεις… μαθημένη είσαι…»
Μαθημένη ήταν σίγουρα, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι θα πονούσε λιγότερο και ότι δε θα κινδύνευε καθόλου.
Τελικώς, η γέννα ήταν πολύ δύσκολη. Ακόμα και για μια γυναίκα που είχε γεννήσει ήδη έξι φορές.
Είχε αρχίσει να γλυκοχαράζει και, σαν το φεγγάρι χάθηκε, έφυγε ο γρύλος. Και, σαν ο γρύλος έφυγε, η Ελένη γέννησε, φέρνοντας στον κόσμο ένα κοριτσάκι…
Ο Νικολής κοιμόταν από ώρα στην πέτρινη πεζούλα της αυλής. Κάθε λίγο και λιγάκι τον ξυπνούσαν οι κραυγές της γυναίκας του. Ύστερα γυρνούσε από την άλλη πλευρά και κοιμόταν ξανά. Κάποια στιγμή ξύπνησε πάλι, έπειτα από μια ακόμα κραυγή της, αλλά, πριν περάσουν λίγες στιγμές ακόμα, ακούστηκε κι ένα δυνατό μωρουδίστικο κλάμα. Τόσο δυνατό που του φάνηκε αφύσικο. Την άλλη στιγμή ωστόσο, βρήκε την εξήγηση αυτού του δυνατού κλάματος.

«Μεγάλος θα ’ναι ο κερατένιος! Μπορεί και να ’ναι πάνω από πέντε οκάδες!» είπε χαρούμενος. Έπειτα ανακάθισε στην πεζούλα κι άναψε τσιγάρο.
Όταν είδε τη μαμή να βγαίνει γελαστή, ήταν βέβαιος για τα καλά νέα που του ’φερνε. «Άντε, Νικολή. Να σου ζήσει η κόρη. Άργησε και μας κούρασε, μα γυναίκα είναι. Γι’ αυτό». Η χαρά του Νικολή πήγε περίπατο, ωστόσο για μια στιγμή φαντάστηκε ότι τ’ αυτιά του παράκουγαν. Το στόμα του είχε μείνει χωρίς σάλιο.

«Μα ίντά ’πες εδά…» είπε θυμωμένος, σαν βρήκε τη φωνή του
«Είπα σου να σου ζήσει η κόρη!»
Πάλι τα ίδια! Πάλι παράκουγε!
«Ποια κόρη να μου ζήσει; Ντα έχω εγώ κόρη;»
«Έχεις, Νικολή, έχεις. Μια όμορφη κοπελιά έκανε η γυναίκα σου».
Ο Νικολής δε ρώτησε αν το παιδί ήταν γερό, ούτε αν ήταν καλά η γυναίκα του. Απλώς κατάπιε τη φωνή του.
«Μα, είσαι σίγουρη;» ρώτησε με φωνή βραχνή, σαν τα κατάφερε να πάρει ανάσα.
«Έλα, Χριστέ μου! Ίντά ’ναι τούτο πάλι! Φυσικά είμαι σίγουρη!»
Ο Νικολής αρνιόταν να το πιστέψει. Τόσο σερνικοβότανο είχε καταπιεί. Λάθος θα ’κανε τούτη η βλαμμένη!
«Μα, μωρή Δεσποινιώ, είσαι σίγουρη πως είναι κοπελιά; Είσαι σίγουρη πως είδες καλά;»
Η μαμή, ωστόσο, δεν ήταν άνθρωπος που τα έχανε, όσο παράλογα πράγματα και να άκουγε. Και η γλώσσα της έκοβε ροδάνι. Έβαλε τα χέρια στη μέση της και κοίταξε θαρρετά τον Νικολή στα μάτια.
«Μα δε μου λες, Νικολή, σάλεψες; Ίντα θα πει αν είμαι σίγουρη πως είναι κοπελιά; Μπας και νομίζεις ότι δεν έχω δει αντρικό λιλί; Ή μπας και θαρρείς πως δεν κατέω ίντά ’ναι αυτό που έχω ανάμεσα στα πόδια μου;» είπε, αφήνοντάς τον άναυδο.
Ύστερα του γύρισε την πλάτη και πέρασε μέσα, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Τα λόγια της μαμής είχαν αφήσει αποσβολωμένο τον Νικολή.
Για αρκετή ώρα απόμεινε στην αυλή, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο, κι ύστερα κίνησε για κατά κει όπου έβοσκαν τα οζά του, χωρίς να πάρει το σακούλι με το ψωμί, τις ελιές και δυο τρία βραστά αυγά που έπαιρνε κάθε μέρα. Ούτε το παγούρι με το νερό πήρε μαζί του. Μόνο την κατσούνα του άδραξε κι έφυγε βαρύς και συννεφιασμένος, χωρίς να μπει να δει πώς ήταν η γυναίκα του, ύστερα από μια τόσο πολύωρη και δύσκολη γέννα. Ούτε το νεογέννητο θέλησε να δει, έστω από περιέργεια και μόνο…
Ανέβηκε μονοκοπανιά ως την κορυφή της Κουλούρας και μόνο τότε κάθισε για να ξελαχανιάσει, να ξεϊδρώσει και να καπνίσει. Έστριψε και άναψε το τσιγάρο με μηχανικές κινήσεις και με τον νου του να τρέχει σε πολλά, αλλά, το κυριότερο, σε δύο πράγματα, που είχαν αρχίσει να τον απασχολούν από τη στιγμή που το πήρε απόφαση ότι το παιδί που γέννησε η γυναίκα του ήταν κοπελιά: αν ήταν άσκημη, μπορεί να μην παντρευόταν, κι αν ήταν όμορφη, θα υπήρχε φόβος να πάρει τον κακό δρόμο, σαν την κοπελιά του προπάππου του! Μεγάλος μπελάς! Πολύ μεγάλος!

