Το έγκλημα της Γενοκτονίας

100-years-Armenian-genocide
Share Button

Το 1915, κι ενώ ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος κορυφώνεται, η Οθωμανική Αυτοκρατορία επιδίδεται σε μία συστηματική «εκκαθάριση» των εδαφών της από τον χριστιανικό πληθυσμό. Μέχρι το τέλος του μεγάλου πολέμου, περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι που ζούσαν εντός των συνόρων της Τουρκίας ξεριζώνονται και αφανίζονται στην πρώτη γενοκτονία του 20ου αιώνα.

Ο όρος «γενοκτονία» καθιερώθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, στη Δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, κατά την εκδίκαση της ηγεσίας των ναζιστών εγκληματιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και αναφέρεται στα βίαια εγκλήματα που διαπράττονται εις βάρος μίας ομάδας με στόχο τον φυσικό αφανισμό της. Ορίζεται ως διεθνές έγκλημα και δε συναρτάται με πολεμικές συγκρούσεις.

Γενοκτονία αποτελεί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις η οποία διαπράττεται με σκοπό την καταστροφή, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, μιας εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας:
(α) Η δολοφονία μελών της ομάδας.
(β) Η πρόκληση σοβαρής σωματικής ή διανοητικής βλάβης σε μέλη της ομάδας.
(γ) Η εθελούσια επιβολή στην ομάδα συνθηκών διαβίωσης που αποσκοπούν στην ολοσχερή ή μερική φυσική εξόντωσή της.
(δ) Η επιβολή μέτρων που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων στο εσωτερικό της ομάδας.
(ε) Η δια της βίας μεταφορά των παιδιών της ομάδας σε μια άλλη ομάδα.

Τα δραματικά ιστορικά γεγονότα της περιόδου έχουν αποτελέσει πολλές φορές το κεντρικό θέμα βιβλίων, είτε αυτά έχουν καθαρά ιστορικό χαρακτήρα είτε πρόκειται για μυθιστορήματα, η πλοκή των οποίων εμπλουτίζεται με ιστορικά στοιχεία. Μυθιστορήματα όπως Το κουτί των αναμνήσεων της Ιβ Μάκις, η ιστορία του οποίου εκτυλίσσεται στα χρόνια που συντελέστηκε η Γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά και πολλά βιβλία από τη νεώτερη και σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, όπως Το κορίτσι απ’ τη Σαμψούντα της Σόφης Θεοδωρίδου, οι ιστορίες των οποίων διαδραματίζονται την εποχή της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.

19 Μαΐου: Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων

Κατά την περίοδο 1914-1923 πραγματοποιήθηκαν σφαγές και εκτοπισμοί ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου, με τον αριθμό των θυμάτων να υπολογίζεται μεταξύ 213.000 και 368.000. Επρόκειτο για ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε εις πέρας με συστηματικό τρόπο. Ο ξεριζωμός, τα βασανιστήρια, οι εξαντλητικές κακουχίες, όπως η πείνα και η δίψα, και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο ήταν μερικές μόνο από τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν κατέφυγαν στον Άνω Πόντο και μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα.

genoktonia_5

Σήμερα, χρόνια μετά τη Γενοκτονία των Ποντίων, ανοίγουμε «το κουτί των αναμνήσεων», για να θυμηθούμε όσα η ιστορική μνήμη θέλησε να λησμονήσει με αποσπάσματα από τα βιβλία Το Κορίτσι απ’ τη Σαμψούντα της Σόφης Θεοδωρίδου, Το διώροφο της Τσιμισκή της Γιώτας Φώτου, Το δάκρυ του έρωτα των Λία Ζώτου και Θοδωρή Καραγεωργίου, καθώς και Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος της Νοέλ Μπάξερ.

Απόσπασμα από το βιβλίο Το κορίτσι απ’ τη Σαμψούντα (Σόφη Θεοδωρίδου)

“ Η Συμέλα είχε σταματήσει να μιλά από την προηγουμένη. Το ρίγος της είχε κοπάσει, μα άγριος βήχας τη βασάνιζε συχνά. Ήταν χωμένη κάτω απ’ τη μασχάλη της Παρθενόπης, ενώ η Καλλιόπη είχε κρεμαστεί στο μπράτσο της μητέρας της. Έριξε μια κλεφτή ματιά στη φίλη της· δυο βρόμικοι λεκέδες κρέμονταν κάτω απ’ τα βουλιαγμένα μάτια της, σημάδια από ξεχασμένα δάκρυα. Είχε αλλάξει η Συμελίτσα, δεν είχε καμιά σχέση με τον παλιό της εαυτό. Και δεν έφταιγε μονάχα η αρρώστια^ άλλαζαν όλοι τους κάθε δευτερόλεπτο που βάδιζαν στον δρόμο της εξορίας τους. Ακόμη κι η Θυμία δεν έσπευδε πια να περπατήσει πλάι της. Τη διέκρινε να προηγείται, πατώντας στις μύτες των ποδιών και προσπαθώντας να ξαλαφρώσει τα πέλματα απ’ το μικρό της βάρος, σαν μικρή ρακένδυτη χορεύτρια.” Διαβάστε ολόκληρο απόσπασμα εδώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος (Νοέλ Μπάξερ)

“ Η γιαγιά Σουλτάνα ήταν κοριτσάκι εννιάμισι χρονών την παραμονή των Χριστουγέννων του 1921, όταν, επειδή ήταν Πόντια, ξεκίνησε με το ζόρι, ακολουθώντας τους άλλους Πόντιους, την ομαδική πορεία προς το εσωτερικό της Τουρκίας, τη «λευκή εξορία». Τα περιβόητα πενήντα χιλιόμετρα που θα απομάκρυναν τη γιαγιά μου από τη ρωσική, εχθρική για την Τουρκία, επιρροή. Που τελικά δεν ήταν πενήντα κι ούτε επρόκειτο για απομάκρυνση. Άφηνε πίσω τη μάνα της, που το πρωί την είχαν πιάσει οι πόνοι της γέννας. Άφηνε πίσω, ακόμα, τη μεγάλη της αδελφή, την Ευδοκία, που πρόλαβε η μάνα και την πάντρεψε άρον άρον, μόλις το μεσημέρι της προηγούμενης μέρας, με τον πρωτότοκο γιο του Τούρκου παιδικού φίλου του απαγχονισμένου άντρα της. Του παππού σου, Σερχάτ μου.” Διαβάστε ολόκληρο απόσπασμα εδώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο Το διώροφο της Τσιμισκή (Γιώτα Φώτου)

“ Ο Παναγιώτης Χαραλαμπίδης, ο παππούς της Πέρσας, γεννήθηκε το 1919 στην Κρώμνη της Τραπεζούντας. Η πρώτη ανάμνηση της ζωής του ήταν η εικόνα της μάνας του, της Διαλεχτής, να κάθεται στο κατάστρωμα ενός καραβιού έχοντας τυλιγμένο σε μια κουβέρτα τον μικρότερο αδελφό του και να κλαίει δυνατά. Ο μικρός Παναγιώτης την έβλεπε και έκλαιγε κι εκείνος. Οι τρεις αδελφές του προσπαθούσαν να τον παρηγορήσουν, η μάνα δεν του έδινε καμιά σημασία, ο πατέρας του, ο Γεωργούλης, τον πήρε κάποια στιγμή στην αγκαλιά του και του ζήτησε με απότομο τρόπο να σταματήσει. Είχε άγρια όψη, κατακόκκινα μάτια και μεγάλα γένια. Του είχε φανεί άγνωστος τότε, τον φοβήθηκε και δεν ξανάκλαψε. Κούρνιασε στην αγκαλιά της μεγάλης αδελφής και δεν ξαναμίλησε μέχρι να κατεβούν από το καράβι.” Διαβάστε ολόκληρο απόσπασμα εδώ.