Ολοκληρώθηκε επιτυχώς η 6η Βιβλιο-τρεχάλα Φιλαναγνωσίας!

  • By Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός
  • Published 3 April 2017
  • Tagged
bibliotrexala

Η ανταπόκριση των σχολείων από όλη την Ελλάδα ήταν απροσδόκητα θετική! Συνολικά πάνω από 900 τμήματα σχολείων και περισσότεροι από 19.000 μαθητές διάβασαν βιβλία των Εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ.

Ευχαριστούμε θερμά όλα τα σχολεία για τη συμμετοχή στο μαραθώνιο και ιδιαίτερα τον κάθε μαθητή ξεχωριστά που διάβασε τα βιβλία μας! Θέλουμε να υπογραμμίσουμε ότι νικητές του μαραθωνίου αναδεικνύονται όλοι οι μαθητές, αφού τα οφέλη της φιλαναγνωσίας είναι ανεκτίμητα.

Τα τμήματα που τερμάτισαν στην 1η θέση του μαραθωνίου και κερδίζουν βιβλία αξίας 500€, επιλογής του διευθυντή του σχολείου και του υπεύθυνου εκπαιδευτικού του τμήματος, είναι:

 

Τα 10 τμήματα που κέρδισαν βιβλία αξίας 150€ για τους μαθητές κατόπιν κλήρωσης είναι:

  • 3ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΔΡΑΜΑΣ (τάξη Α’, τμήμα 2)
  • ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΕΛΙΚΙΝΗΣ (τάξη Β’)
  • 6/Θ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΙΟΥΛΙΔΑΣ ΚΕΑΣ (τάξη ΣΤ’)
  • ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (τάξη Γ’ Τμήμα 1)
  • 13ο ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ
  • 3o ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΛΑΜΙΑΣ (τάξη Α’ Τμήμα 1)
  • 4o ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΑΡΙΔΑΙΑΣ (τάξη ΣΤ’ Τμήμα 2)
  • 5ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΙΕΡΑΠΕΤΡΑΣ (τμήμα Ε’ Τμήμα 1)
  • 71o ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Τμήμα ολοήμερο)
  • 1/Θ Δ.Σ. ΧΑΛΚΕΙΟΥ ΝΑΞΟΥ (τμήμα κλασσικό)

 Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα σχολεία για τη συμμετοχή και την προσπάθεια!