Απόσπασμα από το βιβλίο Το Δάκρυ του Έρωτα (Λία Ζώτου, Θοδωρής Καραγεωργίου)

“ Δίχως δεύτερη σκέψη, αυθόρμητα, σαν να τους οδηγούσε μια ανώτερη δύναμη, οι άντρες όλων των ηλικιών πετάχτηκαν από τις θέσεις τους. Καμία κούραση, καμία ταλαιπωρία, κανένας πόνος δεν μπορούσε να τους σταματήσει. Με δάκρυα στα μάτια, ένωσαν όλοι τα χέρια, πιάστηκαν σφιχτά και με όλη τους τη δύναμη, με όλη τους τη λεβεντιά, με όλο τους το καμάρι μπήκαν στη σειρά και άρχισαν να κινούνται στον ρυθμό που πρόσταζε η λύρα. Τους είχαν πάρει τα σπίτια τους,τους είχαν πάρει τη γη τους, του είχαν πάρει την πατρίδα τους, μα κανένας δεν μπορούσε να τους πάρει τη λεβεντιά τους!” Διαβάστε ολόκληρο απόσπασμα εδώ.

100 χρόνια από την Γενοκτονία των Αρμενίων συμπληρώθηκαν στις 24 Απριλίου 2015

Διαβάζουμε το βιβλίο‬ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΩΝ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ της βραβευμένης συγγραφέως Ιβ Μάκις, όπου σε αυτό το χαρακτηριστικό απόσπασμα οι εφιάλτες του πολέμου ριζώνουν στην αθώα παιδική ψυχή:

Παιδιά Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων
Παιδιά Ελλήνων και Αρμενίων προσφύγων στην Αθήνα (1923)

Μια ασημένια λεπτή φέτα φεγγαριού φέγγει έξω από το παράθυρο της κάμαράς μου, φωτίζοντας απαλά τις ηφαιστειακές κορφές του όρους Ερτζιγιές. Είμαι ξαπλωμένη δίπλα στον αδερφό μου, τον Γκαμπριέλ, και κοιτάζω τον ουρανό να σκουραίνει πάνω από το βουνό, διερωτώμενη πώς να είναι η ζωή πέρα από αυτά τα παγωμένα κατσάβραχα. Κι άλλα κορίτσια άραγε ξαγρυπνούν τη νύχτα από φόβο και τρόμο; Τους φέρνει ο ύπνος ζωντανούς εφιάλτες που τους στοιχειώνουν και όλη την υπόλοιπη ημέρα; Είναι η ζωή, στην άλλη πλευρά, μαραμένη από πόλεμο; Ζήτησα από τον Γκαμπριέλ να μου πει ένα παραμύθι για να κοιμηθώ.

«Τι παραμύθι; Για βασιλιά, για ήρωα ή για λυκάνθρωπο ή μπορώ να σου πω ένα για κάποιον κακό άγγελο που σπέρνει την καταστροφή στον κόσμο».

«Δεν ξέρω. Ό,τι θες». «Τι θα έλεγες για την ιστορία ενός γάμου;»

«Είναι διασκεδαστική;»

«Όχι ακριβώς. Είναι για έναν άντρα που ο γάμος του δεν πήγε όπως τον είχε σχεδιάσει. Καθώς προχωρούσε προς το ιερό για να παντρευτεί τη γυναίκα που αγαπούσε, ο κακός Χάρος τον άρπαξε από τον λαιμό με τα μοχθηρά του δάχτυλα και του είπε: “Δώσε μου την ψυχή σου”». Ο αδερφός μου έκανε τη βραχνή φωνή του Χάρου, μιλώντας κοντά στο αυτί μου. «Η μητέρα και ο πατέρας του πρότειναν να πάρει τις δικές τους ψυχές σε αντάλλαγμα γι’ αυτή του γιου τους, μα ο Χάρος αρνήθηκε, και τότε η αρραβωνιαστικιά του άντρα είπε: “Πάρε τη δική μου”».

«Και την πήρε;»

«Ο Χάρος άρπαξε την ψυχή της γυναίκας με μια απότομη κίνηση σαν να ξερίζωνε ραδίκι από το χώμα».