15 βιβλία χωρίς ηλικία

paidika-vivlia-gia-megalous

Κάποια παιδικά βιβλία μένουν για πάντα στη βιβλιοθήκη μας και δε νιώθουμε ποτέ αρκετά μεγάλοι ώστε να τα διαβάσουμε ξανά. Επειδή, τελικά, δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από το να κοιτάζουμε τον κόσμο με παιδική αθωότητα και να ανακαλύπτουμε και πάλι τις μεγαλύτερες αξίες της ζωής: αγάπη, ανθρωπιά, φιλία, φαντασία…

Στη λίστα που ακολουθεί σας παρουσιάζουμε 15 ξεχωριστά παιδικά βιβλία που καταφέρνουν να ισορροπούν μοναδικά ανάμεσα στην παιδικότητα, στην εφηβεία και στην ενηλικίωση και να τα απολαμβάνουν εξίσου οι μικροί και οι όχι-και-τόσο-μικροί αναγνώστες!

Ποιο είναι το δικό σας αγαπημένο βιβλίο «χωρίς ηλικία»;

Ένα βιβλίο που έχει αφήσει ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στον χρόνο. Το διασημότερο δημιούργημα του Σεντ-Εξιπερί, στο οποίο ο συγγραφέας παραθέτει την ιστορία του μικρού πρίγκιπα, του παιδιού που δε μεγάλωσε ποτέ και που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Ένα βιβλίο το οποίο κάθε φορά μάς υπενθυμίζει την παιδική αθωότητα και τις αξίες της ζωής.

Και ξαναγύρισε στην αλεπού:

«Αντίο…» της είπε.
«Αντίο», είπε η αλεπού. «Και να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: δε βλέπεις σωστά παρά με την καρδιά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια».
«Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια», ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
«Είν’ ο καιρός που έχασες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει να ’χει τόση σημασία».
«Είν’ ο καιρός που έχασα για το τριαντάφυλλό μου…» είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.
«Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια», είπε η αλεπού. «Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…»
«Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου…» ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.

Η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ κατάφερε να δημιουργήσει έναν ήρωα που σε κάθε νέο βιβλίο μεγάλωνε μαζί με τους αναγνώστες του! Οι περιπέτειες του Χάρι Πότερ συνεχίζουν να συντροφεύουν εκατομμύρια αναγνώστες παγκοσμίως, κι όσα χρόνια κι αν περάσουν, οι πύλες του Χόγκουαρτς θα παραμένουν ανοιχτές γι’ αυτούς.

«Αυτό που φοβάσαι περισσότερο στον κόσμο είναι… ο φόβος».

Ρέμους Λούπιν

Ένα εκπληκτικό σε σύλληψη μυθιστόρημα, που ρίχνει φως και στις πιο λεπτές εκφάνσεις του κόσμου γύρω μας.

«Μερικές φορές λυπόμαστε με κάποια πράγματα και δε θέλουμε να πούμε στους άλλους ανθρώπους πως είμαστε λυπημένοι. Μας αρέσει να το κρύβουμε. Ή μερικές φορές είμαστε λυπημένοι, αλλά δε συνειδητοποιούμε πως είμαστε λυπημένοι. Κι έτσι, λέμε πως δεν είμαστε. Αλλά στην πραγματικότητα είμαστε».

Σ’ αυτό το πρώτο βιβλίο της επιβλητικής τριλογίας του, ο Φίλιπ Πούλμαν έχει δημιουργήσει έναν πραγματικά «Χαμένο Παράδεισο», γεμάτο εκπληκτική δράση και πάθος που σου κόβουν την ανάσα.

«Το Αστέρι του Βορρά –πρώτο μέρος μιας τριλογίας– είναι μια μυθιστορηματική σύνθεση που προσφέρει αναγνωστική απόλαυση αλλά παράλληλα προτείνει να δούμε τον κόσμο και με τα μάτια της φαντασίας μας. Μια τέτοια πρόταση και με τον τρόπο με τον οποίο ο Φίλιπ Πούλμαν την υλοποιεί έχει στην εποχή μας ιδιαίτερη σημασία».

ΜΑΝΟΣ ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ, συγγραφέας

Μια συναρπαστική παραβολή για την αεικίνητη, ανήσυχη εποχή μας, που διαδραματίζεται στη χώρα της φαντασίας. Παραμύθι και πραγματικότητα συνάμα, τωρινή και μελλοντική, γεμάτη ερωτηματικά που αντικαθρεφτίζονται στις μορφές και στα πεπρωμένα, να τι είναι η ιστορία της Μόμο.

Μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού, της τρυφερής, γενναίας αλλά και αποφασιστικής Μόμο, ο κόσμος μας φαίνεται και σήμερα πλούσιος σε θαύματα και μυστήρια όσο και σε περασμένες εποχές. Και ο χρόνος που κυλάει είναι ο μεγαλύτερος πλούτος μας, είναι η ζωή, και η ζωή ζει μέσα στην καρδιά. Είναι το ζωντανό σύμβολο που επικυρώνει την ανάγκη του ανθρώπου να αγωνιστεί για ό,τι ανθρώπινο υπάρχει μέσα του.

Ο Ρόαλντ Νταλ μάς χαρίζει κάτι πραγματικά ξεχωριστό… Τη ΜΑΤΙΛΝΤΑ! Δεν υπάρχει παιδί πιο έξυπνο, πιο λογικό, πιο τρυφερό, πιο αξιαγάπητο από εκείνη. Αυτό το υπέροχο κορίτσι, το προικισμένο με μυαλό τόσο λαμπερό και με καρδιά τόσο μεγάλη, ας γίνει το φωτεινό παράδειγμα για όλους. Παραμύθι και πραγματικότητα, δεξιοτεχνία, γνώση και ταλέντο, να τι χρησιμοποίησε ο σπουδαίος αυτός συγγραφέας για να μας οδηγήσει σ’ έναν κόσμο όπως θα έπρεπε να είναι ο κόσμος μας και που, ίσως, μια μέρα τον κερδίσουμε.

Μια αξέχαστη ιστορία για τη δύναμη της ανθρωπιάς, τις ανατροπές της ζωής αλλά και για την αστείρευτη γοητεία των βιβλίων!

Η ΚΛΕΦΤΡΑ ΤΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ αξίζει μια θέση στο ίδιο ράφι με ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΦΡΑΝΚ. Προορίζεται να γίνει κλασικό έργο.

USA TODAY

Μια εξαιρετικά πρωτότυπη και συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της φιλίας και της εμπιστοσύνης.

Το πιο συγκλονιστικό εφηβικό μυθιστόρημα του φθινοπώρου, εντυπωσιακό και πρωτότυπο. Αφηγητής είναι ένα δυσλεκτικό αγόρι, που η φωνή του σε οδηγεί βαθιά μέσα στο μυαλό του και στον τρόπο με τον οποίο αυτό λειτουργεί, προσφέροντας, όμως, και κάτι ακόμα πιο σκοτεινό: μια παραβολή των κινδύνων του ολοκληρωτισμού. Παρά την απλή του γλώσσα, είναι ένα τρομακτικό ανάγνωσμα, το οποίο, όμως, παρέχει κι ένα μήνυμα ελπίδας – ότι ένας έφηβος, ακόμα και δυσλεκτικός, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο σ’ αυτό τον κόσμο.

 THE TELEGRAPH

Αναρωτιέμαι τι θα είχε γίνει αν…
Αν η μπάλα δεν είχε πέσει πίσω από τον τοίχο.
Αν ο Έκτορας δεν είχε πάει να τη βρει.
Αν δεν είχε κρατήσει κρυφό το τρομερό μυστικό.
Αν…
Τότε, μάλλον θα έλεγα στον εαυτό μου μια άλλη ιστορία.
Βλέπετε, τα «αν» είναι αμέτρητα, όπως και τα άστρα.

O Έκτορας και ο Στάντις είναι φίλοι. Ζουν στη Ζώνη Επτά, σε μια περιοχή όπου όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση. Όταν ανακαλύπτουν τα σχέδια της Μητρόπολης για τη δημιουργία ενός ψεύτικου Φεγγαριού, η ζωή τους παίρνει μια τρομακτική τροπή. Και ο Στάντις συνειδητοποιεί ότι πρέπει να αντισταθεί.

Ένα υπέροχο βιβλίο για την περίοδο του Μεγάλου Πολέμου μέσα από την παιδική ματιά του Άλφι. Από τον βραβευμένο συγγραφέα του βιβλίου ΤΟ ΑΓΟΡΙ ΜΕ ΤΗ ΡΙΓΕ ΠΙΤΖΑΜΑ, Τζον Μπόιν, που δε θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο.