«Κι εκείνη χάθηκε για πάντα;»

«Όχι. Ο Χάρος άρχισε να το μετανιώνει. Εντυπωσιάστηκε από την αφοσίωση της γυναίκας, από την έκδηλη αγάπη της, κι έτσι της έδωσε πίσω την ψυχή της, και το ζευγάρι παντρεύτηκε, και μετά τον γάμο ακολούθησε τρικούβερτο γλέντι τριών ημερών».
Χαλάρωσα πάνω στο στρώμα, ανακουφισμένη με το ευτυχές τέλος στην ιστορία του Γκαμπριέλ. Γύρισα στο πλάι για να κοιμηθώ, αλλά, καθώς η αναπνοή μου χαλάρωνε, ο Γκαμπριέλ μού ψιθύρισε βραχνά στο αυτί: «Δώσε μου την ψυχή σου». Ούρλιαξα. Εκείνος γέλασε, ήρθε πιο κοντά μου. «Συγγνώμη που σε τρόμαξα».

Ένα κερί στο κομοδίνο έριχνε σκιές που χόρευαν στους τοίχους, γοργοπόδαρα φαντάσματα και βρικόλακες με μακρόστενα μάτια, φευγαλέα και μοχθηρά. Ο τρόμος μου με έκανε να βλέπω μέσα από τοίχους και ντουλάπες, κάτω από το κρεβάτι, ερμήνευε το νιαούρισμα μιας γάτας σε απόκοσμο ανθρώπινο ουρλιαχτό.

Κάποτε, φοβόμουν τα μυθικά πλάσματα, τα τέρατα και τα φαντάσματα. Τώρα, έπρεπε να αντιμετωπίσω απειλές πραγματικές: άντρες πάνω σε άλογα που κράδαιναν όπλα και μαχαίρια και βύθιζαν το μέταλλο σε σάρκες, φεύγοντας με τα ανθρώπινα λάφυρα.
Οι Τούρκοι είχαν συμμαχήσει με τους Γερμανούς και είχαν κηρύξει πόλεμο στη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Ρωσία. Πολλές ανατολικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν ήδη πέσει στα χέρια του ρωσικού στρατού. Η κυβέρνηση επέρριπτε την ευθύνη στους Αρμένιους γι’ αυτές τις ήττες, κατηγορώντας μας ότι είχαμε συμμαχήσει με τον εχθρό. Οι αρμένικες κοινότητες δέχονταν επιθέσεις από πλιατσικολόγους, οι οποίοι εισέβαλαν σε πόλεις και χωριά μέσα στην άγρια νύχτα, πυρπολώντας και λεηλατώντας σπίτια και απάγοντας γυναίκες και νεαρά κορίτσια. Οι μητέρες έφταναν στο σημείο να θάβουν τις κόρες τους στο χώμα μέχρι τον λαιμό ώσπου να περάσει ο κίνδυνος.

«Πώς είναι άραγε να πεθαίνεις;» ψιθύρισα. «Μπορείς να φανταστείς τη μητέρα να πεθαίνει; Μπορείς να φανταστείς τίποτα χειρότερο;» Μερικές φορές φανταζόμουν τον θάνατο της μητέρας, την κηδεία της, την αγρυπνία στο πλευρό του νεκρού και με κατέκλυζαν συναισθήματα τόσο φρικτά και έντονα που έκλαιγα. Η νύχτα γινόταν μια μαύρη οθόνη πάνω στην οποία παίζονταν ζοφερές σκηνές σαν παράσταση με μαριονέτες. Αναρωτήθηκα αν ο θάνατος ήταν σαν να πνίγεσαι μέσα στην πιο σκούρα απόχρωση του μαύρου. Θυμήθηκα ξανά την ιστορία του Γκαμπριέλ, και ο τρόμος πότισε ύπουλα κάθε πόρο του κορμιού μου.

Share Button

The Author

Η ομάδα των Εκδόσεων Ψυχογιός

Όταν κλείνει ένα βιβλίο, ανοίγει ένας κύκλος επικοινωνίας. Ζήστε την εμπειρία. Εσείς κι εμείς πάντα σ' επαφή!