Την επόμενη μέρα ένας στρατιώτης έφτασε στο σπίτι τους. Ψηλός και γεροδεμένος, ωραίος· και πόσο του πήγαινε η καινούργια αστραφτερή στολή! Πώς βρέθηκε ο στρατιώτης στο σαλόνι; αναρωτήθηκε ο Άλφι. Μα όταν εκείνος έβγαλε το καπέλο του, το παιδί κοκάλωσε. Ήταν ο μπαμπάς του. «Έπρεπε να το κάνω», είπε. Η Μάρτζι έκλαιγε. Έτσι έγινε, και ο Τζόρτζι έκανε τέσσερα χρόνια να γυρίσει κοντά τους. Στο διάστημα αυτό, και για να βοηθήσει τη μητέρα του, το αγόρι έφευγε κρυφά με το κασελάκι του λούστρου –το είχε πάρει από του εκτοπισμένου κυρίου Γιάνατσεκ το μισογκρεμισμένο σπίτι– και γυάλιζε τα παπούτσια των περαστικών στον σταθμό Κινγκς Κρος. Η Μάρτζι μύριζε την μπογιά στα χέρια του παιδιού της, αλλά δεν εμβάθυνε, έτρεχε ολημέρα ασθμαίνοντας από τη μια δουλειά στην άλλη. Και περίμενε… «Έφερα πίσω έξι πτώματα, δεν μπορούσες να τα βλέπεις. Αλλά τα έφερα και κατάφερα να μη σκοτωθώ. Μόνο ένας στους πέντε τραυματιοφορείς κατορθώνει να επιβιώσει τη νύχτα…»

Ο Πίτερ Παν, ή πρασινοφορεμένος ιππότης των αιθέρων, αποτελεί σύμβολο της αιώνιας νιότης, ανεμελιάς και χαράς. Ο χαρακτήρας αυτός συμβολίζει τη φθορά του ανθρώπου στον χρόνο και τη ματαιόδοξη προσπάθεια αναζήτησης της αιωνιότητας.

Ο Πίτερ Παν, το αγόρι που αρνείται να μεγαλώσει, και οι απίστευτες περιπέτειες στη Χώρα του Ποτέ… είναι ένα από τα αγαπημένα κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας που αγαπούν μικροί και μεγάλοι.

Σχεδόν 80 χρόνια νωρίτερα, στη Σουηδία, γεννήθηκε η Πίπη, ένας θηλυκός Πίτερ Παν, που αγαπήθηκε από όλους. Η Πίπη είναι το θαρραλέο, ατίθασο και σκανταλιάρικο παιδί που όλοι θέλαμε να είμαστε…

Σ’ αυτή την υπέροχη συλλογή ο πολυβραβευμένος Φίλιπ Πούλμαν παρουσιάζει τα πενήντα αγαπημένα παραμύθια του από τους αδελφούς Γκριμ, δίνοντάς τους νέα πνοή και φρεσκάδα με την ξεχωριστή πένα του.

Από τον ρομαντισμό των κλασικών, όπως η Ραπουνζέλ, Η Χιονάτη και Η Σταχτοπούτα, μέχρι το μαύρο χιούμορ των λιγότερο γνωστών, όπως Τα τρία φύλλα του φιδιού, Ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος και Ο θάνατος νονός, ο Πούλμαν αποδίδει με τον δικό του μοναδικό τρόπο τη γοητεία που ασκούν εδώ και αιώνες στους αναγνώστες τα παραμύθια των αδελφών Γκριμ, παραθέτοντας έπειτα από καθένα από αυτά ένα σύντομο σχόλιο για την ιστορία του. Στον δε πρόλογο εξηγεί γιατί αυτά τα παραμύθια έχουν αντέξει στον χρόνο και αποτελούν μέρος της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Μια αξέχαστη συλλογή που θα τη διαβάζετε και θα την ξαναδιαβάζετε εσείς και τα παιδιά σας για πολλά πολλά χρόνια.

Η ιστορία αυτού του ιδιαίτερου βιβλίου αντανακλά τα συναισθήματα απομόνωσης και μοναξιάς που ένιωθε η εικονογράφος του βιβλίου μεγαλώνοντας στη δεκαετία του ’80 στην Κίνα, όπου επικρατούσε η πολιτική της γέννησης ενός παιδιού ανά οικογένεια.

«Όταν ήμουν μικρή, και οι δύο γονείς μου έπρεπε να εργάζονται για να στηρίζουν την οικογένειά μας. Έτσι, κατά τη διάρκεια της μέρας με φρόντιζε η γιαγιά μου. Και πάλι, αν καμιά φορά έπρεπε να τρέξουν στη δουλειά ή η Νάι Νάι ήταν απασχολημένη, με άφηναν μόνη μου στο σπίτι. Αυτό ήταν συνηθισμένο σε πολλές οικογένειες εκείνη την εποχή. Ανήκα σε μια πολύ μοναχική γενιά παιδιών.

»Μια φορά, όταν ήμουν έξι ετών, ο πατέρας μου με έβαλε στο τρόλεϊ για το σπίτι της γιαγιάς μου προτού φύγει για τη δουλειά. Αποκοιμήθηκα, κι όταν ξύπνησα, το τρόλεϊ ήταν σχεδόν άδειο. Πανικοβλήθηκα και το έβαλα στα πόδια. Δεν υπήρχε κανένας να με βοηθήσει, γι’ αυτό άρχισα να περπατάω. Έκλαιγα καθώς περπατούσα, ακολουθώντας τις γραμμές του τρόλεϊ. Ευτυχώς, κατάφερα να βρω έναν δρόμο που μου φαινόταν γνωστός και τελικά έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς μου τρεις ώρες αργότερα.

»Καθώς μεγάλωνα, συνειδητοποίησα ότι είναι εύκολο να χαθείς, αλλά αν κοιτάξεις πολύ προσεκτικά, υπάρχει πάντα ένας δρόμος, σαν τις γραμμές του τρόλεϊ, που θα σε οδηγήσει πίσω στο σπίτι».

Γκουοτζίν

Ένα επίκαιρο βιβλίο με θέμα την παγκόσμια προσφυγική κρίση. Η Ζάνα Φρέιλον έγραψε ΤΟ ΚΟΚΑΛΙΝΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ, θέλοντας να μιλήσει για όλους αυτούς τους ανθρώπους πίσω από τους στατιστικούς πίνακες και να φανερώσει την πραγματικότητα που βιώνουν στα κέντρα κράτησης, με την ελπίδα οι μελλοντικές γενιές να διαχειριστούν με καλύτερο τρόπο τόσο δύσκολα θέματα όπως αυτό.

ΤΟ ΚΟΚΑΛΙΝΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Guardian Children’s Book Prize 2016 και έχει προταθεί για το CILIP Carnegie Medal 2017.

Ο Μάικλ Μποντ έχει γράψει παραπάνω από εκατό βιβλία. Προτού αφοσιωθεί στη συγγραφή, έζησε πολλά δημιουργικά χρόνια ως κινηματογραφιστής του BBC. Την ιδέα της δημιουργίας ενός ήρωα που έγινε διάσημος σε όλο τον κόσμο τη σκέφτηκε κάποια παραμονή Χριστουγέννων που χιόνιζε. Μπήκε για να προστατευτεί στο Selfridges, ένα από τα μεγαλύτερα πολυκαταστήματα του Λονδίνου, όταν είδε ένα λούτρινο αρκουδάκι παρατημένο μόνο του σ’ ένα ράφι. Ήταν η έμπνευσή του για το ΕΝΑ ΑΡΚΟΥΔΑΚΙ ΠΟΥ ΤΟ ΛΕΝΕ ΠΑΝΤΙΝΓΚΤΟΝ, το οποίο εκδόθηκε το 1958. Τα αρκουδάκια δε χρειάζονται και πολλή ενθάρρυνση, κι έτσι ο Πάντινγκτον γέμισε τις σελίδες δεκατεσσάρων μυθιστορημάτων και πολλών εικονογραφημένων βιβλίων. Ο Πάντινγκτον το αρκουδάκι έγινε η μασκότ του Λονδίνου και χρησιμοποιείται ακόμα σε πολλά πρότζεκτ για μικρούς και μεγάλους.